Σάββατο, 08 Απριλίου 2017

Η παρέμβαση του Κώστα Σημίτη

Κατηγορία Γνώμες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Γνώμες web only
O Κώστας Σημίτης. O Κώστας Σημίτης. Heinrich-Böll-Stiftung

Το βράδυ της Τρίτης 28 Μαρτίου θυμηθήκαμε ότι ο Κώστας Σημίτης υπάρχει στην πολιτική ζωή της χώρας. Και μαζί μ’ αυτόν θυμηθήκαμε ότι υπήρξαμε κι εμείς ― μια μερίδα ανθρώπων που νιώθαμε ότι επιτέλους κάποιος μας εκπροσωπεί. Ποιοι είμαστε;

Είμαστε αυτοί για τους οποίους η πολιτική αντίθεση δεν είναι, όπως επανέλαβε ο Κ. Σημίτης, εχθρότητα. Είναι διατύπωση προγραμμάτων που αποκλίνουν, κι ανάπτυξη επιχειρημάτων που τα στηρίζουν. Δεν είναι ηθικολογία, εξευτελισμός του αντιπάλου ούτε υπόσχεση για ραντεβού με την ιστορία που οι άλλοι έχουν τάχα χάσει.

Είμαστε αυτοί που δεν θέλουμε, όπως δεν θέλει ούτε ο Κ. Σημίτης, να είναι η χώρα  δεύτερη στην Ευρώπη ως προς τις εξοπλιστικές δαπάνες (ως ποσοστό του Α.Ε.Π.).Γιατί δεν θεωρούμε αυτονόητο ότι οι διαφορές με την γειτονική Τουρκία δεν επιδέχονται λύση, δεν θεωρούμε αυτονόητο το δόγμα Δούντα στο Κυπριακό. Πιστεύουμε αντίθετα ότι είναι φυσιολογικό να γεννιούνται διαφορές μεταξύ γειτόνων κι ότι αυτές είναι επιλύσιμες είτε με διαπράγματευση είτε από τα αρμόδια όργανα της διεθνούς έννομης τάξης. Η κυβέρνηση Σημίτη, μας θύμισε ο τέως πρωθυπουργός, είχε επιτύχει να αχθούν υποχρεωτικά οι ελληνοτουρκικές διαφορές στο Δικαστήριο της Χάγης. Αλλά η κυβέρνηση που την διαδέχθηκε, φοβούμενη ότι από την Χάγη θα ερχόταν μια απόφαση που οπωσδήποτε θα ήταν συμβιβαστική, προτίμησε το δόγμα Μολυβιάτη δηλ. να επεκτείνει το δόγμα Δούντα στο σύνολο των ελληνοτουρκικών διαφορών: «Ελλάδα και Τουρκία έχουμε μάθει να ζούμε με τις διαφορές μας» είχε πει αναλαμβάνοντας καθήκοντα ο τότε υπουργός Εξωτερικών. Μόνο που ο λογαριασμός είναι πολύ αλμυρός ― κι όχι μόνο με όρους δημοσιονομικούς αλλά και όσον αφορά την διατήρηση του εθνικισμού, της μισαλλοδοξίας, της αγριότητας στον πληθυσμό.

Είμαστε αυτοί που θεωρούμε ότι για τη χώρα είναι καλύτερο να είναι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Eυρωζώνη παρά όχι. Και ότι αυτό συνεπάγεται σχέδιο και συζήτηση επί του σχεδίου μεταξύ κατ'αρχήν ισοτίμων. Δεν συνεπάγεται εκείνη την στάση του μειονεκτικού, του underdog όπως θα έλεγε ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, ο οποίος βλέπει τους ανθρώπους που κάθονται στην άλλη πλευρά του τραπεζιού σαν πανίσχυρα τέρατα ― απέναντι στα οποία δεν έχει παρά να καταγγείλει, να εκβιάσει, να κραυγάσει, να υβρίσει και, εν τέλει, να ζητήσει ελεημοσύνη.

Είμαστε αυτοί που είχαμε καταλάβει ότι η μονοδιάστατη αντιπολιτευτική ρητορεία του Κ. Καραμανλή από το 2000 κι έπειτα περί «διαπλοκής» ισοδυναμούσε με ενταφιασμό του πολιτικού λόγου. Όταν η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρές προκλήσεις όπως η προσαρμογή στην ευρωζώνη ή η διάθεση ανήκουστα υψηλών κονδυλίων για δημόσιες επενδύσεις λόγω Ολυμπιακών Αγώνων και κοινοτικής στήριξης, η κυβέρνηση είχε ανάγκη από μια αντιπολίτευση που να συμβουλεύει, να προτείνει, να ελέγχει, να βοηθά ― στην περίπτωση λ.χ. του σχεδίου Γιαννίτση για το ασφαλιστικό. Αντ'αυτού είχαμε την μονωδία της διαπλοκής που, χάρη στην επανάληψη, εδραιώθηκε ως αυτοπόδεικτη πραγματικότητα. Το τίμημα, όταν ο Κ. Καραμανλής έγινε πρωθυπουργός, ήταν μια κυβέρνηση χωρίς πρόγραμμα, χωρίς όρεξη και διάθεση να κάνει το οτιδήποτε: η στάση του Κ. Καραμανλή στο Μπούργκενστοκ, όπου κλεισμένος στο δωμάτιό του, περίμενε απλώς να περάσουν οι μέρες και να μην γίνει τίποτε, είναι η περίληψη όλης της κυβερνητικής πολιτικής από το 2004 ως το 2009. Με αποτέλεσμα την χρεωκοπία για την οποία αποκλειστική ευθύνη φέρει η κυβέρνηση Καραμανλή. Διότι επί εκείνης της κυβερνήσεως  χάθηκε ο έλεγχος των λογαριασμών, διότι επί εκείνης της κυβερνήσεως  στέλνονταν ψευδή στοιχεία στα κοινοτικά όργανα.

Από το 2015 κι έπειτα ζούμε μια νέα μια υποβάθμιση της πολιτικής: δύο λαϊκιστές  με εκ πρώτης όψεως διαμετρικά αντίθετο πολιτικό λόγο δεν κυβερνούν την χώρα αλλά ακολουθούν αυτό που οι δημοσκόποι λένε ότι «περιμένει ο κόσμος». H εικόνα αυτού που «περιμένει ο κόσμος» κατασκευάζεται από όχι περισσότερους από χίλιους ανθρώπους, συγκεντρωμένους ως επί το πλείστον στην Αθήνα. Πρόκειται κυρίως για πολιτικούς και δημοσιογράφους με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, με διεθνή εμπειρία που περιορίζεται σε λίγα πολυκαταστήματα του Λονδίνου και του Παρισιού και, υποθέτω, βολεμένους κάπως σε μια χώρα που δεν παράγει πολλά ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές προϊόντα, που ο πληθυσμός της γηράσκει αλλά αρνείται να προσαρμόσει το ασφαλιστικό της σύστημα και που επίσης αρνείται να επιλύσει τα προβλήματα γειτονίας προτιμώντας να πληρώνει υψηλά ποσά για στρατιωτικές δαπάνες. Οι άνθρωποι αυτοί έφτιαξαν ένα πολιτικό λεξιλόγιο με στοιχεία του κομμουνισμού, του εθνικισμού, του ρατσισμού κι αναπαράγοντάς το ad nauseam το επέβαλαν ως αυτό που «περιμένει ο κόσμος, βάζοντας στο περιθώριο άλλα πολιτικά λεξιλόγια. Από το 2015 αυτό το λεξιλόγιο των χιλίων έγινε απερίφραστα το λεξιλόγιο μιας ομάδας ανθρώπων που είδαν την περιπέτεια της χώρας ως ευκαιρία για να γίνουν κατεστημένη δύναμη του πολιτικού παιγνιδιού. Ο Κ. Σημίτης μας θύμισε τί σημαίνει κυβερνώ χωρίς να έχω δίπλα μου δημοσκόπους, τι σημαίνει δηλαδή «ηγούμαι». Ασκώ ηγεσία σημαίνει  ορίζω ένα στόχο, τον κοινοποιώ και οδηγώ τους υπολοίπους προς αυτόν. Υπό αυτήν την έννοια, άλλο πράγμα είναι η ηγεσία κι άλλο η άσκηση της εξουσίας, δηλ. η κατάληψη των υψηλώτερων θέσεων στο οργανόγραμμα του κράτους. Η άσκηση της εξουσίας είναι προϋπόθεση της άσκησης ηγεσίας αλλά η τελευταία δεν συνοδεύει αναγκαστικά την πρώτη· υπάρχουν και ουραγοί πρωθυπουργοί.

Θέλω να υπογραμμίσω ένα τελευταίο αλλά όχι χωρίς σημασία στοιχείο της παρέμβασης του Κ. Σημίτη. Ο τέως πρωθυπουργός μας θύμισε πως υπάρχουν διαφορετικά στύλ άσκησης της εξουσίας. Το κάθε στύλ σχετίζεται με μια εικόνα που οι κυβερνώμενοι σχηματίζουν για τον εαυτό τους. Στην χαρισματική εξουσία λ.χ. ο κυβερνώμενος δεν μπορεί παρά να σκέφτεται  τον εαυτό του τυχερό που κυβερνάται από έναν άνθρωπο που έχει κάτι το υπερφυσικό και στον οποίοφυσικά δεν μπορεί να μοιάσει. Ο σημερινός πρωθυπουργός ασκεί την εξουσία ως το “παιδί του γείτονα”. Με αυτό εννοώ πως μέσα από την ρητορική, τον ενδυματολογικό κώδικα και τις χειρονομίες εμφανίζεται ως ένας συνηθισμένος άνθρωπος που πάει κάθε πρωί στην δουλειά του ―η οποία μάλιστα δεν φαίνεται να είναι και πολύ σημαντική αφού δεν απαιτεί να φορά γραβάτα. Πολλοί άνθρωποι θα μπορούσαν να φανταστούν τον εαυτό τους σ' αυτήν την θέση κι είναι ευχαριστημένοι μ'αυτό ―όπερ όμως δεν αποκλείει να δημιουργηθούν αργότερα προβλήματα: «γιατί αυτός κι όχι εγώ;» μπορούν να ρωτήσουν μια μέρα κάποιοι. Το στυλ αυτό ταιριάζει απόλυτα με την απουσία ηγεσίας: «πάμε» μοιάζει να λέει ο σημερινός πρωθυπουργός, ενώ το «πού πάμε» απουσιάζει πλήρως. Πού πάμε αλήθεια; «Βόλτα’ είναι, νομίζω, η καλύτερη απάντηση.

Το στυλ Σημίτη δεν επιτρέπει να υποθέσουμε πως πρόκειται για το γιο του γείτονα, για κάποιον «σαν κι εμάς». Ούτε χάρισμα όμως υπονοεί με το στυλ του ο πρώην πρωθυπουργός. Μου θυμίζει περισσότερο την gravitas των ρωμαίων patres. Ο Κ. Σημίτης φαίνεται να είναι κάποιος «που ξέρει» και που επίσης είναι «σοβαρός»: φαίνεται να ξέρει περισσότερα από τους περισσότερους και φαίνεται επίσης να είναι  σοβαρός ακόμα κι εκεί που οι περισσότεροι επιτρέπουν στον εαυτό τους να χαλαρώσουν. Αυτά ακριβώς τα στοιχεία επέτρεψαν  στον τέως πρωθυπουργό  να ηγηθεί και στους κυβερνώμενους ν'ακολουθήσουν. Κι ακολουθούσαν όχι γιατί ένοιωθαν τυχεροί που εξουσιάζονταν από ένα άνθρωπο υπερφυσικού μεγέθους ή από έναν που τους έμοιαζε αλλά από κάποιον στον οποίο πολλοί θα μπορούσαν ή θα ήθελαν να μοιάσουν ―αν έπειθαν τον εαυτό τους να κοπιάσουν, να μάθουν, να πειθαρχήσουν. Δυστυχώς οι περισσότεροι δεν το άντεξαν για πολύ: προτίμησαν τα παιδιά που τους είπαν να πάνε για σουβλάκια στου Μπαϊρακτάρη ή να βγουν βόλτα.

Ίσως έχει έρθει ο καιρός της μετανοίας.

29 Μαρτίου 2017

Θεοδόσιος Νικολαΐδης

Αναπληρωτής καθηγητής νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά