Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Λαϊκισμός: χαρακτηριστικά και στρατηγικές αντιμετώπισής του

Κατηγορία Slideshow
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Κριτική Πολιτική επιστήμη web only
7/5/2017. Οπαδοί του Εμμανουέλ Μακρόν πανηγυρίζουν τη νίκη του στις γαλλικές εκλογές, στο Λούβρο. Επιλέγοντας ο Μακρόν αφενός να συνομιλήσει με την ακροδεξιά υποψήφια (συνεπώς: να την «νομιμοποιήσει», σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την στάση του Ζακ Σιράκ το 2002, ο οποίος είχε αρνηθεί να διαλεχθεί μαζί της), και αφετέρου όχι μόνον να μην στιγματίσει το δυνητικό της ακροατήριο («φασίστες», «αντιδραστικοί», «λαϊκιστές», κ.λπ.), αλλά και να δηλώσει ότι κατανοεί την «οργή» του, αποσταθεροποίησε τη νεολεπενική εθνικολαϊκιστική στρατηγική, αντιμετωπίζοντάς την, κυριολεκτικά κονιορτοποιώντας την, με επιχειρήματα, δείχνοντας τις επικίνδυνες ψευδαισθήσεις της. Αυτού του τύπου η «αποδαιμονοποίηση» φαίνεται να παίρνει πολύ σοβαρά υπόψη της την πολυπλοκότητα του λαϊκιστικού φαινομένου, την μη μοραλιστική και αποϊδεολογικοποιημένη αντιμετώπισή του, για την οποία μας εφιστούν την προσοχή οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου (οι οποίοι, μάλιστα, προτείνουν την συγκεκριμένη μέθοδο της «συνομιλίας» με τους λαϊκιστές ως, ας πούμε, τον «τρίτο δρόμο» μεταξύ «κλοπής της ατζέντας» τους και ελιτίστικης περιφρόνησής τους), μία ισχυρή διάσταση του οποίου είναι η συγκινησιακή. 7/5/2017. Οπαδοί του Εμμανουέλ Μακρόν πανηγυρίζουν τη νίκη του στις γαλλικές εκλογές, στο Λούβρο. Επιλέγοντας ο Μακρόν αφενός να συνομιλήσει με την ακροδεξιά υποψήφια (συνεπώς: να την «νομιμοποιήσει», σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την στάση του Ζακ Σιράκ το 2002, ο οποίος είχε αρνηθεί να διαλεχθεί μαζί της), και αφετέρου όχι μόνον να μην στιγματίσει το δυνητικό της ακροατήριο («φασίστες», «αντιδραστικοί», «λαϊκιστές», κ.λπ.), αλλά και να δηλώσει ότι κατανοεί την «οργή» του, αποσταθεροποίησε τη νεολεπενική εθνικολαϊκιστική στρατηγική, αντιμετωπίζοντάς την, κυριολεκτικά κονιορτοποιώντας την, με επιχειρήματα, δείχνοντας τις επικίνδυνες ψευδαισθήσεις της. Αυτού του τύπου η «αποδαιμονοποίηση» φαίνεται να παίρνει πολύ σοβαρά υπόψη της την πολυπλοκότητα του λαϊκιστικού φαινομένου, την μη μοραλιστική και αποϊδεολογικοποιημένη αντιμετώπισή του, για την οποία μας εφιστούν την προσοχή οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου (οι οποίοι, μάλιστα, προτείνουν την συγκεκριμένη μέθοδο της «συνομιλίας» με τους λαϊκιστές ως, ας πούμε, τον «τρίτο δρόμο» μεταξύ «κλοπής της ατζέντας» τους και ελιτίστικης περιφρόνησής τους), μία ισχυρή διάσταση του οποίου είναι η συγκινησιακή. Lorie Shaull

Σκέψεις με αφορμή το βιβλίο των Cas Mudde, Cristóbal Rovira Kaltwasser, Λαϊκισμός. Μια συνοπτική εισαγωγή, Επιμέλεια: Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2017

Το βιβλίο Λαϊκισμός είναι ένα εξαιρετικό, συνοπτικό, λιτό δοκίμιο για τον λαϊκισμό. [...] Θα επισημάνω, πολύ σύντομα, τρία-τέσσερα πράγματα που, κατά την γνώμη μου, είναι εξαιρετικά επίκαιρα, σημερινά θα έλεγα, και τα οποία θίγονται ευθέως από τον Κας Μούντε και τον Κρίστομπαλ Ροβίρα Καλτβάσερ, αυτούς τους σπουδαίους, παγκόσμιας αναγνώρισης, ερευνητές του λαϊκιστικού φαινομένου. Προηγουμένως, όμως, θα ήθελα να κάνω την εξής επισήμανση: αυτό το βιβλίο περί λαϊκισμού, δεν έχει όμοιό του στην σχετική ελληνική βιβλιογραφία. Γιατί; Διότι ενώ αποτελεί μία «εισαγωγή» στο πολυσυζητημένο θέμα του λαϊκισμού και, άρα, είναι προσπελάσιμο από όποιον θα ήθελε να γνωρίσει με εγκυρότητα βασικές πλευρές του φαινομένου, ταυτόχρονα συνοψίζει με χαρακτηριστική σαφήνεια τις σημερινές θέσεις και έρευνες των συγγραφέων, οι οποίοι, συνεπώς, δεν περιορίζονται στην «εισαγωγή» στη θεματική του λαϊκισμού, αλλά πάνε πολύ πιο πέρα, δίνουν μια ολοκληρωμένη απάντηση για το «τι είναι ο λαϊκισμός», όχι απλώς ο ιστορικός λαϊκισμός, αλλά ο σημερινός πολιτικός λαϊκισμός, όπως εμφανίζεται στις διάφορες ποικιλίες του, στην Ευρώπη, Δυτική και Ανατολική, στις ΗΠΑ και την Λατινική Αμερική (χωρίς να λείπουν τα παραδείγματα που αφορούν την Ασία ή την Αυστραλία). Είναι ταυτόχρονα ένα βιβλίο βάσης, εκκίνησης, για να μάθουμε, ή να ξαναμάθουμε, τί είναι λαϊκισμός και συνάμα μία σύνοψη των σημερινών ερευνών περί λαϊκισμού, των σημερινών κομμάτων και κινημάτων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται με το φαινόμενο.

