Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Ένα μετακαταστροφικό μυθιστόρημα

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Κριτικές Λογοτεχνία τεύχος 74
Ο Λάσλο Κρασναχορκάι. Ο Λάσλο Κρασναχορκάι. Lenke Szilágyi

László Krasznahorkai, Η μελαγχολία της αντίστασης, μετάφραση από τα γαλλικά και τα αγγλικά: Ιωάννα Αβραμίδου (πρωτότυπη γλώσσα: ουγγρικά), Πόλις, Αθήνα 2016, 401 σελ.

Μια μικρή ουγγρική πόλη στα παγωμένα Καρπάθια· μια διαρκώς επικείμενη και μηδέποτε κατονομαζόμενη καταστροφή· η άφιξη ενός τσίρκου, με κύρια εκθέματα ένα γιγαντόσωμο κήτος κι έναν άντρα με τρία μάτια· ο τρόμος των πολιτών· μερικά πρόσωπα, όχι πολλά, που ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Βάλουσκα, καλοκάγαθος και αλλοπαρμένος, ένας σαλός σ’ έναν κόσμο όχι λιγότερο παραλοϊσμένο: αυτά είναι τα υλικά με τα οποία ο ούγγρος συγγραφέας φτιάχνει μια μεγαλόπνοη σύνθεση, ένα μετακαταστροφικό μυθιστόρημα, μια επική αφήγηση για την ανθρώπινη κατάσταση.

Ο Λάσλο Κρασναχορκάι, με κύρια όπλα του μια εξοντωτική εσωτερικότητα  κι έναν λόγο που δεν γνωρίζει γραμματικούς, λογικούς ή άλλους φραγμούς, φιλοτεχνεί ένα εφιαλτικό τοπίο όπου πρωταγωνιστούν σκιές σκιών με φόντο το φόβο και διακύβευμα την ίδια την ύπαρξη.

Αυτού του είδους οι αφηγήσεις, οι ακραία εσωτερικές, για να είναι ενεργές, απαιτούν έναν διεσταλμένο χρόνο. Σήμα κατατεθέν του ανερχόμενου μοντερνισμού, η εξαντλητική ενδοσκόπηση, διευρύνει τα όρια της ύπαρξης, διαστέλλοντας το χρόνο. Ο δαιδαλώδης χαρακτήρας της ανθρώπινης ψυχής απαιτεί τον αργό χρόνο της αφήγησης, κι ο τελευταίος με τη σειρά του αποδίδει τους ψυχικούς λαβυρίνθους με μια αργοκύλιστη ροή, φτάνοντας κάποτε ώς την ακινησία. Αυτό το γνωρίζει ο ούγγρος συγγραφέας, και μ’ έναν γλωσσικό μηχανισμό που τον συνθέτουν επαναλήψεις, αναστροφές, πλαγιοκοπήσεις, παλινδρομήσεις, συστολές και διαστολές της φράσης, της πρότασης, της παραγράφου, καταφέρνει, πέρα από την επιβράδυνση του χρόνου, να στήσει ένα μνημείο λόγου, όπου η διατάραξη και της ελάχιστης λεπτομέρειας θα κατέστρεφε το όλον.

Σε όλο το μήκος του κειμένου η ιστόρηση του τριτοπρόσωπου αφηγητή ρέει παράλληλα με έναν αποσπασματικό λόγο, διατυπωμένο μέσα σε εισαγωγικά, τον πρωτοπρόσωπο λόγο των ηρώων, σε μια ακανόνιστη διαδοχή, θυμίζοντάς μας πόσο η οπτική γωνία υπό την οποία παρατηρεί κανείς τα (εντός του μυθιστορήματος) γεγονότα παραλλάσσουν, λιγότερο ή περισσότερο, τα ίδια τα γεγονότα. Ακριβώς όπως στον κβαντικό κόσμο η θέση του παρατηρητή και το βλέμμα του, κατά κάποιον τρόπο, τροποποιούν το ίδιο το αντικείμενο της θέασης, έτσι και στη συνθήκη του σύγχρονου μυθιστορήματος, το είδος του βλέμματος (:αφηγηματικό πρόσωπο, απόσταση, εστίαση κ.λπ.) πάνω στα μυθιστορηματικά στοιχεία αλλάζει τη σημασία τους. Με συνεχή εναλλαγή ανάμεσα σε πλάγιο και ευθύ λόγο (με τον τελευταίο να παίζει, σε πολλά σημεία, έναν ιδιότυπο επικυρωτικό ρόλο), ο Κρασναχορκάι παίζει ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στην αυθεντία του συγγραφέα, τον ρόλο του αφηγητή και την κειμενική αλήθεια: το γεγονός υπάρχει, αφού το αναγνωρίζει ο αυτουργός του.

Για να ξορκιστεί η διαρκώς αιωρούμενη απειλή, για να ευοδωθεί η πάλη ενάντια στο μη κατονομαζόμενο κακό, ο συγγραφέας προσφεύγει στο εκκεντρικό, το μαγικό, το ανοίκειο, ακόμη και το τερατώδες. Ο κόσμος είναι καλός στο μέτρο που μπορούμε να τον οικειωθούμε, οτιδήποτε άλλο είναι μη βιώσιμο. Εκκινώντας από τον Κάφκα και, νομίζω, από τον Μπέκετ, ο συγγραφέας προκρίνει ως μοναδική απάντηση στο επαπειλούμενο κακό την οικείωση και, συνεπώς, κατ’ αυστηρή χρονική σειρά, την αποδοχή του εαυτού. Ο κόσμος είναι αυτός και δεν αλλάζει. Το μόνο που μπορεί να αλλάξει είναι η εσωτερική στάση του ανθρώπου απέναντι σ’ αυτόν. Κι αφού ο κόσμος δεν είναι παρά η συλλογική επέκταση όλων των επιμέρους ατομικοτήτων, η αποδοχή του πρώτου περνάει από την καταλλαγή με τις δεύτερες. Ο κόσμος μας έχει γίνει –και θα παραμένει− αβίωτος επειδή δεν έχουμε καταλλαγεί με τον εαυτό μας.

Ένας απαραίτητος όρος για να διαβαστεί στις πραγματικές της διαστάσεις η Μελαγχολία της αντίστασης είναι η απομάκρυνση από κάθε έννοια παλιομοδίτικου ψυχολογισμού και πολιτικής ορθότητας. Η ανάγνωση του ελαφρώς καθυστερημένου Βάλουσκα ως «Άλλου», «Διαφορετικού» και τα συναφή θα νόθευε το μυθιστόρημα και θα υποβίβαζε τον Κρασναχορκάι σ’ έναν από κείνους τους εξυπηρετητές, τους συγγραφείς-παραγγελιοδόχους ιδεών, εκείνους τους χειρώνακτες που, πρόθυμοι, διαλαλούν την ορθοπολιτική πραμάτεια τους. Ο Βάλουσκα είναι ο εκπρόσωπος ενός κόσμου όπως αυτός θα μπορούσε να είναι, αν ζούσαμε όλοι μας, έως τέλους, την ατομική μας περιπέτεια με αίσθημα ευθύνης, αν εσωτερικεύαμε, έως αυτο-αναλώσεως, την εμπειρία της ύπαρξης.

 

 

ΑΝΤΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟ ΧΑΟΣ

Ο συμπατριώτης του Κέρτες, αν και «δύστροπος μοντερνιστής», υιοθετεί ένα σχήμα που καθόλου δεν θα δυσαρεστούσε τους θιασώτες της κλασικής λογικής και του παραδοσιακού μυθιστορήματος: τρία μεγάλα μέρη, υποτιτλιζόμενα: «Εισαγωγή», «Ανάπτυξη», «Αποδόμηση», διατάσσουν το μυθιστόρημα, ακολουθώντας έναν απολύτως γραμμικό χρόνο σε όλο το μήκος του. Ένας μοναδικός, και μονολιθικός, τριτοπρόσωπος αφηγητής αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει την αφήγηση απ’ αρχής έως τέλους, ενώ η, περίπου, επανάληψη της τελευταίας φράσης καθεμιάς από τις ενότητες του δεύτερου μέρους στην αρχή της επομένης υπαινίσσεται μια κυκλική αφήγηση, αέναα επαναλαμβανόμενη, χωρίς ακριβές χρονικό σημείο αφετηρίας και τερματισμού, παραδομένη στην τυχαιότητα.

Στο τέλος και αφού όλα –το τσίρκο, η εχθρότητα, η στρατιωτική κατάληψη, η ωμή βία− έχουν δοκιμαστεί, ο Βάλουσκα βουβαίνεται, η μάνα του πεθαίνει, ο κύριος και η κυρία Έστερ ολοκληρώνουν το ρόλο τους. Ο κύκλος γέννηση-θάνατος επαναλήφθηκε ξανά, μια γέννηση κι ένας θάνατος χωρίς νόημα, και στο διάμεσό τους μια ζωή χωρίς νόημα κι αυτή. Τοποθετώντας στη θέση του Θεού το Χάος και αντικαθιστώντας την αρχή τάξης που προϋποθέτει ο πρώτος με την αποσπασματικότητα και την αταξία που συνεπάγεται το δεύτερο, ο Κρασναχορκάι, με τη Μελαγχολία της αντίστασης, μας προτείνει ένα βαρυσήμαντο μυθιστόρημα, που μας κάνει να στοχαστούμε ξανά τις πολύπλοκες εσωτερικές σχέσεις του τριπτύχου Λογοτεχνία - Νόημα - Πραγματικότητα.

Στίλβει η μετάφραση της Ιωάννας Αβραμίδου.

 

 

Γιώργος Ξενάριος

Συγγραφέας. Βιβλία του: Η πτώση του Κωνσταντίνου (1990), Οι δίδυμοι (1994), Σμιλεύοντας το φως (2001), Στην άκρη του κόσμου (2011).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά