Κυριακή, 01 Δεκεμβρίου 2013

Θέλουμε πράγματι ένα ανοιχτό Πανεπιστήμιο;

Κατηγορία Editorials
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Όσο περνούν οι ημέρες, όλο και πυκνώνουν οι φωνές που ζητούν να ανοίξουν άμεσα ΕΚΠΑ και ΕΜΠ, τα πιο εμβληματικά ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας. Το θέλουμε όμως πράγματι αυτό; Ή για να το θέσουμε διαφορετικά: είναι αυτό που πράγματι θέλουμε ως κοινωνία και κυρίως ως φορολογούμενοι πολίτες; Θέλουμε να ξανανοίξουν τα ίδια πληγωμένα κτήρια και να συνεχιστεί η εκπαιδευτική διαδικασία όπως και πριν, σαν να μη συνέβη τίποτε; Θέλουμε να ανοίξουν ΕΚΠΑ και ΕΜΠ με τις ίδιες παθογένειες που τα οδήγησαν σ’ αυτή την απελπιστική κατάσταση; Θα ικανοποιηθούμε άραγε με μία απλή «νομοθετική τακτοποίηση» των εξαμήνων και των εξεταστικών; Πιο σημαντικό ακόμη: είμαστε βέβαιοι ότι οι κινητοποιήσεις δεν ήταν απλώς και μόνον η κορυφή του παγόβουνου; Έχουν εκλείψει οι αιτίες παρακμής του δημοσίου πανεπιστημίου; Ποιοι ευθύνονται για την επικράτηση μιας «εργασιακής ηθικής» που δεν βλέπει τίποτε κακό στο κλείσιμο ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, χωρίς κάποια πρόνοια για την τοποθέτηση προσωπικού ασφαλείας, προκειμένου να εξασφαλιστεί τουλάχιστον η συνέχιση της διδασκαλίας; Ποιο σύστημα παρήγαγε πανεπιστημιακές ηγεσίες που θεωρούν σχεδόν φυσιολογικό το πάγωμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας επί μήνες τώρα; Ποιο, τέλος, το αίσθημα ευθύνης ενός υπουργού, ο οποίος αποφασίζει να αντιδράσει δυναμικά... ύστερα από δύο μήνες και να ρίξει γέφυρες διαλόγου λίγο πριν από το χείλος του γκρεμού; Μόνον ίσως ο ποιητής βλέπει την αλήθεια εδώ: «βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο»· κι ας μην αναζητούμε τον «τέταρτο καλό», «οι κραταιοί θεοί» δεν θα μας τον δώσουν.  

Είναι καιρός πια να σταθούμε λίγο αποστασιοποιημένα απέναντι στις εξελίξεις και να δούμε τις βαθύτερες ρίζες του προβλήματος. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 και μετά, η ανωμαλία στα ελληνικά πανεπιστήμια έγινε κανονικότητα, έγινε φυσιολογική. Όλα σχεδόν τα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας –άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο–, αλλά και το υπουργείο Παιδείας, συμφιλιώθηκαν σταδιακά με αυτή την κανονικότητα. Καταλήψεις, προπηλακισμοί, τραμπουκισμοί, φθορές δημόσιας περιουσίας, γενικότερη ανομία, κομματοκρατία, συνδιαλλαγή, απώλειες εξεταστικών –...αλλά και διπλές, τριπλές, τετραπλές εξεταστικές–, και άλλα εκφυλιστικά φαίνομενα, καλλιέργησαν το έδαφος για το σήμερα, για τον σιωπηλό βρυχηθμό της μεταπολιτευτικής ανεμελιάς: «Ε καλά τώρα, δεν χάθηκε κι ο κόσμος να μείνουμε μερικές εβδομάδες κλειστοί...» Ένας βρυχηθμός που προέρχεται, τι ειρωνία κι αυτή, από τους υπερασπιστές του «δημόσιου πανεπιστημίου», οι οποίοι με εφ’ όπλου λόγχη αναμένουν να φανεί στον ορίζοντα ο προαιώνιος, φαντασιακός εχθρός: τα «ιδιωτικά πανεπιστήμια». Μάταια όμως αναμένουν· κι έτσι μαραζώνουν πάνω σε ερείπια που οι ίδιοι δημιούργησαν, κραδαίνοντας ως άλλο φύλλο συκής τις διάφορες, ευτυχώς υπαρκτές ακόμη, νησίδες αριστείας.  

Το ερώτημα αναδιατυπώνεται: θέλουμε να ανοίξουν ΕΚΠΑ και ΕΜΠ για να συνεχιστούν οι ίδιες καταστάσεις ή μήπως, αντιθέτως, θα πρέπει να δούμε την πρόσφατη κρίση στα ΑΕΙ ως ευκαιρία για μία πραγματική και εκ βάθρων ανασυγκρότηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, δηλαδή ως ευκαιρία για μία ταχεία υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που τόσο έχει ανάγκη ο χώρος; Μιλάμε εδώ πρωτίστως για μία ουσιαστική αναδιάταξη ολόκληρου του χάρτη των ΑΕΙ-ΤΕΙ, κατά το σχέδιο «Αθηνά», όπως αυτό είχε στην αρχική του μορφή και δυστυχώς τορπιλίστηκε από ΑΕΙ-ΤΕΙ, αλλά και από την νυν ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Αν η τελευταία είχε δράσει τότε με αποφασιστικότητα και δεν είχε υποκύψει στα πελατειακά συμφέροντα, θα είχε ήδη επιτύχει τον εξορθολογισμό της συνολικής δομής των ΑΕΙ-ΤΕΙ και το υπουργείο θα γνώριζε πια επακριβώς τις στελεχιακές ανάγκες κάθε σχολής ή τμήματος, αποφεύγοντας έτσι τον αιφνιδιασμό και τις προχειρότητες του περασμένου Αυγούστου. Μιλάμε, επίσης, για μία αξιολόγηση όλων των φορέων της εκπαιδευτικής κοινότητας, κυρίως με επιτάχυνση και ενίσχυση του έργου της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (Α.ΔΙ.Π.). Μιλάμε, τέλος, για μία επαναφορά των αρχικών ρυθμίσεων του «νόμου Διαμαντοπούλου» (Ν. 4009/2011) σχετικά με τη δυνατότητα στελέχωσης των πρυτανικών και κοσμητορικών αρχών από «εξωτικούς», ανθρώπους δηλαδή με εμπειρία ιδίως στη διοίκηση και την αναζήτηση πόρων, έτσι ώστε αφ’ ενός να εκλείψουν οριστικά τα φαινόμενα συνδιαλλαγής, με όλα τα συμπαρομαρτούντα τους, αφ’ ετέρου να αφεθούν οι πανεπιστημιακοί απερίσπαστοι στο διδακτικό και ερευνητικό έργο τους.

Δυστυχώς, φαίνεται ότι ο υπουργός Παιδείας έπεσε θύμα των δικών του επιλογών. Αν δεν είχε νερώσει τον «νόμο Διαμαντοπούλου», ίσως να μην είχαμε φτάσει εδώ σήμερα και οι περικοπές σε διοικητικό προσωπικό να είχαν γίνει με πολύ ηπιότερο τρόπο· η κατάσταση μοιάζει εδώ με το ασφαλιστικό: κάθε προηγούμενη λύση ήταν καλύτερη.

Πανεπιστημιακή και πολιτική ηγεσία της χώρας ίσως θα πρέπει να τολμήσουν άμεσα τις πιο πάνω μεταρρυθμίσεις, έστω και αν αυτό σημάνει μία περαιτέρω καθυστέρηση στο άνοιγμα ΕΚΠΑ και ΕΜΠ. Εδώ που φτάσαμε πλέον, απαιτούνται θυσίες από όλους, ακόμη και από τους ίδιους τους φοιτητές, εφόσον ενδιαφέρονται για το καλό του συνόλου, και όχι μόνο για μία «εμβόλιμη» εξεταστική – η οποία άλλωστε, δίχως αμφιβολία, οδηγεί σε υποβάθμιση του πτυχίου τους. Διαφορετικά, αν ακολουθήσουμε και πάλι την πεπατημένη, θα παραστούμε μάρτυρες μιας ακόμη μεταπολιτευτικής παρωδίας: εξάμηνο πέντε-έξι εβδομάδων και πενταπλή εξεταστική. Άλλη μία κρίση θα έχει ξεπεραστεί, ο υπουργός θα έχει μείνει στη θέση του και το πραγματικό πρόβλημα θα έχει κρυφτεί κάτω απ’ το χαλί. Μέχρι να έρθει ο τελικός λογαριασμός για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, κι ασφαλώς για την κοινωνία μας συνολικά.

The Books' Journal

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά