Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Ξεκίνησα πάλι, μετά από δύο χρόνια, να τρέχω λιγάκι, καθώς απέχω εδώ και κοντά ενάμιση ολόκληρο χρόνο από κάθε άλλη σωματική άσκηση και επειδή δεν είμαι καθόλου του γυμναστηρίου, των βαρών, των ελατηρίων και των λοιπών οργάνων, αλλά και επειδή είμαι και βαρύς καπνιστής, κάνω δουλειά γραφείου, τρέφομαι με αρκετά λίπη και, γενικώς, επειδή έχω όλο το πακέτο με τα SOS. Το ευτύχημα είναι πως η παραλία απέχει είκοσι μέτρα από το σπίτι, και στην παραλία υπάρχει αρκετός χώρος για να τρέχεις χωρίς να ενοχλείς, ας πούμε δίπλα στον διακριτό διάδρομο για τους ποδηλάτες, και επιπλέον, ένας εσύ ανάμεσα σε όλους τούς άλλους, δεν καταντάς δαχτυλοδεικτούμενος. Δεν ξέρω πόσο καιρό θα συνεχίσω να το κάνω αυτό, ένα μήνα, λιγότερο από μήνα ή ολόκληρο τον χρόνο, ή με τι συχνότητα, κάθε μέρα ή τρεις ημέρες την εβδομάδα, ας πούμε, αλλά ούτε που το σκέφτομαι αυτό προς στιγμήν, το όλο θέμα έχει να κάνει με την εξασφάλιση της μιάμισης ώρας που απαιτείται κάθε φορά (βάζω μέσα και το ντους μετά την επιστροφή, δεν τρέχω επί μιάμιση ώρα), ή καλύτερα με το να πείθεις τον εαυτό σου πως αυτή η μιάμιση ώρα μπορεί να εξασφαλιστεί, μπορείς να τη δανειστείς από λιγότερο επείγουσες ασχολίες που σε απασχολούν στα διαλείμματα της δουλειάς σου, όπως ας πούμε από την ενδελεχή ανάγνωση του ηλεκτρονικού ημερήσιου ελληνικού Τύπου (την ανάγνωση του ξένου δεν πρέπει να τη μετριάζει κανείς), ή πόσο μάλλον από την ανάγνωση των σχολίων επί των άρθρων του ημερήσιου ελληνικού Τύπου: οι αναρτήσεις πέντε-δέκα φίλων στο Facebook και τα καθημερινά tweetε κατό λογαριασμών είναι παραπάνω από αρκετά για να είσαι διαρκώς μέσα στα πράγματα, δεν χρειάζεται κανείς τίποτε παραπάνω για να μάθει τα πάντα, για να είναι ενήμερος για καθετί, ή για να καταλαβαίνει, για να είναι σε θέση να καταλάβει πως αυτοί οι άλλοι δρομείς που βγήκαν μαζί με σένα χθες στην παραλία, βραδιάτικα, με τη βροχή και με τους 5 βαθμούς, και που σε περνούσαν σαν να ’σουν σταματημένος, είναι, τηρουμένων των αναλογιών, σαν αυτούς τους πολίτες που, ακόμη και στο τοξικό περιβάλλον της βορβορώδους πολιτικής σκηνής που συνιστούν οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, όχι μόνο θα επιβιώσουν, αλλά θα πεισμώσουν και θα τα πάνε ακόμη καλύτερα στο κοντινό μέλλον, όταν το καθεστώς θα έχει επιτέλους γκρεμιστεί και η παρένθεση θα έχει κλείσει. Γιατί δουλεύουν, δουλεύουν πολύ, με συνέπεια, σιωπηλά, θέτοντας στόχους και δυναμώνοντας καθημερινά. Ακόμα και υπό βροχή, ακόμη και μες στο κρύο, ακόμη και τη νύχτα. Να ’ναι καλά, και οι μεν και οι δε.

Σε μία εβδομάδα ακριβώς, θα ξέρουμε αν θα γίνουν Εκλογές μέσα στο πρώτο εξάμηνο της χρονιάς, δηλαδή αν θα δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στη χώρα για να αναταχθεί από τα ερείπιά της —ερείπια είναι αυτά εδώ, αυτά που βλέπεις, όχι τα σκουπίδια που θα μαζέψει ο Δήμος—, ή αν θα συνεχίσουμε να προχωράμε με ένα κάποιο είδος οικουμενικού χαμόγελου πάνω στα ατάραχα νερά: αυτό το οικουμενικό χαμόγελο της μακαριότητας, της ευφροσύνης, της αμεριμνησίας, που είναι παλιό όσο όλων μας τα κρίματα μαζί. Και νερό δεν θα υπάρχει. Και βήματα δεν θα υπάρχουν. Και προχώρημα δεν θα υπάρχει. Και τίποτε τέτοιο δεν θα μπορεί πια να υπάρξει στον στενό μας χρόνο. Αλλά θα υπάρχει μακαριότητα, και ευφροσύνη, και αμεριμνησία, και θα υπάρχει και ένα πελώριο οικουμενικό χαμόγελο στο στόμα μας, κι αυτό το στόμα θα είναι στόμα ολωνών μας. Αυτή την εβδομάδα, που θα ’χει κι άλλες γιορτές, ευκαιρίες δηλαδή για περισσότερη μακαριότητα, και περισσότερη ευφροσύνη, και περισσότερη αμεριμνησία, περάστε την καλά, ησυχάστε, ηρεμήστε. (Κι αρχίστε από τώρα, οι έξυπνοι, να χαράζετε στο πρόσωπό σας το χαμόγελο. Τα ζάρια παίχτηκαν. Ας χαμογελάσουμε με το ίδιο μας στόμα όλοι, κι ας περπατήσουμε στα ατάραχα νερά).

Καθώς ανήκω (εγώ και οι συνομήλικοί μου, μάλιστα, πολύ περισσότερο από τους περισσότερους) στη μακρά χορεία αυτών που θεωρούν, και δικαίως, όλη τη σάγκα του Star Wars προσωπική υπόθεση, για να μην πω: προσωπική περιουσία, υποσχέθηκα στον εαυτό μου να γράψω κάποια στιγμή, πιο μετά, για το VIII Επεισόδιο, «The Force Awakens», μια ιστορική ταινία που δεν χορταίνεις να τη χαζεύεις και να τη σκέφτεσαι, και που θα την επισκέπτεσαι συχνά στο μέλλον — άλλωστε, καθώς έθεσε τα δικά της τρομερά υψηλά στάνταρ σε ένα σωρό τομείς, θα γίνει απόλυτο σημείο αναφοράς στην κινηματογραφική βιομηχανία και θα πέφτεις συνεχώς επάνω της. Και θα το κάνω πιο μετά, όχι για να μην προδώσω δήθεν κάποιο στοιχείο της —είμαι εναντίον αυτών που είναι εναντίον των σπόιλερ (ούτε καν η λέξη μού αρέσει), και βέβαια οι φίλοι της στήλης σίγουρα την είδαν, μιας και πάνω-κάτω γνωριζόμαστε μεταξύ μας—, αλλά γιατί απλώς τώρα είναι αργά, πάει δώδεκα, ακόμα τα μάτια μου πονάνε από το κλάμα, και το τελευταίο που έχει αξία σ’ αυτό τον κόσμο είναι να γράψω εγώ για το «TheForceAwakens», αυτό το παραμύθι που βγαίνει μέσα από ένα παλιό σεντούκι με χοντρή κλειδαριά και μεταλλικά δεσίματα, και που μπορείς να το δεις, να το ακούσεις, να το πιάσεις στην παλάμη σου, να το σφίξεις στα δάχτυλά του, και, πατώντας ένα κουμπί κάπου εκεί στη λαβή του, να πεταχτεί με ένα συριγμό μια μπλε ελεκτρίκ δέσμη καθαρής ενέργειας από την άκρη του, πασπαλισμένη μαγεία και φτιαγμένη από όνειρα και από δύναμη.

Ο Αρσέν τρέμει όταν βγαίνουμε στον δρόμο χωρίς να φοράει το λουρί του: περιστήθιο και οδηγό. Φοβάται ότι θα τον αφήσω κάτω και ότι δεν θα μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος, με τα άλλα σκυλιά, με τα αυτοκίνητα, με τους ανθρώπους. Ή ότι θα απομακρυνθώ, θα με χάσει, και θα χαθεί. Ενώ, για παράδειγμα, θέλει, του αρέσει να κατεβαίνει μαζί μου στην είσοδο της πολυκατοικίας για κάτι γρήγορο, ας πούμε για να παραλάβουμε ένα συστημένο δέμα ή μία επιστολή, κάθεται μόνος του μέσα από την πόρτα όσο εγώ μιλάω με τον ταχυδρόμο και υπογράφω, γιατί νιώθει ανασφάλεια: θα ήθελε να νιώθει τη σιγουριά του λουριού. Το ίδιο φοβάται και όποτε τυχαίνει και τον κρατώ αγκαλιά για να πεταχτούμε απέναντι, δυο βήματα, στο μπαρ όπου συχνά μάς αφήνουν διάφορα, βιβλία και τέτοια, χωρίς να έχει «ντυθεί»: οπότε αισθάνεται γυμνός και ευάλωτος. Με το λουρί του, υπό την αιγίδα της δέσμευσης, μπορεί να κάνει τα πάντα: να με ακολουθήσει παντού, ακόμη και ανάμεσα από τα πλήθη της Τσιμισκή, που προχωρούν αργά-αργά στο μέσον του πεζοδρομίου και πρέπει όλο να τα παρακάμπτουμε, ακουμπώντας σχεδόν τους αστέγους που κοιμούνται ή πίνουν την πρωινή τους ρετσίνα στα πάρκα, ή στην παραλία, μεταξύ προκυμαίας και ποδηλατολωρίδας, αποφεύγοντας τους ψαράδες, τους δρομείς και τους υπόλοιπους περαστικούς. Εάν τυχόν τού το έβγαζα τότε, θα τα ’χανε — και θα χανόταν· θα τρόμαζε και θα πανικοβαλλόταν. Θα γινόταν ένα με τα αδέσποτα σκυλιά, που, από την άλλη, τον εντυπωσιάζουν με την τόλμη τους και σπάνια τους γαβγίζει, μάλλον τα σέβεται. Ο Αρσέν μόνο στο σπίτι μας χαίρεται να μην έχει το λουρί του. Εκεί, στο σπίτι μας, δεν τον τρομάζει τίποτε, ούτε καν οι κρότοι από τα βεγγαλικά για την αλλαγή του χρόνου. [§] Νομίζω πως κάτι λέει όλο αυτό και για μας: για το πόσο εύκολα εκχωρούμε την ελευθερία μας χάριν της ασφάλειας, για το πόσο εκτιμούμε το περιστήθιο, για το πόσο εκτιμούμε τον οδηγό — το λουρί.

Αυτές ήταν οι Γιορτές που κανείς δεν τις ήθελε και που όλοι βάλαμε πλάτη για να περάσουν μια ώρα αρχύτερα. Κάτι καταφέραμε, καλά το πάμε. Ακόμη και σήμερα, ελάχιστοι —και μόνο για προσωπικούς λόγους, δηλαδή ασχέτως Παραμονής, απολύτως ασχέτως Παραμονής— θα κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει, δηλαδή θα ξεχαστούν και θα γελάσουν με στόμα και με μάτια. Όλοι είμαστε χαμένοι. Από τον πιο Πολύ Μεγάλο Βλάκα, αυτόν που δεν έχαψε απλώς το δόλωμα αλλά απολαμβάνει ακόμη και το αγκίστρι στο λαρύγγι του και το απολαμβάνει και στον οισοφάγο του και όπου να ’ναι θα το απολαύσει και στο στομάχι του, μέχρι και τους λιγότερο βλάκες, εκείνους που, μολονότι ήξεραν και, ναι, τα ’λεγαν (και τα δημοσίευαν με φαρδιά-πλατιά γραμμένο το όνομά τους), δεν έχουν βγει στους δρόμους ακόμη να χαστουκίζουν τον κόσμο και να του πετάνε τα καπέλα κάτω. Και μετά να τους χαστουκίζουν κι άλλη μια φορά. Και όλοι οι απ’ ανάμεσα. Όλοι όμως, μηδενός εξαιρουμένου. Οπότε ούτε χαρούλες έχει, ούτε ελπιδοφόρα μηνυματάκια χρειαζόμαστε, ούτε new yearresolutions θα σκαρφιστούμε. Απλώς άντε να περνάνε οι ώρες να κόψουμε την πίτα και να πάει το ’15 στο καλό. Φέτος κανείς δεν θα ψάξει αν του ’πεσε το φλουρί. [§] Καλή Χρονιά.

Ήταν μια άθλια χρονιά, χρονιά υποβιβασμού σε πολύ χαμηλές κατηγορίες. Ηττηθήκαμε πολλαπλά και, το χειρότερο, ηττηθήκαμε από βρομερά και τρισάθλια καθάρματα ολωσδιόλου χαμηλού επιπέδου: η τσογλαναρία του σχολείου, οι τενεκέδες, το αληταριό, οι χούλιγκαν των γηπέδων, τα χαϊβάνια, οι προστυχάντζες, κάτι αμορφωτάκια που δέρνουν στους διαδρόμους και στα μουλωχτά, πάντα πολλοί μαζί, ή βάζουν χέρι στα κορίτσια και τους κατεβάζουν το βρακί, το πατοκάζανο, που σαν αυτό δεν υπήρξε ποτέ στη δημοκρατική ιστορία μας και που δεν θα ξαναϋπάρξει ποτέ ξανά, έτσι τουλάχιστον και δεν προμοδοτηθεί (εξαιτίας του και μόνο) η συμμορία της Χρυσής Αυγής, συνεπικουρούμενο από την πλέμπα της διανόησης, που επί δεκαετίες έφαγε και έφαγε και έφαγε και έφαγε και έσκασε από επιχορηγήσεις χοντρές σαν τον κώλο της και που ήθελε να φάει κι άλλο (Θε μου, κράτα το στόμα μου — Θε μου, βάστα το χέρι μου), όλο το λουμπεναριό και τα σκύβαλα ήρθαν στα πράγματα, πήραν την εξουσία, μοιράζουν τα φράγκα στους δικούς τους, στα σόγια και στους κατσιβελοαυλικούς, και βέβαια όχι από μόνοι τους, αλλά χάρη στη γελοία απόφαση του χαραμοφάη λαού να αυτοκτονήσει. Μακάριοι όσοι το έσκασαν από τη βρομερή χώρα, μακάριοι όσοι θα προλάβουν να το αποδράσουν του χρόνου, αλί σε όσους μείνουμε, από δειλία και απόγνωση, να ζούμε δίπλα, και κάτω, από το καθεστώς. Το ’16 δεν θα ’χουμε μόνο πείνα: έχετε πολλές φορές προειδοποιηθεί γι’ αυτό που έρχεται. Να έχετε τον νου σας στον γείτονα: τους ψήφισε. Άρα είναι ικανός να σας καταδώσει — δεν θα σηκώσει καν παλμό.

Αυτό το σημείωμα είναι προσωπικό, και δεν έχει αξία να το διαβάσει κανείς. [§] Κάνοντας έναν απολογισμό της χρονιάς, βλέπω πως φέτος κατάφερα κυρίως ένα πράγμα: να συμπιέσω τον χρόνο μου όσο ίσως ποτέ άλλοτε, να τον τσαλακώσω, να τον κάνω μια βουκιά και να τον φάω. Μα και να το έχω ξανακάνει, ποτέ πριν δεν είχα υπάρξει τόσο μεγάλος στα χρόνια, με τόσο πολύ χρόνο πίσω μου να με κυνηγά, σαν μακριά ουρά, σαν σκιά το βράδυ, σαν λιγδωμένο, ματισμένο σχοινί δεμένο στον αστράγαλο, ποτέ πριν, άρα, δεν έχω υπάρξει τόσο ευάλωτος στα ρολόγια. Θέλω να πω απλώς ότι δεν προλαβαίνω, κι αυτό με κάνει και τρέμω. Αν κατάφερα λοιπόν κάτι, είναι τούτο — να μη μου φτάνει ο χρόνος ούτε καν γι’ αυτή τη στήλη —που ελάχιστους ενδιαφέρει— μα ούτε και για κάτι, ας το πούμε, πιο προσωπικό: κατάφερα να κρύψω τον εαυτό μου στο κομμάτι του συμπιεσμένου, τσαλακωμένου χρόνου που έχει καταντήσει η ημέρα μου, και να με κάνω μια βουκιά και να με φάω. Πολλές λέξεις, πολλές, πιο πολλές από ποτέ άλλοτε, και τόσο λίγος χρόνος για λίγες ακόμα. Δικές μου. Άργησε 12 ώρες ν’ ανέβει το Ημερολόγιο Γεφύρας σήμερα, και κοίτα να δεις που είναι αυτό κάτι χωρίς καμιά, καμιά σημασία. Ο χρόνος είναι η μόνη μας περιουσία, και την παραχωρούμε με θράσος, ξετσίπωτα. Δεν θα γλιτώσουμε από αυτό, κανείς δεν γλιτώνει.

Αν εξαιρέσουμε, αν βγάλουμε τελείως από το μυαλό μας το σοβαρό ενδεχόμενο τα πράγματα να πάνε πολύ χειρότερα το 2016 από ό,τι φέτος, όπως όλοι οι σώφρονες άνθρωποι πιστεύουν, λόγω της επικεντρωμένης στην καταστροφή ανεπάρκεια της κυβέρνησης που δεν έχει απέναντί της τίποτε να της αντιταχθεί, το παραμικρό, μόνο μια γκρίζα, σταχτιά απελπισία ανατολίτικου τύπου που καθαρίζει τα δόντια της με το σπίρτο παίζοντας το κομπολόι της (κάποια στιγμή φάνηκε η πιθανότητα να κερδίσει τις εσωκομματικές ο Μητσοτάκης για να συνασπιστούν υπ’ αυτόν μεγάλα, ευρέα τμήματα της κοινωνίας, αλλά πια κάθε ελπίδα φαίνεται να έχει χαθεί, και θα πούμε στην κατάλληλη ώρα γιατί και πώς) — αν αφαιρέσουμε τελείως από την ατζέντα και από τους επί χάρτου υπολογισμούς μας όλους τούς πιθανούς τραγέλαφους που έχουν ήδη εξαπολυθεί και που όπου να ’ναι θα σουλατσάρουν στις κουζίνες και στα σαλόνια μας θρυμματίζοντας ό,τι πατούν κι ό,τι ακουμπούν, χαμογελώντας μας ταυτόχρονα με το κοινό χαμόγελο των Καμμένου-Τσίπρα, σαν άλλες γάτες του Τσέσαϊρ, με όλα τους τα δόντια — αν καμιά από τις βόμβες που μπήκαν στα θεμέλια των πανεπιστημίων δεν εκραγεί για κάποιον περίεργο λόγο — αν δεν βουλιάξουν τα νοσοκομεία και δεν χρειαστεί να έρθει βοήθεια από το εξωτερικό για να μη χαθούν πολλές ζωές χωρίς σοβαρό λόγο — αν δεν προχωρήσουν τα φληναφήματα που βάζουν στο στόμα του ακροδεξιού κυβερνητικού εταίρου οι αριστεροί ομοϊδεάτες του, γιατί αυτός είναι μπόσικος και τάχα φαίνεται μόνος του να τα σκέφτηκε, και δεν πάρει μπροστά η μιλιταροποίηση της κοινωνίας, που είναι κάτι για να τρέμεις από τον φόβο σου έτσι και ξεκινήσει και για να ανατριχιάζεις: καήκαμε — αν δεν μας πάνε σε κάνα πόλεμο οι Αμύνης και Εξωτερικών παίζοντας PS3 ή Ναυμαχία από τα σπίτια τους — αν δεν εμφανιστεί εκ νέου, ξαφνικά και αναπάντεχα, όπως πάντα είναι στο πρόγραμμα, το ένσαρκο φάντασμα του Grexit λόγω της αθέτησης κάποιων συμπεφωνηθέντων και αν τέλος πάντων παραμείνουμε στην τροχιά της Δύσης, όπως καλήν ώρα είμαστε ακόμη, υπό τη διακριτική, ανθρωπιστική αιγίδα της — ε, τότε δεν έχουμε τίποτε να φοβόμαστε από το ’16: ήταν τόσα αυτά που έγιναν μέσα σε σκάρτους έξι-εφτά μήνες φέτος, που δεν πρόκειται να συμβεί κάτι χειρότερο. Τουλάχιστον γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Και να κοιμόμαστε ήσυχοι: ό,τι ήταν να γίνει έγινε. Το μεγαλύτερο πρόβλημά μας θα είναι μην τυχόν και δεν μας χυλώσει η φακή.

Το μικρό, μισερό, σύντομο έτος 2015, που κράτησε από τα τέλη Ιανουαρίου (αν και κατά μία άλλη ανάγνωση είχε αρχίσει ήδη από τον Νοέμβριο τού ’14) και σώθηκε την ημέρα της επιβολής των capitalcontrols, και που γιορτάστηκε πολλές φορές στις πλατείες στο μεταξύ αυτό, με κύκλιους χορούς ευτυχισμένων απαγανακτισμένων και ευφροσύνη πολλή, με ατόφιο λαϊκό γλέντι και κέφι μέχρις εξαντλήσεως, με φιλιά και μ’ αγκαλιές και με δάκρυα ανακούφισης, φτάνει ξεθυμασμένο πια στο επίσημο τέλος του, με βαρυστομαχιά, καλοκαιρινό καιρό, μια στάλα πιο ρυτιδιασμένες σέλφι και όχι πια άλλες resolutions, μηδενική διάθεση για resolutions: αυτά είναι πράγματα που δεν κάνει να τα ψιθυρίζουμε ούτε στον εαυτό μας, που δεν ξεγελιέται. Αλλά και πάλι, είναι βέβαια και κάπως ωραίο το γαλανόλευκο τσίρκο μας, ας το παραδεχτούμε· ή και πολύ: με τους θηριοδαμαστές του, με τους ζογκλέρ του, τους μάγους, τους κλόουν και τα ζώα του — με τις ακαταμάχητες ατραξιόν του, τα αξιοπερίεργα που τέτοια δεν θα δεις πουθενά αλλού, με τις υποσχέσεις του ότι, θα δείτε, θα περάσουμε καλά. Αφού δεν μπορέσαμε λοιπόν —γιατί δεν θέλαμε— να πρωτεύσουμε πουθενά αλλού, ας είμαστε πρώτοι στις curiosités, δεν είναι και λίγο. Αυτή η ευρύχωρη τέντα όλους μάς χωράει και όλους μάς σκέπει. Θα μείνουμε εδώ ν’ ακούμε τη μουσική από την μπάντα και, ένας-ένας, θα πηδάμε στην άμμο της σκηνής για να εκτελέσουμε το νούμερό μας. Γιατί εδώ, στο μικρό μας τσίρκο, επιχειρηματίες, μάγοι, κλόουν και λοιπά νούμερα του βαριετέ είμαστε όλοι μας: η ισότης έρχεται, η ισότης είναι προ των πυλών, η ισότης ήρθε! Ελευθερία εν ισότητι, όχι το αντίθετο. Ζούμε τον επαναστατικό μας Διαφωτισμό, τον Διαφωτισμό αλά γκρέκα. Να χαμογελάμε, όσο πιο πλατιά, τόσο πιο ταιριαστά με το τσίρκο θα είμαστε. [§] (Ήλπισα κάποια στιγμή πως το ’15 θα τελείωνε στις 10 Ιανουαρίου τού ’16. Δεν το πιστεύω πια).

Το κοινωνικό κράτος και το κράτος προνοίας είναι καλά, οι αντίστοιχες δομές που συγκροτούν φορείς των πολιτών όταν το κοινωνικό κράτος απουσιάζει είναι επίσης καλές, η φιλανθρωπία γενικώς είναι καλή — α: και η ελεημοσύνη είναι καλή. Και επειδή τα χρήματα τα έφαγαν (και τα εξέμεσαν) οι πολίτες, και επειδή το κράτος προνοίας είναι ένα τριμμένο γιλέκο κρεμασμένο στην ντουλάπα μέσα στο σκοτεινό μας δωμάτιο, και επειδή οι δομές που συγκροτούν οι πολίτες δεν φτάνουν (και ελάχιστοι τις συμμερίζονται και τις συντρέχουν, λίγοι τις χρηματοδοτούν, ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού τις πλαισιώνει), και επειδή, θυμίζω, η φιλανθρωπία εξακολουθεί να είναι καλή, νά που στο τέλος απομένει η ελεημοσύνη. Και η ελεημοσύνη είναι καλή. Τι λέξη κι αυτή, ε; Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου σήμαινε κάτι που έπρεπε να αποφεύγει κανείς όπως ο διάολος το λιβάνι. Μη δώσεις στο Γυφτάκι γιατί το εκμεταλλεύονται, μη δώσεις στον παράλυτο γιατί έτσι συντηρείς μια βιομηχανία επαιτείας, μη δώσεις στον τυφλό γιατί βλέπει και στον άστεγο επειδή θα πιει και στο πρεζάκι επειδή θα του αγοράσεις, έτσι, την τελευταία δόση του και θα το σκοτώσεις. Humbug. Αυτά όλα τα επινόησε το τσιφουταριό που κάθεται ανακούρκουδα στην καρδιά μας και τρώει τις μύξες του. Δεν υπάρχει κανείς λόγος, κανείς, ποτέ, καμιά αιτία δεν υπήρξε ποτέ που εξαιτίας της να μην έπιασε τόπο μια ελεημοσύνη, και υπάρχουν άπειρες περιπτώσεις που εξαιτίας μιας ελεημοσύνης που δεν δόθηκε χάθηκε από ένα γέλιο μέχρι μια ζωή. Να δίνετε. Και, μέρες που ’ναι, να δίνετε περισσότερο. Μόνο έτσι φτάνεις, κάποια στιγμή, στον εθελοντισμό και στις σοβαρές δράσεις που βοηθούν συστηματικά και με σχέδιο — και, κυρίως, αποτελεσματικά. [§] Αλλά και να μη φτάσεις ποτέ: ο άλλος χαίρεται, ξέρεις, όταν τον ελεείς. Και χαίρεσαι κι εσύ.