Slideshow

Μέτωπο κατά της βίας

Η βίαιη επίθεση και ο ξυλοδαρμός του Γιάννη Μπουτάρη πρέπει να λειτουργήσει ως η θρυαλλίδα που θα βάλει ένα τέλος στην κανονικοποίηση και στην υποστήριξη της βίας. Χρειάζεται να δημιουργηθεί ένα ξεκάθαρο πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο κατά της βίας και των δύο άκρων. Το κράτος, αν θεωρεί πως έχει ακόμη λόγο ύπαρξης, πρέπει να αντιμετωπίσει τη βία δυναμικά.

Θρησκείες σε εκκοσμικευμένες κοινωνίες

Μία απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας με βαρύτατο διακύβευμα: σκέψεις με αφορμή την εκδήλωση «Το μάθημα των Θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης απόφασης 660/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας» στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (ΔΣΑ).

Ενάντια στις ανθεκτικές μυθολογίες γύρω από το Μακεδονικό

Κωστής Καρπόζηλος - Δημήτρης Κ. Χριστόπουλος, 10+1 ερωτήσεις και απαντήσεις για το Μακεδονικό, Πόλις, Αθήνα 2018, 96 σελ. Τελικά η Μακεδονία δεν είναι ελληνική; Είναι. Η ελληνική Μακεδονία είναι ελληνική. Αλλά στη διαμάχη για το όνομα της γειτονικής χώρας, που την αποκαλούμε είτε με το όνομα της πρωτεύουσάς της, Σκόπια, είτε με το αρκτικόλεξο (πΓΔΜ) της προσωρινής ονομασίας: πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, η Ελλάδα δεν έχει δίκιο. Ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος παραδίδουν ένα ευσύνοπτο και πολύ χρήσιμο βιβλίο για ένα ζήτημα που δεν θα υπήρχε αν δεν το είχε καλλιεργήσει ο ελληνικός εθνικισμός. [ΤΒJ]   Η τέχνη της προσέγγισης του μεγάλου αναγνωστικού κοινού δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Είναι όμως μια τέχνη πάντοτε αναγκαία, όταν ο ιστορικός και ο πολιτικός επιστήμονας καλούνται να παρέμβουν στα δημόσια πράγματα της εποχής τους προκειμένου να προσδιορίσουν όσες χρόνιες παθογένειες ταλανίζουν την κοινωνία τους και να τις ανασκευάσουν. Ένα τέτοιο απαιτητικό εγχείρημα δοκιμάζουν να φέρουν σε πέρας ο Κωστής Καρπόζηλος και ο Δημήτρης Χριστόπουλος, συζητώντας το Μακεδονικό Ζήτημα στον απόηχο των τελευταίων συγκεντρώσεων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Σε αυτήν την προσπάθεια, όπου η ιδιότητα του πολίτη ευθυγραμμίζεται με τις μέριμνες του επιστήμονα, οι δύο συγγραφείς αναγνωρίζουν εξ αρχής τις οφειλές τους και υποδεικνύουν το νήμα που τους συνδέει με «όσες και όσους άρθρωσαν έναν λόγο τεκμηριωμένο και κριτικό σχετικά με το Μακεδονικό την κρίσιμη δεκαετία του ’90». Αν όμως τα πολιτικά αντανακλαστικά και οι παρεμβάσεις της προοδευτικής διανόησης, από τότε μέχρι σήμερα, οριοθετούν ευκρινώς το πεδίο εντός του οποίου κινείται το βιβλίο, ποια μορφή λόγου είναι σε θέση να υπηρετήσει τις ζητήσεις και τις προτεραιότητες που αυτή η κληρονομιά υπαγορεύει; Η επιλογή της μικρής, μετρημένης φόρμας, δηλαδή οι «10 συν 1 ερωτήσεις και απαντήσεις» που δηλώνει ο τίτλος, δείχνουν να ανταποκρίνονται ιδανικά στους στόχους της ιστορικο-πολιτικής γραφής. Η επιχειρηματολογία αναπτύσσεται κλιμακωτά στη βάση αριθμημένων μικρών ενοτήτων, οι οποίες διαδέχονται λογικά η μία την άλλη, επιτυγχάνοντας στο τέλος μια συνολική ενότητα. Οι ερωτήσεις στην αρχή κάθε κεφαλαίου δίνουν την αίσθηση ενός σταδιακά αναπτυσσόμενου ανοικτού διαλόγου, όπου η απάντηση αναλαμβάνει να εκθέσει την επικρατούσα κάθε φορά άποψη και έπειτα να την αναιρέσει μεθοδικά. Την πραγμάτευση του ακανθώδους θέματος διευκολύνει το συνειδητά επιλεγμένο απλό ύφος, συναρμόζοντας γόνιμα τη σαφήνεια με τη ζωντάνια. Δεν πρόκειται όμως μόνο για ζήτημα δομής και γλώσσας. Οι συγγραφείς ζητούν προγραμματικά την καλή προαίρεση και την αναστοχαστική διαθεσιμότητα του αναγνώστη, την ενεργή δηλαδή εμπλοκή και συμμετοχή του στη συνομιλία, αποφεύγοντας με τον τρόπο αυτό τον μεγάλο σκόπελο της διαφωτιστικής υπεροψίας και του άχαρου διδακτισμού. Το βιβλίο απευθύνεται σε εκείνους τους «πολίτες που θέλουν να αναμετρηθούν με την […] θλιβερή μονοτονία για το Μακεδονικό στη δημόσια συζήτηση» και είναι διατεθειμένοι να αντιπαρέλθουν τους «δικούς τους μύθους». Άλλωστε πρόκειται για ένα εγχείρημα γραμμένο σε τόνο μαχητικό, όχι όμως aprioriδιχαστικά πολεμικό, με κύρια επιδίωξη να είναι αποτελεσματικό για την κατίσχυση της νηφαλιότητας και της λογικής∙ με άλλα λόγια, ένα εγχείρημα πυροσβεστικό απέναντι στα επικίνδυνα συλλογικά πάθη και τραύματα που αναβιώνει ο σημερινός εθνικισμός. Καθώς, λοιπόν, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος, αποβλέπουν σε μια «θεραπευτική λειτουργία» (σελ. 14) ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι δυσκολίες με τις οποίες βρέθηκαν αντιμέτωποι. Έτσι, επισημαίνουν τη ρευστότητα της γενικής ρητορικής για το Μακεδονικό, τον ουσιαστικά ανορθολογικό της χαρακτήρα, αφού «παρακολουθώντας προσεκτικά τα πρόσφατα συλλαλητήρια, διαπιστώσαμε ότι ελάχιστα ήταν τα επιχειρήματα τόσο των συγκεντρωμένων, όσο και των ομιλητών. Αυτό που κυριαρχούσε ήταν το αίσθημα της “προδοσίας”, της καταγγελίας της, και της εθνικής υπερηφάνειας, δίχως όμως να τεκμηριώνεται το πού ακριβώς εδράζεται αυτή» (σελ. 10). Προκειμένου να αντιπαρέλθουν την ισχύ μύθων, ικανών να «κατασκευάζουν μια πραγματικότητα, η οποία στη συνέχεια αναπαράγεται ως τέτοια, χωρίς κανείς να ασχολείται με τον πυρήνα της» (σελ. 11), εξηγούν τη στρέβλωση που ενυπάρχει στον θεολογικής υφής ορισμό των λεγόμενων «εθνικών θεμάτων», έναντι των οποίων ο εθνικός λόγος δεν αναγνωρίζει κανέναν νόμιμο αντίλογο.     Περί εθνών και εθνικισμού Στην αποδόμηση ισχυρών στερεοτύπων, πχ. πως τα «πνευματικά δικαιώματα» των Eλλήνων επί της αρχαίας Μακεδονίας εξασφαλίζουν στην Ελλάδα το μονοπώλιο της σημερινής χρήσης του ονόματος ή πως «η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική», οι δυο συγγραφείς αποφεύγουν προσεκτικά την επιστημονικοφανή διάλεκτο. Προφανώς όμως δεν αποφεύγουν καθόλου να αξιοποιήσουν τις κατακτήσεις της σύγχρονης ιστορικής και πολιτικής επιστήμης. Αντίθετα, εκλαϊκεύουν με την πιο διαυγή διατύπωση τις σύγχρονες θεωρίες περί εθνών και εθνικισμού, όταν εξηγούν: Το έθνος είναι η πολιτική κοινότητα που σφυρηλατεί την αλληλεγγύη της πάνω στην ανάγκη της στέγασής της σε ένα κράτος. Το κράτος, το εθνικό κράτος από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, είναι το ιστορικό σπίτι του έθνους. Έτσι εξηγείται γιατί τα έθνη, αυτά τα προϊόντα της πολιτικής νεωτερικότητας, δεν υπήρχαν –και σίγουρα δεν υπήρχαν με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε εμείς– ούτε στην Αρχαιότητα ούτε στον Μεσαίωνα. […]. Το σύγχρονο ελληνικό έθνος αναδύεται μέσα από το αίτημα της συστέγασης σε μια κρατική οντότητα –σχηματικά, ας πούμε από τα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτό, όμως, δεν συνιστά ελληνική ιδιαιτερότητα∙ ισχύει για όλους. (σελ. 35-36) Ακριβώς πάνω σε αυτό το κεκτημένο της αλλαγής επιστημολογικού παραδείγματος, ο Καρπόζηλος και ο Χριστόπουλος αντιπαρέρχονται τη διάχυτη φιλολογία περί «ανύπαρκτου» μακεδονικού έθνους. Χωρίς να βαρύνουν το βιβλίο με εξειδικευμένες παραπομπές που δεν ταιριάζουν στη γενική φιλοσοφία του, συνοψίζουν και αξιοποιούν την πλούσια βιβλιογραφία για το Μακεδονικό για να αποσαφηνίσουν μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα. Η σταδιακή ανάδυση της μακεδονικής ταυτότητας από τον ύστερο 19ο αιώνα και η μετέπειτα ενίσχυσή της στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας, με την ίδρυση της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, δεν την καθιστά λιγότερο πραγματική από οποιαδήποτε άλλη εθνική ταυτότητα. Το ίδιο ισχύει και για τη μακεδονική γλώσσα, η οποία συλλήβδην υποβαθμίζεται στην τρέχουσα αντίληψη ως «διάλεκτος». Η απόρριψη του μακεδονικού έθνους ως «τεχνητού» έχει ως αφετηρία της την ιστορική και καθολική άρνηση της Ελλάδας να αναγνωρίσει την ύπαρξη μειονοτικών κοινοτήτων στο εσωτερικό της, ενώ οι περιφρονητικές αναφορές στο «κρατίδιο των Σκοπίων» και οι εσφαλμένες καταγγελίες περί «αλυτρωτικού συντάγματος» απλώς δυναμιτίζουν την καλή γειτονία και τη σταθερότητα στην περιοχή, τροφοδοτώντας εκατέρωθεν το εθνικιστικό μίσος. Σήμερα όμως, μετά από είκοσι πέντε χρόνια διαπραγματεύσεις, δεν υπάρχουν πια περιθώρια για τις κίβδηλες βεβαιότητες της εθνικής μας μυθολογίας. Η τελευταία ερωταπόκριση είναι αφοπλιστική στην αμεσότητα και την καθαρότητά της. «Δηλαδή, δεν έχει δίκιο η Ελλάδα;» Όχι, δεν έχει. (σελ. 83) Το θέμα πρέπει να λυθεί και η ελληνική κοινωνία να επικεντρωθεί «σε κάτι που αξίζει τον κόπο», στη συζήτηση δηλαδή του μέλλοντός της στον 21ο αιώνα (σελ. 21). Οι 10 συν 1 ερωτήσεις για το Μακεδονικό, αξιοποιώντας στο έπακρο τον μικρό αριθμό σελίδων τους, ανταποκρίνονται με επιτυχία στην προγραμματική τους λογική. Το βιβλίο, προσεκτικό και καλοδουλεμένο, πατάει γερά σε όσα έχουν ήδη κερδηθεί στη θεωρία, την ιστοριογραφία και την πολιτική σκέψη, εκφράζοντας τελικά μια ώριμη αυτοπεποίθηση: Σε αυτό το δυσάρεστο τοπίο, διαβλέπει κανείς σήμερα μια ελπίδα. Αν, το 1992, η αίσθηση ότι η Ελλάδα έχει απόλυτο δίκιο ήταν κυρίαρχη, σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Σήμερα είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς τα σχολεία να κλείνουν με εντολή του Υπουργείου Παιδείας και τους μαθητές να μεταφέρονται σε συγκεντρώσεις ανεμίζοντας ελληνικές σημαίες […] Τότε η μη επίλυση του Μακεδονικού διαπερνούσε το σύνολο του πολιτικού φάσματος και συγκροτούσε τον βασικό πυρήνα της εξωτερικής μας πολιτικής. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. […] Σταδιακά, όμως, απαλλασσόμαστε από το βάρος του. Βασανιστικά και αργά, θα πουν κάποιοι. Ίσως. Πάντως, οι καιροί αλλάζουν. Και αυτό μας επιτρέπει να ελπίζουμε. (σελ. 87-88, 93)   Μια τέτοια αισιοδοξία, δεν παραβλέπει φυσικά καθόλου πως πάρα πολλά μένουν ακόμα εκκρεμή. Ο εφησυχασμός δεν συνιστάται σε καμία περίπτωση. Η επίγνωση όμως πως η ελληνική πραγματικότητα διαθέτει πλέον ανοικτά μονοπάτια ώστε να διαφύγει τα βαρίδια του παρελθόντος καθιστά αταίριαστη κάθε πεσιμιστική υπερβολή. Κι αν αυτή αποφεύγεται, αποφεύγεται σωστά, κατά τη γνώμη μου∙ ακριβώς επειδή σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή τίποτα δεν υπήρξε εύκολο ή αυτονόητο.    

Κυριάκος σε ρόλο ΓΑΠ;

O Αλέξης Τσίπρας είναι εγκλωβισμένος σ' ένα μπούνκερ. Ξέρει πως άμα βγει έξω τέλειωσε (από τους δικούς του πρώτα). Οπότε, μένει μέσα και περιμένει. Τι περιμένει, ούτε αυτός ξέρει. Το 2015 η ελληνική οικονομία υπέστη ένα καίριο πλήγμα. Θα θεραπευτεί κι αυτό, όπως όλα θεραπεύονται μια μέρα. Όχι όμως στους χρόνους που απαιτούν τα προγράμματα και αναμένουν οι θεσμοί. Η Ελλάδα θέλει χρόνο για να κάνει restart. Κι από πίσω, έρχεται ο Κυριάκος...
Σελίδα 1 από 2