Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Σε μόνιμη κατάκλιση με τον εαυτό

Κατηγορία Λογοτεχνία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία Κριτικές τεύχος 73
Ο Μισέλ Φάις αυτοφωτογραφίζεται. Ο Μισέλ Φάις αυτοφωτογραφίζεται. Μισέλ Φάις

 

Μισέλ Φάις, Lady Cortisol. Νουβέλα, Πατάκη, Αθήνα 2016, σελ. 125

«Σας μιλώ με το χέρι στην καρδιά. Δεν αντέχω την καθημερινή ενημέρωση. Οι στρατιώτες πάντα θα σκοτώνουν και θα σκοτώνονται, οι πολιτικοί πάντα θα ψεύδονται και θα αδιαφορούν για τους πολίτες, οι τραπεζίτες θα χαμογελούν μόνο όταν νιώθουν τις τσέπες τους γεμάτες, οι καλλιτέχνες, σταθερά, θα μπερδεύουν την πραγματικότητα που έχουν στο κεφάλι τους με την πραγματικότητα που υπάρχει έξω από το κεφάλι τους. Πέφτω για ύπνο με την προσδοκία, όταν ξυπνήσω, να βρω τα πράγματα πιο σταθερά, πιο αρραγή, δεν θα ήθελα να πω έξω από τον χρόνο, κι ακόμη περισσότερο αιώνια». Ποια είναι η Lady Cortisol που θέλει να μη ζει το δύστηνο παρόν κι όμως, αποτελείται από θραύσματα μνήμης του παρελθόντος, από φαντασίες αλλά κι από το ίδιο το δύστηνο παρόν; Και τι σχέση έχει με το συγγραφέα της; [ΤΒJ]

 

«να διακλαδωθώ, να συντονιστώ

με τη μοναχική πολυφωνία του πλήθους,

μήπως και κάποια στιγμή γίνω η σπασμένη,

θρυμματισμένη, ατονική μελωδία

του καθενός, του κανενός» (σ. 50).

Η κορτιζόλη, το κύριο φυσικό γλυκοκορτικοειδές που συντίθεται από τον φλοιό των επινεφριδίων, είναι μια ορμόνη με ιδιαίτερα κακή φήμη, αφού θεωρείται η κατ’ εξοχήν ορμόνη του φόβου, του πανικού αλλά και της κατάθλιψης. Σε περίπτωση που το στρες είναι στιγμιαίο (π.χ. όταν τρέχουμε να προλάβουμε το λεωφορείο ή όταν μιλάμε μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο) δεν υπάρχει πρόβλημα. Αλλά αν υπάρχει υπερκορτιζολισμός, δηλαδή χρόνια ανεβασμένη παραγωγή κορτιζόλης στο σώμα, σε περιόδους συνεχούς άγχους και στρες (όπως συμβαίνει στην κατάθλιψη αλλά και στη χρόνια έκθεση του εαυτού, και η συγγραφή είναι τέτοια περίπτωση), τότε η κορτιζόλη μπορεί να φθείρει τον οργανισμό, να προκαλέσει παρενέργειες, ακόμα και ασθένειες…

Το όνομα αυτής της ορμόνης φέρει κάποια στιγμή και η ηρωίδα του νέου «καχεκτικού μυθιστορήματος» του Μισέλ Φάις, ο οποίος επανέρχεται έπειτα από πολύ καιρό στη φόρμα της νουβέλας, πάλι στη φόρμα ενός μονολόγου… Και το βιβλίο αρχίζει ξαφνικά. Ο παραληρηματικός μονόλογος μιας απροσδιόριστης γυναικείας φωνής εγκαθιδρύει γρήγορα μια σχέση ερωτοαπαντητική με μια εξίσου απροσδιόριστη αντρική φωνή: «Ζείτε μόνη σας ή με τους γονείς σας;», «Είστε ή όχι μια γυναίκα του καιρού σας;» ή «Πέστε μου, κουράζεστε εύκολα ή δύσκολα;» Να ένα δείγμα από το αδιάκριτο, αμφίθυμο και χαοτικό ερωτηματολόγιο του ερωτώντος.

Αλλά, αλήθεια, ποιος είναι αυτός που «γεννήθηκε, υπάρχει όσο υπάρχει και θα σβήσει με μια ερώτηση στα χείλη» (σ. 10); Και φυσικά ποια είναι αυτή η «χωρίς είδωλο στον καθρέπτη» που αναμένει πότε θα αισθανθεί «πιο ανοιχτή, πιο εξομολογητική, ίσως και πιο δυνατή» και θα πατήσει πιο «γερά στα πόδια της» (σ. 9) και η οποία κατά περίπτωση μας συστήνεται ως «απαντησομηχανή», «έκζεμα», «κουτσή μπαλαρίνα», «αστεία πληγή» και κάποια στιγμή, όπως είπαμε, ως «Lady Cortisol» ή και χαϊδευτικά «Corti»;

Ήδη, από την αρχή, οι απαντήσεις που δίνει, ή, οι απαντήσεις που σκέφτεται να δώσει, ξετυλίγουν διαφορετικές ιστορίες που συγκρούονται μεταξύ τους, αν δεν αλληλοακυρώνονται. Για παράδειγμα, οι γονείς της είναι μακαρίτες εδώ και χρόνια ή μένει με την κατάκοιτη μητέρα της; Ή μήπως στην εναρκτήρια ερώτηση (που θυμίζω ήταν η εξής απλή «Ζείτε μόνη σας ή με τους γονείς σας;») η απάντηση της ήταν το ρητορικό ερώτημα: «κατά μία έννοια δεν μένουμε πάντα με τους γονείς μας ακόμα και όταν έχουν πεθάνει;»

Τι από όλα αυτά έφτασε πράγματι ή φτάνει στο επίπεδο της ρηματοποίησης και τι παραμένει σχεδιασμένο στο νου ως πιθανή –μη ρηματοποιημένη– απάντηση στις πιθανές ή πραγματικές ερωτήσεις δεν ξεκαθαρίζεται. Τα πάντα ενσωματώνονται στον αδηφάγο λόγο της μονολογίστριας. Και ενώ η θολούρα στο μυαλό της δεν έχει ακόμα κατασταλάξει, κάτι που εξ άλλου συμβαίνει και στο μυαλό του αναγνώστη, να σου και η επόμενη, ή, καλύτερα οι επόμενες ερωτήσεις σε καταιγιστικό ρυθμό: «Συνηθίζετε να κρατάτε ημερολόγιο;», «Όταν αρχίζετε κάτι, συνήθως το ολοκληρώνετε ή όχι;», «Είστε σταθερή, ασταθής ή αταξινόμητη στην ερωτική σας ζωή;»

Αυτός που ρωτά, εικοσιπεντάρης, σαραντάρης ή και πενηντάρης, «ένα σημεραυαριοχθες ταυτόχρονα», γι’ αυτό και κάποιες στιγμές αναπνέει λες και «είναι φασκιωμένος στα σπάργανα ή γδυτός στο κιβούρι;» (σ. 20), δυσκολεύεται και βαριανασαίνει, άλλοτε αυνανίζεται ή σκυλοβαριέται, κάποτε θέλει να βαρέσει το κεφάλι του στον τοίχο ή βήχει, ρεύεται και φυσάει τη μύτη του.

 

 

ΜΙΑ ΞΕΣΑΛΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΕΝΕΣΤΩΤΑ

Απέναντί του, πλήρως αποσυντονισμένη, αγχωμένη και αποδιοργανωμένη, χωρίς προσδοκίες ή αναμνήσεις στον ορίζοντά της, παλεύοντας με το «βέλος του χρόνου», «μια ξεσαλωμένη του ενεστώτα», η οποία κατατρώγεται κυριολεκτικά με τα ρούχα της, δηλαδή, όλα αυτά τα «τριχοειδή» και «απειροελάχιστα» που καταστρέφουν μια ζωή (μια σειρά από «υποσημειώσεις, αστερίσκους και υπομνηματισμούς του υπομνηματισμού»). Άλλοτε ακάματη, αν και κατά περιόδους πολύ κουρασμένη, φυσικά, αφού υπάρχουν: «κοπώσεις και κοπώσεις, κοπώσεις των κοπώσεων και κοπώσεις χωρίς κοπώσεις, οι οποίες είναι και οι πιο κοπιαστικές, όπως αυτές οι ύπουλες, αναίτιες κοπώσεις χωρίς φύτρα, που έρχονται από το πουθενά και πάνε στο πουθενά… τσαφ τσαφ τσαφ» (σ.17).

Τι να πιστέψει κανείς σε αυτή την αντιπαράθεση; Από πού να αγκιστρωθεί; «Χωρίς ανάσα αυτός, χωρίς ανάσα αυτή» (σ. 23), χωρίς πνοή και ο αναγνώστης που αρχίζει να λαχανιάζει μαζί τους σε μια αδιανόητη τρεχάλα. Στην «ερωτησομηχανή του ερωτώντος» μόνο «η απαντησομηχανή της αποκρινόμενης μπορεί να αντιπαρατεθεί» (σελ. 35).Και οι ερωτήσεις πέφτουν σαν το χαλάζι: «Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι ενδέχεται, ότι είναι πιθανόν να σας συλλάβουν για κάτι που δεν έχετε καμία σχέση, για κάτι που δεν έχετε διαπράξει;» ή «Προτιμάτε να περπατάτε στην εξοχή ή στην πόλη;»

Και ενώ ο μονόλογος διαρκώς μεταμορφώνεται, θυμίζοντας διαδοχικά ψυχιατρική συνεδρία, ανακριτική συνθήκη και πειραματικό εργαστήριο που βγήκε από σκοτεινό μελλοντολογικό-δυστοπικό μυθιστόρημα, τα πρόσωπα χάνουν προοδευτικά τα όποια τους περιγράμματα, ακόμα και το φύλο τους, και οι ρόλοι αντιστρέφονται. Αντικριστοί καθρέφτες στήνονται αναδιπλασιάζοντας τα είδωλα των δύο πρωταγωνιστών, πολλαπλασιάζοντας τις ιστορίες τους, συμπλησιάζοντας, τέλος, επικίνδυνα μορφές και φωνές, που τείνουν στην αλληλοϋποκατάσταση. Ο πυρετικός θεατρικός μονόλογος εξελίσσεται σε φάρσα απόγνωσης και υπαρξιακό θρίλερ. Η υποψία της αρχής επιβεβαιώνεται: το «μόνο σταθερό, αδιαπραγμάτευτο και αμετακίνητο σημείο» είναι «ο λαβύρινθος του αυτιού του ερωτώντα» (σ. 29). Τι ακριβώς συμβαίνει; Περί τίνος πρόκειται; Παραισθητική ή μεταφυσική εμπειρία; Εξωσωματική εμπειρία ή παιχνίδισμα του εαυτού, αποτέλεσμα, ίσως, ενός κλονισμού του υποκειμένου, ή του «χημικού πολέμου» (σ. 107) όπου σεροτονίνη, νορεπινεφρίνη και αδενοσίνη αντιμάχονται για το πού θα πάει τελικώς η «ιστορία της κατάκλισης με τον εαυτό»; Ή μήπως απλώς ένα όνειρο;

Όσο για την Corti, η οποία ξεκίνησε ως χαρακτήρας που ξεπήδησε από τσεχωφική τραγικοκωμωδία («μια νέα Μάσα με μπαλτά»), γρήγορα θα μεταμορφωθεί σε δραπέτη από εργαστήρι μελλοντολογικού θρίλερ (ως Συνδεδεμένη 7591), για να καταλήξει, στο τέλος, «πρωταγωνιστής σκοτεινής φάρσας που πέφτει και ξαναπέφτει στο καθαρό ίσωμα, αθλητής που σπάει τα πνευμόνια του τρέχοντας καθηλωμένος στο ίδιο σημείο (σ.108).

Καταλαβαίνουμε πού οδεύει, με περίτεχνες σταυροβελονιές, άλματα και αναπαλμούς, στροφές και αντιστροφές, και με έναν κόμπο στο στομάχι το σπαραχτικό αυτό κείμενο, το γεμάτο «ρετάλια ιστοριών», «ράκη αναμνήσεων», «θρύμματα ονείρων», «ξεκλίδια ασυνάρτητων ζωών» ή «Θέλετε», όπως ρωτάει η ηρωίδα, «και άλλες λεπτομέρειες; Δεν σας αρκούν αυτά τα κομμάτια και θρύψαλα;»(σ. 43). Όλοι θα αποδειχτούν σκιές, είδωλα ειδώλων, μισοφώτιστες υπάρξεις αυτής της γκρίζας ζώνης της εσώτερης μυστικής ζωής του καθενός μας. Και η γυναικεία φωνή, κουρδισμένη στην άνευρη, άψυχη τονικότητα του εαυτού της θα σχολιάσει: «Ούτε ερωτηματολόγιο υπάρχει. Αυτός είναι η πρώτη ερώτηση. Και η τελευταία. Η ερώτηση της ερώτησης» (σ. 117).

Ωστόσο, ας:

Μην το ζαλίζουμε και μην μακρηγορούμε. Σε ερωτήσεις που διψούν για απαντήσεις ή λαχταρούν να μεταμορφωθούν σε άλλες ερωτήσεις. Απαντάς. Ακόμη και σε υποψίες ερωτήσεων, ερωτήσεις πριν σπάσουν ακόμη το αυγό τους, πριν γίνουν καν ερωτήσεις. Γιατί αν δεν απαντάς, αν δεν απαντήσεις μπαίνεις στο λαγούμι του τυφλοπόντικα. Στο υποχθόνιο, μαιανδρικό σπίτι του ασπάλακα. Κι άντε να βγεις μετά από κει.

Ένας φαύλος κύκλος. Κι ο λόγος επιταχύνεται και γίνεται αγχώδης και πυρετικός, ωσάν η ταχύτητα της απάντησης να μπορούσε να προσπεράσει την ερώτηση και να φτάσει πρώτη στο τέρμα, Και το κείμενο, σπείρα που άνοιξε ξαφνικά και παρέσυρε τα πάντα μέσα του, κλείνει δαγκώνοντας την ουρά του. Η αρχική ερώτηση επαναλαμβάνεται, αλλά αυτή τη φορά θα μείνει αναπάντητη στο ατελεύτητο, με την ηρωίδα να ανασαίνει ρυθμικά σε μια προσπάθεια αυτοΰπνωσης, χαλάρωσης και ελέγχου της αναπνοής της: «Αφήνεις την ανάσα σου ελεύθερη; Την αφήνεις;» Να η τελευταία ερώτηση, ενός κειμένου το οποίο δεν γνωρίζει τέλος όπως δεν είχε ούτε αρχή.

 

 

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΤΟΥ

Πολλά ακόμα θα μπορούσε να πει κανείς για τη νουβέλα του Φάις, όπως αίφνης για την πολιτική (διάβαζε βαθιά ανθρωπολογική) διάσταση ενός κειμένου απόλυτα συντονισμένου με την ακραία και μεταβατική εποχή μας. Προλαβαίνω μόνο να αναζητήσω τη θέση της στο πολυποίκιλο έργο του πολύτροπου Φάις, ο οποίος έχει ορίσει, με κόπο και μόχθο, έναν ευδιάκριτα ιδιοσυγκρασιακό λογοτεχνικό χώρο και στο μάκρος μιας τουλάχιστον 15ετίας έχει αφήσει το ιδιαίτερο στίγμα του στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.

Πολλές φορές οι κριτικοί (του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου) έχουν υποστηρίξει ότι η μήτρα της πεζογραφίας του Φάις θα μπορούσε να αναζητηθεί στην Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (1984, αναθεωρημένη έκδοση, Πατάκη, 2005). Νομίζω ότι όλα τα βιβλία που ακολούθησαν προκύπτουν από τον «κύκλο» που σχεδίασε γύρω από τα πόδια του ο, νεαρός τότε, συγγραφέας-αφηγητής της αυτοβιογραφίας, επινοώντας, ευθύς εξ αρχής, ένα «πλαίσιο αφηγηματικής ηθικής» στην προσπάθειά του, να κάνει, ή, τουλάχιστον, να προσπαθήσει να ζωγραφίσει σε επάλληλες στρώσεις την αυτοπροσωπογραφία του στον καμβά. Έκτοτε, αυτό το σχέδιο υπηρετείται με αξιοθαύμαστη υπομονή και ακόμα πιο αξιοθαύμαστη επιμονή, αποδίδοντας πάντα αξιοπρόσεκτους λογοτεχνικούς, και αυτό έχει σημασία, ειλικρινείς, καρπούς.

Από την πολυδαίδαλη Αυτοβιογραφία θα προκύψουν, ως φυσικές προεκτάσεις, διηγήματα, μυθιστορήματα, αφηγήματα, κείμενα θρυμματισμένης πρόζας, αλλά και θεατρικά, όλα τους τμήματα ενός συνεκτικού, οργανικού συνόλου που αναπτύσσεται με φυγόκεντρες παραλλαγές. Ο εσωτερικός περίπατος στην παιδική ηλικία, που αποδεικνύεται από την αρχή εφιαλτικός, ανοίγεται προοδευτικά στην Ιστορία, στο έξω και, φυσικά, στον άλλον.

Δύο μόλις χρόνια πριν, με το θεατρικό Το παγκάκι του κανένα (Πατάκη 2014), ο Φάις έδινε σκηνική υπόσταση στο τεμαχισμένο «εγώ» της αυτοβιογραφικής συνθήκης, στο διχασμό της αυτοπαρατηρούμενης συνείδησης που προσπαθεί ν’ αυτοκαθοριστεί ετεροκαθοριζόμενη, ενώ, μόλις πέρυσι, με το Από το πουθενά (Πατάκη 2015) χρησιμοποιούσε την ψυχαναλυτική σκηνή ως mise en scene για μια ακόμα δραματουργία του ασυνειδήτου, μια ακόμα κατάδυση στις ατραπούς της αυτο- και ετερο-ψυχογράφησης.

Τα όρια του εαυτού του, αλλά και γενικά, τα όρια του ανθρώπου και της ανθρώπινης συνθήκης εξερευνά και εδώ ο Φάις. Οι δύο συγγενείς «χώροι», το θέατρο και η ψυχανάλυση, που προτάθηκαν διαδοχικά ως εναλλακτικοί δρόμοι για την εξερεύνηση της αυτοβιογραφικής συνθήκης, τώρα, χρησιμοποιούνται συνδυαστικά στη φόρμα της νουβέλας. Και ο Φάις συνεχίζει να σφυροκοπά άφοβα και ανελέητα το ίδιο κέντρο, μιλώντας ασταμάτητα για κάτι που αδιάλειπτα μεταμορφώνεται, διαρκώς παραμορφώνεται και επιστρέφει πάντα όμοιο και διαφορετικό: τον εαυτό του. Όποιος θελήσει να τον εντοπίσει θα πρέπει να ξεφυλλίσει προσεκτικά τα βιβλία του, όλα περίτεχνες, θεατρικές ασκήσεις ύφους, γεμάτα αναξιόπιστους αφηγητές. Κάπου θα συναντηθεί αναπάντεχα μαζί του.

Έτσι κι εδώ, όποιος ψάξει θα βρει καλά χωνεμένα όλα τα στάδια αυτής της επώδυνης διερεύνησης που αδρά περιέγραψα. Ο προσεκτικός αναγνώστης, για παράδειγμα, θα βρει στη σελίδα 37 της νουβέλας απόηχους από το Παγκάκι του καθένα, ή στη σελίδα 47 αντίλαλους από τη δική του Μεταμόρφωση, τη νουβέλα του Μαυρογύπα. Θυμίζω ότι από το μακρινό 2001 έχει να γράψει νουβέλα ο Φάις. Θυμίζω ότι η νουβέλα του Μαυρογύπα, δηλαδή το Aegypius Monachus (2001, αναθεωρημένη έκδοση, Πατάκη 2013) και Το παγκάκι του κανένα αποτελούν τα σημεία του περάσματος από το χειρόγραφο του εαυτού στην αυτοβιογραφία του πλήθους, η οποία περιγράφεται στο παρόν βιβλίο ως αγωνιώδης επιθυμία του αφηγηματικού υποκειμένου: «να διακλαδωθώ, να συντονιστώ με τη μοναχική πολυφωνία του πλήθους, μήπως και κάποια στιγμή γίνω η σπασμένη, θρυμματισμένη, ατονική μελωδία του καθενός, του κανενός» (σ. 50).

Όπως και να έχει, και η παρούσα νουβέλα αποτελεί μια σούμα της συγγραφικής πορείας του Φάις, ακόμα μια δραματοποίηση της «μοναχομουρμούρας» στο κεφάλι του καθενός μας, ακόμα ένα ανέβασμα επί σκηνής της «γλωσσοκοπάνας» με τον εαυτό μας, άλλον έναν διχασμό του κανενός, αποτέλεσμα του ίδιου συγγραφικού σχεδίου για τον αέναο παλίμψηστο υπομνηματισμό, για αυτά τα ατέλειωτα μαργινάλια στο χειρόγραφο του «εαυτού» και του «άλλου», στο οποίο έχει στρατευτεί, ψυχή τε και σώματι, ο Φάις. Θυμίζω και πάλι την εξαιρετική διατύπωση από τη νουβέλα του Μαυρογύπα:

Το αριστερό χέρι αναγκάζει το δεξί να γράψει. Το να γράφεις ότι δεν μπορείς να γράφεις, είναι ένας τρόπος να γράφεις […] και το δεξί υπακούει στο αριστερό. Δαρμένο σκυλί με την ουρά στα σκέλια. Έτσι κι αλλιώς πρόσωπο δεν υπάρχει. Περίπτωση να ισχύσει το ’να χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο αμελητέα» (Aegypius monachus, σ. 51).

 

 

ΡΟΛΟΙ

Με τα επίπεδα της κορτιζόλης επικίνδυνα αυξημένα στο αίμα μου, όπως, εικάζω, και στου αναγνώστη, τελειώνω τον ακατάσχετο μονόλογό μου όχι με ερώτηση αλλά με υποθέσεις εργασίας που διευρύνουν το ερμηνευτικό μας πεδίο και αναδεικνύουν και άλλες πτυχές του κειμένου…

Θυμίζω ότι η φιγούρα της μονολογίστριας μάς είχε προειδοποιήσει: «είμαι μια ξεσαλωμένη του ενεστώτα, ενός παρόντος ερωτευμένου παράφορα με τον εαυτό του. Ναι, αυτή είμαι». Ωστόσο, ο μοναδικός ενεστώς αυτής της ασώματης, τουλάχιστον δισυπόστατης, φιγούρας είναι η αυτοσκηνοθεσία· και μοναδική σταθερά της, η επιλογή ρόλων που μεταξύ τους βρίσκονται στους αντίποδες. Κάνοντας μικρά άλματα, που όμως το κείμενο υποστηρίζει, μια άλλη ανάγνωση θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι Αυτός, εκτός από συγγραφέας, είναι ο Λόγος, ο Πατέρας, ο Θεός, κι Αυτή είναι η Γραφή, η Κόρη, η Μητέρα, ο Άνθρωπος… Ρόλοι και πρόσωπα που ποτέ δεν βρίσκονται διαχωρισμένα αλλά πάντα συνυπάρχουν εσωτερικά διχασμένα, αφού ανά δυάδες και κατά περίπτωση περιέχονται ταυτόχρονα μέσα στη φιγούρα που διαρκώς αυτοδιαιρείται και διαρκώς αυτοαναλύεται. Η ίδια εξ άλλου έχει απόλυτη συνείδηση, όπως στην έκλαμψη της σελίδας 81, όπου αποκαλύπτονται όλες οι πιθανές σχέσεις ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές και το υπαρξιακό τους στάτους.

Τέλος, κάποιος άλλος, εξ ίσου βάσιμα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η φιγούρα αυτή είναι η Ιστορία, μια ιστορία, μια οποιαδήποτε ιστορία, εδώ, μάλιστα ίσως «η ιστορία των ερωτήσεων» (σ. 54). Τότε η νουβέλα, τα στάδια συγγραφής της οποίας μοιάζουν με τα συμπτώματα της κατάθλιψης, θα μπορούσε να διαβαστεί ως ένα αυτοαναφορικό κείμενο που δραματοποιεί το πώς η συγκεκριμένη ιστορία γίνεται το βιβλίο που τιτλοφορείται Lαdy Cortisol αλλά θα μπορούσε, όπως προτείνεται, εξ ίσου πιθανώς, να λέγεται «”Συνέντευξη με μια νεκρή”, “Κάποιος να τους πονέσει”, “Αυτά που πέφτουν”, “Ιστορίες χωρίς ιστορία”, “Τελευταία πράγματα”, “Το δωμάτιο του κανένα”, “Θεωρία της κούρασης”, “Καμένο βιολετί”» (σ. 97). Στο αυτοαναφορικό κείμενο αυτής της εκδοχής, η Lady Cortisol ως χαρακτήρας, φορέας, δηλαδή, μιας ιστορίας, ερωτάται από τον συγγραφέα. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας «ανακρίνει» το υλικό του που δεν αποτελείται φυσικά παρά από είδωλα και απεικάσματα  δικών του εμπειριών.

Αλλά αυτό φυσικά είναι μια άλλη ιστορία – ή, για την ακρίβεια, άλλες ιστορίες…

 

 

 

Αριστοτέλης Σαΐνης

Φιλόλογος, κριτικός και μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Συνεργάζεται συστηματικά με την Εφημερίδα των Συντακτών.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά