Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

 Η απόσταση από το Ζαγκόρσκ στην πόλη Αλεξάντροφ είναι περίπου 70 χιλιόμετρα, από έναν επαρχιακό κακοσυντηρημένο δρόμο. Aυτό όμως δεν μας πτόησε. Για να διασχίσουμε αυτή τη διαδρομή χρειαστήκαμε περίπου δύο ώρες κι έτσι φτάσαμε έξω από τα τείχη του Κρεμλίνου της πόλης Αλεξάντροφ.

Η πρόσφατη βράβευση με το Νόμπελ λογοτεχνίας της Σβετλάνα Αλεξιέβιτς προκάλεσε μεγάλα πάθη στη Ρωσία, αλλά και σε όλο τον ρωσόφωνο μετασοβιετικό χώρο των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, όπου υπάρχουν μεγάλες κοινότητες Ρώσων. Εξ ίσου μεγάλα ήταν τα πάθη που προκάλεσε και στον δυτικό κόσμο, με υπερασπιστές και κατήγορους της απόφασης, ενώ στην Ελλάδα γράφτηκαν και κείμενα που μιλούσαν για αυτοϋπονόμευση του θεσμού, επειδή το είδος της γραφής που διακονεί με συνέπεια και γενναιότητα η Αλεξιέβιτς δεν είναι αυτό που αποκαλούμε «καθαρή λογοτεχνία», αλλά περιδιαβάζει με άνεση τα όρια ανάμεσα στη δημοσιογραφία τεκμηρίωσης (είδος άγνωστο στην χώρα μας), το προσωπικό ημερολόγιο και τον δοκιμιακό αναστοχασμό της πραγματικότητας.

Ξύπνησα από το σκούντημα του Σεργκέι. Λαγοκοιμόμουν μέσα στο τζιπ, γιατί ξεκινήσαμε αξημέρωτα, χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Μου το κρατούσαν για έκπληξη οι φίλοι μου. Το μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου λειτουργούσε σα μια μεγάλη κινηματογραφική οθόνη. Μέσα στο φθινοπωρινό λυκαυγές, στραφτάλισαν από μακριά οι κρεμμυδόσχημοι χρυσοί τρούλοι, θαρρείς και ήταν μια εικόνα βγαλμένη από το χρωστήρα του Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Η λέξη Κοκτεμπέλ μπορεί να μην λέει πολλά σε κάποιον αναγνώστη από την Ελλάδα ή τη Δύση, για τους εραστές όμως της ρωσικής λογοτεχνίας και, κυρίως, της ποίησης, είναι συνυφασμένη με το όνομα του Μαξιμιλιάν Βολόσιν, ποιητή, ζωγράφου, δοκιμιογράφου και στοχαστή και από τους πιο ελευθερόφρονες και ελευθεριάζοντες ρώσους διανοούμενους του 20ού αιώνα.

Ο συνδυασμός υψηλής θερμοκρασίας και υγρασίας έκανε την ατμόσφαιρα ανυπόφορη. Η μόνη ελπίδα να βρω καταφύγιο, ήταν κάποιο καφέ ή οι στάσεις του μετρό, όπου ο δροσερός αέρας προσέφερε μια μικρή παρηγοριά, πριν ξαναβγώ στους πυρακτωμένους δρόμους της Μόσχας. Σκοπός μου ήταν να πάω στο Μουσείο και πολιτιστικό ίδρυμα «Αντρέι Σάχαροφ». Και μόνο η ιδέα ότι θα βρεθώ σε ένα χώρο ξεχωριστό, ένα χώρο ταυτισμένο με τις καλύτερες παραδόσεις ελευθεροφροσύνης της ρωσικής διανόησης, με έκανε να αδιαφορήσω για τον μοσχοβίτικο καύσωνα, και έτσι, μια ημέρα εκείνο τον Ιούλιο του 2014 ήμουν στην πόρτα του διώροφου κτιρίου, στην οδό Ζεμλιανόι Βαλ 57.

Τόσο η διάσημη οδός Αρμπάτ, όσο και η ομώνυμη περιοχή δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Σήμερα είναι ένας τουριστικός δρόμος, κάτι σαν τη δική μας Πλάκα, και μόνο οι εντοιχισμένες πινακίδες στους τοίχους των κτιρίων, οι οποίες πληροφορούν τον υποψιασμένο διαβάτη για τους ενοίκους τους παρελθόντος, θυμίζουν πως κάποτε η περιοχή και ο δρόμος αυτός ήταν, κυριολεκτικά, η «επικράτεια / βασίλειο» της μοσχοβίτικης αλλά και εν γένει της ρωσικής διανόησης.

Εκείνο το πρωί έριχνε χιονόνερο, έκανε κρύο κι ήταν Σάββατο. Κανονικά ο κόσμος τις αργίες κοιμάται ή έστω χουζουρεύει λίγο παραπάνω. Όχι όμως οι Μοσχοβίτες. Χιλιάδες από αυτούς, κάθε ηλικίας, συμμετέχουν σε οργανωμένες εκδρομές - ξεναγήσεις σε διάφορα ιστορικά μέρη της πρωτεύουσάς τους.

Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας στη Ρωσία είναι ένα βαθιά οδυνηρό ζήτημα. Πολλοί γνωρίζουν πολλά, λίγοι μιλούν, ακόμη λιγότεροι σχολιάζουν. Οι μόνες πληροφορίες που έχουμε είναι τα βιβλία της εκκλησιαστικής ιστορίας της Ρωσίας. Επειδή όμως τα γεγονότα στην Ανατολική Ουκρανία έχουν εξάψει τα πνεύματα, καλό είναι κανείς να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και επιφυλακτικός απέναντι σε πάσης φύσεως πληροφορίες, εμπιστευτικές, δημόσιες ή άλλες.

Το ελάχιστο χειμωνιάτικο φως είχε αρχίσει να χάνεται, όταν μπήκα σε ένα γεωργιανό εστιατόριο για να φάω τοπικά εδέσματα και να γευτώ το στιβαρό ορεσίβιο κόκκινο κρασί τους. Έτσι κι αλλιώς είχε λίγη ώρα ακόμη στη διάθεσή μου, μέχρι την έναρξη της παράστασης «Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα» στο Θέατρο Τέχνης «Μ. Γκόρκι» της Μόσχας. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη κι έτσι μπορούσα άνετα να σκοτώσω την ώρα μου, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο με τα «ημερολόγια» του Μπουλγκάκοφ που αγόρασα.

Ο καθένας μας έχει τη δική του προσωπική μυθολογία. Ο καθένας μας ζει με φαντάσματα που φέρνουν φως στην εσωτερική του σιωπή. Φτεροκοπούμε γύρω από σκιές που φέρνουν ένα βούρκωμα στα μάτια και έναν κόμπο στο λαιμό, μα συνεχίζουμε, γιατί ξέρουμε η παγωμένη λύπη της ψυχής  και το γκρίζο του πόνου, έχουν ως σωτηρία έσχατη την ικετευτική χειρονομία της αγάπης που αφειδώλευτα προσφέρει, τελικά, η ποίηση. Μια τέτοια ψηφίδα της προσωπικής μου μυθολογίας είναι και η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, η μοναχική αυτή άγρια στιγμή της ρωσικής ποιητικής δημιουργίας, με τη θυελλώδη ζωή και το βασανιστικό τέλος. Κάθε φορά που βρίσκομαι στη Μόσχα, περνάω από το σπίτι όπου έζησε μερικά από τα πιο ευτυχισμένα μα και δύσκολα χρόνια της.