Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Εβδομήντα χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Ευρώπη, η Δύση γενικότερα, βρίσκεται σε κατάσταση μαζικής πολεμικής αντιπαράθεσης με την ισλαμική τρομοκρατία, το μακρύ χέρι του ισλαμικού φονταμενταλισμού, ο οποίος θάλλει και χρηματοδοτείται αφειδώς, όχι από κάποιους φανατικούς ή παράφρονες ιδιώτες, αλλά από τα ουαχαμπιτικά  καθεστώτα των πάμπλουτων μοναρχιών του Περσικού Κόλπου.

Ο καιρός στη Ρωσία είναι το μεγαλύτερο διάστημα του έτους μουντός, σκοτεινιασμένος. Ένας μολυβένιος ουρανός σκεπάζει τα πάντα και μόνο τη σύντομη άνοιξη και το μικρό καλοκαίρι, το φως έρχεται να χαρίσει απλόχερα τη ζωοδότρια δύναμή του στους ταλαιπωρημένους κατοίκους αυτής της χώρας.

Η Πένζα, βρίσκεται σε απόσταση 625 χιλιομέτρων νοτιοανατολικά της Μόσχας και απλώνεται κατά μήκος του ποταμού Σουρά. Επί Σοβιετικής Ένωσης, ήταν μια «κλειστή» πόλη, μια πόλη απαγορευμένη όχι μόνο για τους ξένους, αλλά και για τους ίδιους τους σοβιετικούς πολίτες, καθώς εδώ βρίσκονταν μερικά από τα πιο σημαντικά εργοστάσια πυρηνικών εξοπλισμών της εποχής εκείνης. Σήμερα, από εκείνο το βιομηχανικό συγκρότημα δεν έχει απομείνει τίποτα άλλο, παρά ένα εργοστάσιο αφοπλισμού χημικών όπλων, το οποίο, όπως μου είπαν τοπικοί παράγοντες, είχε αναλάβει μέρος των εργασιών αφοπλισμού του χημικού οπλοστασίου της Συρίας του Άσσαντ. Από την περιοχή αυτή καταγόταν ο γεννημένος στη Μόσχα ρώσος ρομαντικός ποιητής Μιχαήλ Λέρμοντοφ (1815-1841).

 Η απόσταση από το Ζαγκόρσκ στην πόλη Αλεξάντροφ είναι περίπου 70 χιλιόμετρα, από έναν επαρχιακό κακοσυντηρημένο δρόμο. Aυτό όμως δεν μας πτόησε. Για να διασχίσουμε αυτή τη διαδρομή χρειαστήκαμε περίπου δύο ώρες κι έτσι φτάσαμε έξω από τα τείχη του Κρεμλίνου της πόλης Αλεξάντροφ.

Η πρόσφατη βράβευση με το Νόμπελ λογοτεχνίας της Σβετλάνα Αλεξιέβιτς προκάλεσε μεγάλα πάθη στη Ρωσία, αλλά και σε όλο τον ρωσόφωνο μετασοβιετικό χώρο των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, όπου υπάρχουν μεγάλες κοινότητες Ρώσων. Εξ ίσου μεγάλα ήταν τα πάθη που προκάλεσε και στον δυτικό κόσμο, με υπερασπιστές και κατήγορους της απόφασης, ενώ στην Ελλάδα γράφτηκαν και κείμενα που μιλούσαν για αυτοϋπονόμευση του θεσμού, επειδή το είδος της γραφής που διακονεί με συνέπεια και γενναιότητα η Αλεξιέβιτς δεν είναι αυτό που αποκαλούμε «καθαρή λογοτεχνία», αλλά περιδιαβάζει με άνεση τα όρια ανάμεσα στη δημοσιογραφία τεκμηρίωσης (είδος άγνωστο στην χώρα μας), το προσωπικό ημερολόγιο και τον δοκιμιακό αναστοχασμό της πραγματικότητας.

Ξύπνησα από το σκούντημα του Σεργκέι. Λαγοκοιμόμουν μέσα στο τζιπ, γιατί ξεκινήσαμε αξημέρωτα, χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω. Μου το κρατούσαν για έκπληξη οι φίλοι μου. Το μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου λειτουργούσε σα μια μεγάλη κινηματογραφική οθόνη. Μέσα στο φθινοπωρινό λυκαυγές, στραφτάλισαν από μακριά οι κρεμμυδόσχημοι χρυσοί τρούλοι, θαρρείς και ήταν μια εικόνα βγαλμένη από το χρωστήρα του Αντρέι Ρουμπλιόφ.

Η λέξη Κοκτεμπέλ μπορεί να μην λέει πολλά σε κάποιον αναγνώστη από την Ελλάδα ή τη Δύση, για τους εραστές όμως της ρωσικής λογοτεχνίας και, κυρίως, της ποίησης, είναι συνυφασμένη με το όνομα του Μαξιμιλιάν Βολόσιν, ποιητή, ζωγράφου, δοκιμιογράφου και στοχαστή και από τους πιο ελευθερόφρονες και ελευθεριάζοντες ρώσους διανοούμενους του 20ού αιώνα.

Ο συνδυασμός υψηλής θερμοκρασίας και υγρασίας έκανε την ατμόσφαιρα ανυπόφορη. Η μόνη ελπίδα να βρω καταφύγιο, ήταν κάποιο καφέ ή οι στάσεις του μετρό, όπου ο δροσερός αέρας προσέφερε μια μικρή παρηγοριά, πριν ξαναβγώ στους πυρακτωμένους δρόμους της Μόσχας. Σκοπός μου ήταν να πάω στο Μουσείο και πολιτιστικό ίδρυμα «Αντρέι Σάχαροφ». Και μόνο η ιδέα ότι θα βρεθώ σε ένα χώρο ξεχωριστό, ένα χώρο ταυτισμένο με τις καλύτερες παραδόσεις ελευθεροφροσύνης της ρωσικής διανόησης, με έκανε να αδιαφορήσω για τον μοσχοβίτικο καύσωνα, και έτσι, μια ημέρα εκείνο τον Ιούλιο του 2014 ήμουν στην πόρτα του διώροφου κτιρίου, στην οδό Ζεμλιανόι Βαλ 57.

Τόσο η διάσημη οδός Αρμπάτ, όσο και η ομώνυμη περιοχή δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε. Σήμερα είναι ένας τουριστικός δρόμος, κάτι σαν τη δική μας Πλάκα, και μόνο οι εντοιχισμένες πινακίδες στους τοίχους των κτιρίων, οι οποίες πληροφορούν τον υποψιασμένο διαβάτη για τους ενοίκους τους παρελθόντος, θυμίζουν πως κάποτε η περιοχή και ο δρόμος αυτός ήταν, κυριολεκτικά, η «επικράτεια / βασίλειο» της μοσχοβίτικης αλλά και εν γένει της ρωσικής διανόησης.

Εκείνο το πρωί έριχνε χιονόνερο, έκανε κρύο κι ήταν Σάββατο. Κανονικά ο κόσμος τις αργίες κοιμάται ή έστω χουζουρεύει λίγο παραπάνω. Όχι όμως οι Μοσχοβίτες. Χιλιάδες από αυτούς, κάθε ηλικίας, συμμετέχουν σε οργανωμένες εκδρομές - ξεναγήσεις σε διάφορα ιστορικά μέρη της πρωτεύουσάς τους.