Θα ήθελα, συνεπώς, να ασχοληθώ και να αναδείξω, επιγραμματικά, ορισμένα προβλήματα, τα οποία μας θέτει, μεταξύ πολλών άλλων, η προσέγγιση των συγγραφέων, κάνοντας ορισμένες πολύ σύντομες κριτικές παρατηρήσεις, με αφορμή και τις πρόσφατες γαλλικές προεδρικές εκλογές.

Πρώτη παρατήρηση: Για τον Μούντε και τον Καλτβάσερ, ο λαϊκισμός είναι μία «αβαθής», ισχνή ιδεολογία που μπορεί να επικολλάται σε άλλες ισχυρές ιδεολογίες (φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός, κ.λπ.). Σε αυτό το πλαίσιο, οι συγγραφείς μάς δίνουν έναν μινιμαλιστικό ορισμό του λαϊκισμού, σύμφωνα με αυτόν, ο λαϊκισμός χωρίζει την κοινωνία σε δύο ομοιογενή ανταγωνιστικά στρατόπεδα, τον «απλό», τον «αγνό λαό» κατά της «διεφθαρμένης ελίτ». Η αβαθής αυτή ιδεολογία υποστηρίζει ότι η ορθή, φιλο-λαϊκή πολιτική, η «λαϊκιστική πολιτική», (θα πρέπει να) είναι η έκφραση της «γενικής βούλησης» (σ. 21). Το κριτήριο της διάκρισης των στρατοπέδων δεν είναι μόνον αριθμητικό, αλλά κυρίως ηθικό (σ. 32), οι ελίτ είναι κακές, διεφθαρμένες, προδοτικές, ενώ ο λαός είναι ενάρετος. Επομένως, για τον Μούντε και τον συνεργάτη του, τρεις είναι οι έννοιες κλειδιά του λαϊκισμού: λαός/ελίτ/γενική βούληση, η τελευταία προκύπτει από το sens commun (την «κοινή λογική»), την περισσότερο ή λιγότερο εικαζόμενη θέληση του απλού λαού, η οποία αποτελεί την σύνοψη αιτημάτων και προσδοκιών του και δεν συνάγεται από μία δημόσια ορθολογική συζήτηση. Ο λαός και οι ελίτ, σύμφωνα με τους Μούντε/Καλτβάσερ, δεν είναι εκ των προτέρων δεδομένοι για τον λαϊκισμό, ο κάθε λαϊκισμός μπορεί να δώσει το δικό του νόημα σε αυτούς τους όρους. Το ποιο ακριβώς νόημα θα τους αποδώσει εξαρτάται από την «ιδεολογία ξενιστή» με την οποία έρχεται σε επικοινωνία κάθε φορά ο λαϊκισμός, από τον συνδυασμό τους (σ. 67).

Δύο επισημάνσεις: ενώ σε όλα σχεδόν τα παραδείγματα που επικαλούνται οι συγγραφείς, όχι μόνο δεξιού αλλά και αριστερού λαϊκισμού, ο εθνικισμός είναι παρών με βάση τις ίδιες τις περιγραφές τους, σπάνια οι συγγραφείς θα τον θεωρήσουν συστατικό στοιχείο του λαϊκισμού. Οι συγγραφείς συσχετίζουν άμεσα ή μιλούν ρητά για εθνικολαϊκισμό (ή εθνοτικολαϊκισμό) κυρίως όταν αναφέρονται στις περιπτώσεις του ανατολικο-ευρωπαϊκού λαϊκισμού, καθώς και σε αυτήν του βολιβιανού λαϊκισμού του Έβο Μοράλες (σ. 32). Κατά τη γνώμη μας, η παραγνώριση του ρόλου που διαδραματίζει ο εθνικισμός στον λαϊκισμό συνιστά αναλυτικό και πολιτικό πρόβλημα, και ο εντοπισμός του είναι κρίσιμης σημασίας, στην πραγματικότητα, δύσκολα μπορούμε να καταλάβουμε τον λαϊκισμό στην ολότητά του, αν παραμερίσουμε τον συμφυή, με το φαινόμενο του λαϊκισμού, εθνικισμό. Ακόμα και το παράδειγμα του πλέον φιλελεύθερου λαϊκισμού που παρατίθεται στην μελέτη αυτή, αυτό του Κάρλος Μένεμ στην Αργεντινή του τέλους της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990, ακόμα και αυτός ήταν ένας εθνικο-φιλελεύθερος λαϊκισμός ή, αν προτιμάτε, ένας νεοφιλελεύθερος, ένας αγοραίος εθνικολαϊκισμός.[1]    

Παρατήρηση δεύτερη: ο λαϊκισμός φτιάχνεται, σύμφωνα με τους συγγραφείς, και από τα πάνω και από τα κάτω, και από τις λαϊκιστικές ελίτ και από κοινωνικές κινητοποιήσεις που είναι λαϊκιστικές, δηλαδή για την συγκρότηση του λαϊκισμού χρειάζεται μια συνέργεια κοινωνικής ζήτησης και πολιτικής προσφοράς. Έχουμε την γνώμη ότι ο λαϊκισμός, χωρίς βέβαια να φτιάχνεται σε κοινωνικό και πολιτισμικό κενό, το αντίθετο, είναι κυρίως έργο των λαϊκιστικών ελίτ, αυτές δομούν την «λαϊκιστική ζήτηση» διαμέσου της «λαϊκιστικής προσφοράς». Αν δούμε τον λαϊκισμό μόνον ως εκ των άνω κατασκευή, τότε μπορούμε να αξιολογήσουμε πολύ καλύτερα τις κρίσιμης σημασίας παρατηρήσεις που κάνουν οι συγγραφείς για τον ρόλο τόσο του «ηγέτη» στον λαϊκισμό, όσο και για τα ίδια τα λαϊκιστικά προτάγματα, τα οποία διακρίνονται όχι μόνο για την δημαγωγική τους φορά, αλλά και για κάτι άλλο: για την υπόσχεση μιας άμεσης αλλαγής την οποία προτείνουν, δηλαδή για την επικέντρωση των υποσχέσεών τους στο «τώρα». Όπως το τονίζουν χαρακτηριστικά οι συγγραφείς: «Πολλοί πολιτικοί ηγέτες αυτοπαρουσιάζονται ως ισχυροί, αλλά οι λαϊκιστές ηγέτες προχωρούν ένα βήμα παραπέρα και δημιουργούν μία εικόνα ενός άνδρα των έργων, και όχι των λόγων, ο οποίος δεν φοβάται να λάβει δύσκολες και γρήγορες αποφάσεις, ακόμα και ενάντια στη συμβουλή των ‘ειδικών’» (σ. 98, η υπογράμμιση δική μου). Εδώ η λέξη κλειδί, κατά τη γνώμη μας, πέρα από την δομική στον λαϊκισμό «απλούστευση» των κοινωνικο-πολιτικών φαινομένων στην οποία αυτός προβαίνει (απλούστευση: μέσον μοραλιστικής περιγραφής, εξήγησης και δράσης) είναι ή λέξη «γρήγορα»: ας θυμηθούμε το αίτημα-σύνθημα: «εδώ και τώρα αλλαγή», ή «ανατροπή τώρα», ή επί το ελληνικότερον: θα σκίσουμε τα μνημόνια, «με ένα άρθρο, ένα νόμο». Υπ’ αυτή την οπτική, για παράδειγμα, το Occupy Wall Street, στο οποίο αναφέρονται οι συγγραφείς, δεν είναι, κατά τη γνώμη μας, λαϊκιστικό κίνημα, γιατί στερείται ηγεσίας και, συνεπώς, δεν μπορεί να υποσχεθεί την άμεση έξοδο, μια «άμεση λύτρωση». Ο λαϊκισμός όμως είναι πάντα «λυτρωτικός», αλλιώς δεν υπάρχει.

Παρατήρηση τρίτη: Ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης και εμπέδωσης της δημοκρατίας, υποστηρίζουν οι συγγραφείς, κρίνεται αν ο λαϊκισμός έχει αρνητικά ή θετικά αποτελέσματα στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, ο λαϊκισμός δεν απειλεί την δημοκρατία. Ο λαϊκισμός είναι εχθρός της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όχι της δημοκρατίας εν γένει (σ. 137-139). Για τον Μούντε και τον συνεργάτη του, δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε τον λαϊκισμό, είτε ακροδεξιό είτε ακροαριστερό (δεν εννοούν, εδώ, τα εξτρεμιστικά κόμματα τύπου «Χρυσή Αυγή» ή Jobbik). Ο λαϊκισμός, για τους συγγραφείς, είναι περίπλοκο φαινόμενο και, συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρχει μία ενιαία απάντηση στην αντιμετώπισή του. Σε όλες ωστόσο τις περιπτώσεις, ο λαϊκισμός θέτοντας είτε «ενοχλητικά» (σ. 166), είτε ακόμα και «σωστά» (σ. 168) ερωτήματα, μας «αναγκάζει», πρέπει να μας αναγκάζει (χωρίς όμως αυτό να μας κάνει να λησμονούμε τις φιλελευθερο-δημοκρατικές αρχές μας), να συζητήσουμε με αυτόν, να μην τον περιθωριοποιούμε, άρα να μην στιγματίζουμε τους οπαδούς του, να δίνουμε περισσότερη σημασία στο μήνυμά του και λιγότερη στον «αγγελιαφόρο» του, δηλαδή στα λαϊκιστικά κόμματα/κινήματα. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν οι συγγραφείς, αν οι λαϊκιστές ηθικοποιούν την πολιτική αντιπαράθεση, επαναπολιτικοποιώντας ξεχασμένα προβλήματα, περιθωριοποιημένα δηλαδή από την δημόσια συζήτηση, η αντίδρασή μας θα πρέπει να είναι η ακόλουθη: «(…) να συμμετάσχουμε—όσο δύσκολο και αν είναι—σε έναν ανοιχτό διάλογο με τους λαϊκιστικούς δρώντες και τους υποστηρικτές τους. Ο σκοπός του διαλόγου θα πρέπει να είναι να υπάρξει καλύτερη κατανόηση για τις διεκδικήσεις και τα παράπονα των λαϊκιστικών ελίτ και των μαζών και να αναπτυχθούν φιλελεύθερες δημοκρατικές αντιδράσεις σε αυτούς. Ταυτόχρονα, οι επαγγελματίες πολιτικοί και οι διανοούμενοι θα πρέπει να εστιάσουν περισσότερο στο μήνυμα παρά στον αγγελιοφόρο» (σ. 168). Με άλλα λόγια, ένας «τυφλός» αντι-λαϊκισμός, ένας δογματικός αντι-λαϊκισμός, που κρατά για τον εαυτό του, εντελώς ανεπίγνωστα, το προνόμιο του «ορθολογισμού», ρίχνοντας τους λαϊκιστές στα ερέβη του «ανορθολογισμού», δεν εξυπηρετεί σε τίποτα, αντιθέτως, ενισχύει τους λαϊκιστές, ανάγοντάς τους μάλιστα σε «θύματα».[2]

Επ’ αυτού, η περίπτωση του νέου Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν είναι ενδεικτική. Η στάση που κράτησε έναντι της Λε Πεν και των οπαδών της, στην διάρκεια της πρόσφατης προεκλογικής εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές της 7 Μαϊου και, ειδικότερα, η τακτική που αυτός υιοθέτησε κατά το προεκλογικό débat, λίγες μόνον ημέρες πριν τον Β΄ Γύρο της μεταξύ τους αναμέτρησης, φροντίζοντας να μην «δαιμονοποιεί» την ίδια και ιδιαίτερα τους ψηφοφόρους της (σε αντίθεση με πολλές φωνές από τα ΜΜΕ και μεγάλη μερίδα προοδευτικών διανοουμένων που καλούσαν στην «επαναδιαβολοποίηση» του εθνικολαϊκιστικού «Εθνικού Μετώπου», στην «επαναφασιστικοποίησή» του) δείχνει σαν να έχει βγει από αυτή την «συμβουλή», σαν να παρακολουθεί αυτήν την «προτροπή» των συγγραφέων του βιβλίου. Επιλέγοντας, δηλαδή, ο Μακρόν αφενός να συνομιλήσει με την ακροδεξιά υποψήφια (συνεπώς: να την «νομιμοποιήσει», σε αντίθεση, για παράδειγμα, με την στάση του Ζακ Σιράκ το 2002, ο οποίος είχε αρνηθεί να διαλεχθεί με τον Λεπέν), και αφετέρου όχι μόνον να μην στιγματίσει το δυνητικό της ακροατήριο («φασίστες», «αντιδραστικοί», «λαϊκιστές», κλπ.), αλλά και να δηλώσει ότι κατανοεί την «οργή» του, αποσταθεροποίησε τη νεολεπενική εθνικολαϊκιστική στρατηγική, αντιμετωπίζοντάς την, κυριολεκτικά κονιορτοποιώντας την, με επιχειρήματα, δείχνοντας τις επικίνδυνες ψευδαισθήσεις της. Αυτού του τύπου η «αποδαιμονοποίηση» φαίνεται να παίρνει πολύ σοβαρά υπόψη της την πολυπλοκότητα του λαϊκιστικού φαινομένου, την μη μοραλιστική και αποϊδεολογικοποιημένη αντιμετώπισή του, για την οποία μας εφιστούν την προσοχή οι συγγραφείς αυτού του βιβλίου (οι οποίοι, μάλιστα, προτείνουν την συγκεκριμένη μέθοδο της «συνομιλίας» με τους λαϊκιστές ως, ας πούμε, τον «τρίτο δρόμο» μεταξύ «κλοπής της ατζέντας» τους και ελιτίστικης περιφρόνησής τους), μία ισχυρή διάσταση του οποίου είναι η συγκινησιακή.

Ο Τόνυ Μπλαιρ, ένας από τους θεμελιωτές του κεντρώου «τριτοδρομικού» πραγματισμού, θα σχολιάσει, σε προχθεσινό του άρθρο, με τα ακόλουθα λόγια αυτήν την επιτυχημένη τακτική του Μακρόν να μην στιγματίσει τους ψηφοφόρους της Λε Πεν, δείχνοντας κατανόηση στην «οργή» τους, όπως ο ίδιος ο Μακρόν επανέλαβε και στη διάρκεια του εν λόγω débat: «Οι λαϊκιστές», θα επισημάνει ο Μπλαιρ, «σερφάρουν σε αυτή την οργή, εκμεταλλεύονται θέματα όπως η μετανάστευση και δημιουργούν αποδιοπομπαίους τράγους. Για να πεισθούμε γι αυτό, αρκεί να δούμε το αποτέλεσμα της Μαρίν Λε Πεν στις περιφέρειες  με το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας. Αυτό που ο Εμμανουέλ Μακρόν κατάλαβε, είναι ότι υπάρχει μία μόνο σωστή απάντηση: συνίσταται στο να μην αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση ανησυχίες που είναι νομιμοποιημένες και κατανοητές, αλλά να επεξηγούνται οι λύσεις οι οποίες θα καλυτέρευαν πραγματικά την τύχη του πληθυσμού».[3] Άραγε, ποιος θυμάται, ή ποιος γνωρίζει, ιδιαίτερα από το πολιτικοποιημένο ελληνικό κοινό, ότι ο ίδιος ο Μακρόν έχει δηλώσει ευθαρσώς ότι γι αυτόν η «πολιτική είναι μυστικισμός» (και πολύ λιγότερο «πρόγραμμα»)[4] και, ίσως ακόμα χειρότερα για την περίπτωσή του, τη δήλωσή του «είμαι λαϊκιστής», αλλά «όχι δημαγωγός»; Εκφράζοντας την απέχθειά του για τους «κομματικούς μηχανισμούς», θα δηλώσει επί λέξει ένα μήνα πριν τις προεδρικές εκλογές: «Αν το να είναι κάποιος λαϊκιστής, σημαίνει να μιλάει στον λαό με κατανοητό τρόπο χωρίς να περνά από την μεσολάβηση των μηχανισμών, θέλω πολύ να είμαι λαϊκιστής. Από αυτή την άποψη, ο Ντε Γκωλ ήταν λαϊκιστής. Αλλά δεν πρέπει να τον συγχέουμε με την δημαγωγία, η οποία συνίσταται στην κολακεία των κατώτατων ενστίκτων του λαού. Συνεπώς, ονομάστε με λαϊκιστή αν θέλετε. Αλλά μην με αποκαλείτε δημαγωγό, γιατί δεν κολακεύω το λαό»[5]. Αυτόν το «νεο-κεντρώο λαϊκισμό» θα εξάρει από την πλευρά του ένας άλλος σημαντικός ερευνητής του λαϊκιστικού φαινομένου (ο Ιβάν Κράστεβ, ο οποίος δεν θεωρεί τον λαϊκισμό εν γένει «αναγκαστικά αρνητικό»), όταν θα υπογραμμίσει ότι ο ακροδεξιός και ο ακροαριστερός λαϊκισμός στην Γαλλία δεν νικήθηκαν από τις αντιλαϊκιστικές κινητοποιήσεις, αλλά από ένα «νέο άνδρα», που κατόρθωσε να κατασκευάσει έναν «λαϊκισμό (…) ο οποίος παρουσιάζει ένα αισιόδοξο και ευνοϊκό πρόσωπο προς την Ευρωπαϊκή Ένωση (…)».[6]

Δεν είμαστε υποχρεωμένοι, φυσικά, να συμμερισθούμε την αμέσως ανωτέρω διάγνωση. Παρ’ όλα αυτά, περιγράφει στοιχεία μιας λαϊκιστικής στάσης που δεν απουσιάζουν από τον «μακρονισμό»[7]. Αλλά, αν, προς στιγμή, συμμερισθούμε αυτή την διάγνωση, τότε, θα δούμε να ξεπετάγεται από αυτόν, δηλαδή τον μακρονικό «νεο-κεντρώο λαϊκισμό», το φάντασμα ενός ορισμένου άτυπου «αυταρχισμού», βασική συνέπεια του λαϊκισμού εν γένει, όπως επισημαίνουν οι Μούντε και Καλτβάσερ. Αυταρχισμός, ο οποίος έκανε την εμφάνισή του με την βίαιη περιφρόνηση εκ μέρους του νέου Γάλλου προέδρου προς την υποψηφιότητα, μέσω του «κινήματός του», του «Εμπρός!», τού πρώην σοσιαλιστή πρωθυπουργού Μανουέλ Βαλς[8], αλλά και την μονομερή και αιφνίδια αθέτηση προεκλογικής συμφωνίας με το μικρό κεντρώο κόμμα, το MoDem, του Φρανσουά Μπαϊρού σχετικά με το ποσοστό συμμετοχής υποψηφίων του δεύτερου στις κοινές λίστες του με το «Εμπρός!», για τις βουλευτικές εκλογές του προσεχούς Ιουνίου. Σε ένα εξαιρετικό άρθρο του, γραμμένο (μία ημέρα) πριν την εμφάνιση αυτών των μετεκλογικών «αυταρχικών»/«σεχταριστικών» κρουσμάτων, και εξετάζοντας το φαινόμενο Μακρόν πέραν του λαϊκισμού, ο Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ θα υπενθυμίσει την ακόλουθη νιτσεϊκή διατύπωση: «Ρωμαίος Καίσαρας με ψυχή Χριστού»![9] Ιδού, λοιπόν, η πολυπλοκότητα του λαϊκιστικού φαινομένου (αν, βέβαια, δεχθούμε ότι ο «μακρονισμός» είναι έστω μία λάϊτ παραλλαγή λαϊκισμού), αλλά και οι ενδεχόμενες σταθερές του, η «ουσία» του, το ύφος του και η/οι ιδεολογική/ές τροπή/ές του.

Παρατήρηση τέταρτη, πάντα στο πλαίσιο μιας αποδιδόμενης «λαϊκιστικής» έγκλησης στην ρητορική του Εμ. Μακρόν. Σχετική επιστημονική έρευνα (βασισμένη στην αποδελτίωση 128 ομιλιών του Μακρόν και 72 της Λε Πεν) θα εντοπίσει σε αυτήν την ρητορική ακόμα και την οικειοποίηση ενός βασικού στοιχείου του λεπενικού λόγου, τον εθνικισμό του που, στην περίπτωση Μακρόν, μεταφράσθηκε μέσω της συχνής εκ μέρους του επίκλησης του «πατριωτισμού» ως αντιπάλου του ακροδεξιού εθνικολαϊκισμού. «Εύχομαι σε δεκαπέντε ημέρες να γίνω ο πρόεδρός σας, ο πρόεδρος όλου του λαού της Γαλλίας, ο πρόεδρος των πατριωτών έναντι της απειλής των εθνικιστών», είναι μία δήλωση που έγινε το βράδυ του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών και που, σε διαφορετικές παραλλαγές, χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές από τον σημερινό Γάλλο πρόεδρο.[10] Η «σύγκλιση» λαϊκισμού και εθνικισμού, ακόμα και όταν ο πρώτος εμφανίζεται «ήπιος», είναι και πάλι παρούσα.

Παρατήρηση πέμπτη, τελευταία. Στο βιβλίο τους, οι Μούντε και Καλτβάσσερ συζητούν επίσης, στο πλαίσιο του προβλήματος «ηγεσία», την αρρενωπότητα ή την θηλυκότητα του λαϊκισμού (για τον οποίον έχουμε συμφωνήσει ότι είναι συνώνυμος μιας ορισμένης εκδοχής της «ισχύος», της «πολιτικής βούλησης»), άρα είναι εξ’ ορισμού «ανδρικός»/«πατρικός»), δηλαδή πώς και γιατί προκύπτουν και γυναίκες, όπως η Εβίτα Περόν ή η Μαρίν Λε Πεν στην κορυφή των λαϊκιστικών κομμάτων/κινημάτων (σ. 103-106). Σε ό,τι αφορά αυτές τις λαϊκίστριες γυναίκες, οι συγγραφείς θεωρούν ότι είναι κυρίως τα χαρακτηριστικά μιας αποδιδόμενης σε αυτές «αυθεντικότητας» (την οποία μπορούμε να την εντοπίσουμε σε σειρά ανασυμβολοποιήσεων της «γης/φύσης»), αλλά και «προστασίας» («μητέρα»-«προστασία»). Δεν διαθέτουμε, εδώ, τον χρόνο να συζητήσουμε αυτό το ζήτημα. Απλώς, στο πλαίσιο και των ανωτέρω ελλειπτικών αναφορών περί των λαϊκιστικών διαστάσεων στον μακρονισμό, ας υπενθυμίσουμε το οριακά σκωπτικό σχόλιο του Νικολά Σαρκοζύ για την περίπτωση Μακρόν: πρόκειται για «πολιτικό ανδρόγυνο»![11] Με άλλα λόγια, το λαϊκιστικό «και», είναι υβρίδιο ισχύος/ αυθεντικότητας/προστασίας.       

Οι σύντομες αυτές σκέψεις και παρατηρήσεις δείχνουν, νομίζουμε, τον πλούτο της σημαντικής μελέτης που παρουσιάζουμε, τις καινοτόμες πλευρές της προσέγγισης του λαϊκιστικού φαινομένου, την αδογμάτιστη, ανιδιοτελή, από θέσεις αξιολογικής ουδετερότητας, προσπάθεια των Μούντε και Καλτβάσερ για την κατανόηση, την εξήγηση και την αντιμετώπισή του, σε μία περίοδο που σφραγίζεται από πολύ σημαντικές πολιτικές ανακατατάξεις και από την ανάδυση νέων κοινωνικών, γεωγραφικών και αξιακών διαιρέσεων.   

 

*Εμπλουτισμένο κείμενο ομιλίας που διαβάσθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου των Cas Mudde, Cristóbal Rovira Caltwasser, Λαϊκισμός. Μια συνοπτική εισαγωγή, Επιμέλεια: Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2017, στην Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (14/5/2017), με την συμμετοχή των Πέτρου Παπασαραντόπουλου και Παναγιώτη Μαντζούφα.


[1] Βλ. ενδεικτικά, Victor Armony, «Populismes et néopopulismes en Argentine: de Juan Perón à Carlos Menem», Politiques et Sociétés, 212 (2002): 51-77, file:///C:/Users/elan/Downloads/000479ar(1).pdf

[2] Ας θυμίσουμε, εδώ, ότι ο Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ, ειδικά σε ό,τι αφορά την γαλλική περίπτωση του εθνικολαϊκιστικού Εθνικού Μετώπου, έχει προτείνει αντί του λεγόμενου «ρεπουμπλικανικού μετώπου» ως ασπίδα εναντίον του, την μέθοδο του «στομαχιού», ενός αργού «χωνέματος», μιας αργής «πέψης», μακρόχρονης ενσωμάτωσής του από την Δημοκρατική Πολιτεία (République), διαδικασία μη-θεαματική, η οποία δεν θα πρέπει να δυσκολεύεται από άκαιρες και αναποτελεσματικές «διαβολοποιήσεις» του, βλ. Pierre-André Taguieff, Du diable en politique. Réflections sur lantilepénisme ordinaire, Παρίσι, CNRS Éditions, 2014, ιδιαίτερα σ. 284-287.

[3] Tony Blair, «Ce qu’ Emmanuel Macron a compris», Le Monde, 13/5/2017, σ. 20.

[4] Αξίζει τον κόπο, νομίζουμε, να παραθέσουμε σύντομα αποσπάσματα σχετικά πρόσφατης συνέντευξης του νέου Γάλλου προέδρου (Φεβρουάριος 2017) για το πώς ο ίδιος βλέπει την «πολιτική»: « Η πολιτική είναι μυστικισμός [mystique] […] Όλη η μάχη μου είναι αυτή. Είναι λάθος να νομίζουμε ότι το πρόγραμμα είναι η καρδιά μιας εκστρατείας. Τα ΜΜΕ περνάνε από το σχολιασμό μιας λεπτομέρειας του προγράμματος στις χειρότερες πολεμικές, και πάει λέγοντας […]. Πώς κατασκευάζεται η χαρισματική εξουσία; Είναι μίγμα αισθητών και διανοητικών πραγμάτων. Ανέκαθεν αποδεχόμουν την διάσταση της καθετότητας, της υπερβατικότητας, αλλά ταυτοχρόνως αυτή πρέπει να αγκυρώνεται στην πλήρη εμμένεια, στην υλικότητα. Δεν πιστεύω στην αιθέρια καθετότητα. Πρέπει να πλέκουμε και τις δύο, την διάνοια και την πνευματικότητα. Διαφορετικά, η διάνοια είναι πάντα δυστυχής. Διαφορετικά, ο κόσμος δεν δοκιμάζει από τα συναισθήματα παρά μόνον θλιβερά πάθη, την μνησικακία, τον φθόνο, κλπ. Πρέπει να δώσουμε ένταση στα ευτυχή πάθη. (…) Δεν την αρνούμαι την χριστολογική διάσταση∙ δεν την αρνούμαι∙ δεν την διεκδικώ. Δεν αναζητώ να είμαι ένας κήρυκας του Χριστού», βλ. «Macron: ‘la politique c’ est mystique’», Le Journal du Dimanche, 11/2/2017, http://www.lejdd.fr/Politique/Macron-La-politique-c-est-mystique-846614. Εξού, ίσως, και ένα από τα βασικά, τα επαναλαμβανόμενα, συναισθηματικά μότο στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του, όταν ο Μακρόν απευθυνόταν στο ακροατήριό του: «Σας αγαπώ»! Μικρή σύμπτωση, το εν λόγω μότο, με μια μικρή προσθήκη, χρησιμοποιείτο από τον νεοφιλελεύθερο εθνικολαϊκιστή Κάρλος Μένεμ, στα τέλη της δεκαετίας του 1980 στην Αργεντινή, στις δικές του προεκλογικές εκστρατείες: «Σας αγαπώ όλους»!, βλ. Victor Armony, ό.π.

[5] Emmanuel Macron, «Appellez-moi populiste, si vous-voulez», Le Journal du Dimanche, 18/3/2017, http://www.lejdd.fr/Politique/Macron-Appelez-moi-populiste-si-vous-voulez-855110

[6] Ivan Krastev, «La victoire du rêve sur les lamentations», Le Monde, ό.π., σ. 21.

[7] Εν συντομία, ένα από τα βασικά στοιχεία του λαϊκισμού που απουσιάζουν αυτή την στιγμή από τον μακρονικό κεντρισμό είναι ο ανθρωπομορφικός πολεμισμός, η ανθρωπομορφική κατασκευή του «εχθρού». Για την ώρα τουλάχιστον, η κυρίαρχη, κατά Μακρόν, διαίρεση «πρόοδος vs συντήρηση» δεν έχει πάρει το ύφος ενός πολεμισμού, ο μακρονισμός αυτοκατανοείται, πάνω από όλα, ως «υπέρ» (της «κίνησης», της «αλλαγής», μοιάζοντας, ως προς αυτό, με ένα σχετικά ανάλογο πείραμα της Σεγκολέν Ρουαγιάλ το 2007, όταν αυτή διεκδίκησε, χωρίς επιτυχία, την γαλλική προεδρία), όχι ως «κατά», βλ. αναλυτικότερα Emmanuel Macron, Révolution, Παρίσι, XO Éditions, σ. 28. Επιπλέον, η διαδικασία «αλλαγής» που υπόσχεται ο Μακρόν δεν έχει τα χαρακτηριστικά της αμεσότητας («τώρα»), στερείται της «λυτρωτικής» της διάστασης που αυτή διαθέτει στον λαϊκιστικό λόγο εν γένει, και, αν και «αισιόδοξη», είναι πεζή, πραγματιστική, «προσαρμοστική» («adaptationniste», κατά Ταγκιέφ) στην προοδευτική κίνηση του κόσμου που χρειάζεται «διορθώσεις». Παρ’ όλα αυτά, ας κρατήσουμε και την «αντίθετη» φορά του λόγου του, μία υποψία «απαισιοδοξίας», η οποία, είναι αλήθεια, δεν προσβάλλει τον πραγματισμό του και, σε κάθε περίπτωση, τον οπτιμισμό του: «Κάθε γενιά αναμφίβολα πιστεύει ότι είναι προορισμένη να αλλάξει τον κόσμο. (…) Το καθήκον της δικής μας είναι ίσως μεγαλύτερο. Συνίσταται στο να μην διαλυθεί ο κόσμος». Πρόκειται για διατύπωση του Αλμπέρ Καμύ, παρατίθεται στο ενδιαφέρον άρθρο του ιστορικού της πολιτικής σκέψης Lucien Jaume («Un libéralisme de rupture», Le Monde, 14-15/5/2017, σ. 24), όπου ο συγγραφέας του άρθρου επισημαίνει τα φιλελεύθερα χαρακτηριστικά του λόγου του νέου Γάλλου προέδρου (Κονστάν, Τοκβίλ, συνεπώς, αποκόλληση από την «στιγμή Γκιζό»).

[8] Βλ. Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Μακρόν: αρετές και παθολογίες του πραγματιστικού Κέντρου», Το Βήμα, 13/5/2017, σ. 21-22, http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=879609. Ο ίδιος ο Μανουέλ Βαλλς θα χαρακτηρίσει τον Εμμανουέλ Μακρόν, με αφορμή, ακριβώς, αυτή την ανοίκεια συμπεριφορά του προς το πρόσωπό του, «ως κακό άνθρωπο που δεν γνωρίζει κώδικες» (σε αντίθεση με τον Ολάντ που ήταν «κακός εντός ορίων»), βλ. Valls, «Hollande  est méchant, mais dans un cadre. Macron, lui, est méchant, mais il n’a pas des codes», Le Journal du Dimanche, 14/5/2017, http://www.lejdd.fr/politique/valls-hollande-est-mechant-mais-dans-un-cadre-macron-lui-est-mechant-mais-il-na-pas-de-codes-3329282

[9] Pierre-André Taguieff, «La France n’ est pas en marche, elle se soumet à la marche du monde», Le Figaro, 13/5/2017, http://www.lefigaro.fr/vox/societe/2017/05/12/31003-20170512ARTFIG00267-pierre-andre-taguieff-la-france-n-est-pas-en-marche-elle-se-soumet-a-la-marche-du-monde.php. Ας σημειώσουμε, επιπλέον, εδώ, σχετικά με το φαινόμενο του «μακρονισμού», αλλά και τους (γαλλικούς) λαϊκισμούς, την εξαιρετική συνέντευξη στα έντυπα Νέα (στον Μιχάλη Μητσό) του Μαρσέλ Γκωσσέ, «Η δημοκρατία είναι το καθεστώς της βραδύτητας», Τα Νέα, 13-14/5/2017, σ. 32-33, http://www.tanea.gr/news/world/article/5445385/h-dhmokratia-einai-to-kathestws-ths-bradythtas/#.WRdDsMdQ9UU.facebook. Ο Γκωσσέ, σε αυτή την συνέντευξη, αμφισβητεί, τουλάχιστον εμμέσως, την λεγόμενη «λεπενοποίηση των πνευμάτων», δηλαδή ότι υπάρχει κυριαρχία του λεπενισμού σε μία σειρά βασικών θεμάτων που απασχολούν την γαλλική πολιτική σκηνή, καθιστώντας, με τον τρόπο αυτό, ευκολότερη την ψήφο στο εθνικολαϊκιστικό «Εθνικό Μέτωπο» και ως τρόπο αντιμετώπισής του προτείνει την επείγουσα ενασχόληση «με τα προβλήματα που θέτει το Εθνικό Μέτωπο. Η Ευρώπη, το ευρώ, η ανεργία, η μετανάστευση, η ανασφάλεια, η υποβάθμιση των συνθηκών ζωής στην περιφέρεια, όλα αυτά τα ζητήματα δεν θα εξαφανιστούν με ένα μαγικό ραβδί. Ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να καταπολεμήσουμε το Εθνικό Μέτωπο είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτά τα ζητήματα που για καιρό αρνιόμασταν είναι υπαρκτά και να αναζητήσουμε έξυπνες και αξιοπρεπείς λύσεις. Αν ο Μακρόν αποτύχει σε αυτό το έργο, θα ξαναβρούμε μπροστά μας τη Μαρίν Λε Πεν ή έναν κλώνο της μια βαθμίδα πιο πάνω».   

[10] Συνολικά, η λέξη «πατριώτες» θα χρησιμοποιηθεί 38 φορές από την Λε Πεν και 19 φορές από τον Μακρόν, βλ. Aude Lorriaux, «Macron vole les mots de Le Pen, et c’est une excellente stratégie. L’heure de la ripost e ideologique a-t-elle sonné?», στην ιστοσελίδα Slate.fr, 1/5/2017, http://www.slate.fr/story/144661/patriote-mot-macron-vole-les-mots-de-le-pen. Από την πλευρά του, ο Π.-Α. Ταγκιέφ, στο ανωτέρω παρατιθέμενο άρθρο του, θα επισημάνει ότι η λέξη «πατρίδα» έγινε κοινόχρηστη σε αυτήν την προεκλογική περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν μείζον σφάλμα να υπερ-αξιολογήσουμε τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας, για τον απλούστατο λόγο ότι μια ορισμένη «πολυκοινοτιστική» διάσταση είναι διαρκώς παρούσα στον μακρονικό λόγο, συναρθρωμένη με μία διάσταση μετα-ρεπουμπλικανικής «μεταμέλειας» (η αποικιακή δράση της Γαλλίας στην Αλγερία ως «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας»).

[11] Παρατίθεται στο Jean Carrigues, «Le vaincueur du 7 Mai restaure le mythe de l’homme providentiel», Le Monde, 14-15/5/2017, σ. 24.

Ανδρέας Πανταζόπουλος

Επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Βιβλία του: Για το λαό και το έθνος (2001), Η δημοκρατία της συγκίνησης (2002), Η Γαλλία φλέγεται; (2005), Με τους πολίτες κατά του λαού (2006), Ο μαρασμός της σοσιαλδημοκρατίας (2009), Λαϊκισμός και εκσυγχρονισμός 1965-2005 (2011), Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013 (2013).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Το Κυπριακό και οι δεύτερες σκέψεις

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά