Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Παίρνουν όλο τηλέφωνο τον μπαμπά μου από τα νεκροταφεία εδώ και κάτι μήνες, για να του πουν ότι πέρασαν αρκετά χρόνια πια και ότι, λυπούνται, αλλά θα ξεχώσουν τη γιαγιά (και κάτι θα κάνουν με τα κόκαλα μετά, δεν πολυκαταλάβαμε τι, λογικά θα τα πετάνε, τι να τα κάνουν; αν έχουν απομείνει και καθόλου δηλαδή, που δεν νομίζω), και για να το αποφύγουμε αυτό θέλουν κάτι χρήματα, 50-60 ευρώ τον μήνα, ή κάπου 800 ευρώ τον χρόνο, κάτι τέτοιο, νομίζω, σε πέντε ή έξι δόσεις, θα τα βρούμε, του λένε, δεν είναι εκεί το πρόβλημα, ελάτε από δω. Το συζητούσαμε πίνοντας καφέ τις προάλλες στο καφενείο και σχεδόν μάς έπιασαν τα γέλια και γεμίσαμε άχνες από το μαστιχάτο λουκούμι που τον συνόδευε, στα παντελόνια μας και στα χείλια. Πάντα περνάμε καλά με τον μπαμπά μου.

Δεν ξέρω πώς ακριβώς γλιτώσαμε την τελευταία στιγμή από το να γίνουμε μια μικρή χαριτωμένη Ουκρανία (με την απόσχισή μας από τη Δύση, την απόλυτη και σε dtκατάρρευση της οικονομίας, την απουσία χρημάτων και αγαθών, τις οργανωμένες ομάδες κρούσης των Δύο Άκρων και την εφόρμηση της απελπισίας, του πιο βίαιου όπλου, ένας αστικός εμφύλιος δεν θα ήταν το μεγαλύτερο από τα προβλήματά μας: θα ήταν ένα πλαίσιο), ή, έστω, αυτή τη στιγμή δεν έχει τρόπον τινά σημασία, καθώς οι συνταγματάρχες της καρπαζιάς έχασαν την μπουκιά από το στόμα και ορισμένα από τα δόντια τους και (λέμε, αφελώς) ας κάτσουμε να το απολαύσουμε αυτό, αλλά ξέρω πως ένα κονκλάβιο παρανοϊκών και ιδεοληπτικών προετοίμαζε ακριβώς αυτό: μεθοδικά· με σχέδιο· από χρόνια· με κάθε επιτελικό βλάκα στη θέση του. Και ζούμε, εμείς, οργανωνόμαστε, δουλεύουμε, κοιτάμε το αύριο, κάνουμε τα χόμπι μας, επικοινωνούμε, μαλώνουμε, βλέπουμε και συζητάμε το Star Wars, σάμπως όλο αυτό να αφορούσε, πραγματικά, την Ουκρανία, κάτι πέρα από μας. Κι ενώ οι περισσότεροι από δαύτους ζουν ανάμεσά μας. Και οργανώνονται και δρουν αλλιώς: smoothly. Να δεις που οι πρωταίτιοι δεν θα κάτσουν καν στο δικαστήριο: είμαστε ικανοί ακόμη και γι’ αυτό. [§] Κυρίως δε, είμαστε για κλάματα. Κυρίως, δε, δεν ανήκουμε στη Δύση. Αλλά σωζόμαστε από αυτήν. Για πόσο ακόμη;

Πολλοί φίλοι που, έχοντας ένα λογαριασμό στα socialmedia και πέντε δράμια κοινό νου, έτυχε να πειστούν με τα πολλά πως θα ήταν καλό για την Ελλάδα να εκλεγεί αρχηγός στη Νέα Δημοκρατία ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντί οποιουδήποτε άλλου υποψηφίου για το χρίσμα αυτό, οπότε και έσπευσαν κάποιοι από αυτούς να πάρουν μέρος στις αρχαιρεσίες του κόμματος, άρχισαν ήδη από χθες-προχθές να δυσανασχετούν και να αναψοκοκκινίζουν γιατί δεν βλέπουν να υλοποιείται αυθωρεί το όνειρό τους για μια κεντροαριστερή Νέα Δημοκρατία, για μια πούρα φιλελεύθερη Νέα Δημοκρατία, για μία σοσιαλφιλελεύθερη («φιλελέφτ», που έλεγα κι εγώ χαριτολογώντας προ μερικών ετών, μην τολμώντας να φανταστώ ότι ο όρος θα ημινομιμοποιούνταν) Νέα Δημοκρατία κ.ο.κ. Ας μου επιτραπούν δύο σημειώσεις εδώ, δύο μόνο σχόλια: [§] Ψηφίσαμε τον Μητσοτάκη όλοι εμείς οι πολύ λίγοι εξωκομματικοί που το κάναμε (επαναλαμβάνω: είμαστε λίγοι, κι ας ισχυρίζεται το Twitter ότι είμαστε λεγεών — δεν υπάρχουν στοιχεία που να πιστοποιούν το πλήθος μας, ίσα-ίσα) για να έχουμε βάσιμες ελπίδες ότι η ΝΔ θα νικήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εθνικές εκλογές μήπως και, συνεπακόλουθα, ορθοποδήσει η χώρα κλείνοντας, διά των εκλογών αυτών, την αριστερή παρένθεση και θέτοντας τις βάσεις για μία δεύτερη συγκυβέρνηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ (και Ποταμιού, πλέον), μήπως και ξαναφτάσουμε στα επίπεδα του φθινοπώρου τού 2014: αυτό είναι ξεκάθαρο. Δεν τον ψηφίσαμε επειδή είδαμε στο πρόσωπό του τον Έλληνα Μπαράκ Ομπάμα των ονείρων μας. (Ας αφήσουμε στην πάντα το γεγονός ότι μπορεί να αποδειχτεί τέτοιος — μακάρι, μακάρι!) Τον ψηφίσαμε γιατί μόνο αυτός μπορεί να το κάνει, για μία σειρά από λόγους (τους αναλύσαμε διά μακρών το δίμηνο που μας πέρασε). Αυτό ήταν το πρώτο σχόλιο. [§] Το δεύτερο σχόλιό μου είναι αυτό: Έχω μία στέρεη ιδεολογία, παραδοσιακά φιλελεύθερη και καλά εκσυγχρονισμένη, μοντέρνα και πλούσια σε ιδέες, πραγματικά σπουδαία και τέτοια που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη ασυζητητί (ειλικρινά, δεν δέχομαι να μπω καν σε συζητήσεις επ’ αυτού: έχω την καλύτερη ιδεολογία από όλους σας). Λοιπόν, εάν γινόταν πράξη, αυτή τη στιγμή, μονοκοπανιά (επειδή ως εκ θαύματος θα ανακηρυσσόμουν ένα είδος μεγάλου και τρανού κυβερνήτη), εάν την εφάρμοζα ως έχει και ολόκληρη διαμιάς, η σπουδαία και μακράν καλύτερη όλων ιδεολογία μου θα βύθιζε τη χώρα στην καταστροφή και στα δάκρυα: θα ζούσαμε το αντίστοιχο της απελευθέρωσης όλων των ζώων ενός ζωολογικού κήπου στην πόλη. [§] Ας έχουμε μια στάλα περισσότερο εμπιστοσύνη. Με το κίνημα ΜΕΝΟΥΜΕ ΕΥΡΩΠΗ ξύπνησε μία μεγάλη, πολύ μεγάλη δύναμη, και τώρα παίρνει, σιγά-σιγά, σάρκα και οστά.

Ήθελα να γράψω για το ότι άρχισαν ήδη οι προσπάθειες περιχαράκωσης των λογής στρατοπέδων (έστω και με παρωχημένη, σκουριασμένη, αφελή ρητορική τύπου «Μας χωρίζει άβυσσος», ρητορική δηλαδή που δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει ούτε έναν κομματικό οπαδό που φοράει ακόμα με παντελόνι καμπάνα), και ότι είναι παραπάνω από λογικό αυτό, και ότι άλλωστε δεν πέφτει σε κανέναν μας λόγος (τα κόμματα είναι πολυπρόσωποι, κατά το «πολυκύτταροι», οργανισμοί —ζουν, μεγαλώνουν και ωριμάζουν, και πεθαίνουν βέβαια, όπως καθετί ζωντανό), και ότι είναι φυσικό να πολεμούν ό,τι τα αποδυναμώνει, έστω και άτσαλα, και ότι, για την ακρίβεια, είμαστε ακόμη στην αρχή των όποιων αντιδράσεων θα γίνουμε μάρτυρες, καθώς η προεδρία Μητσοτάκη θα έχει τον πρώτο καιρό, και μέχρι το συνέδριο του Μαρτίου, τα πάνω της και τα κάτω της, τόσο μέσα στο ίδιο το κόμμα όσο και από την πολεμική αντίπαλων πλην σαφέστατα όμορων υπό πολλές έννοιες χώρων (όπως το ΠΑΣΟΚ: το ΠΑΣΟΚ είναι γειτονικό κόμμα με τη ΝΔ, μη γελιόμαστε, και όχι μόνο εν τοις πράγμασι ή όπως απέδειξε η συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου που κράτησε ζωντανή τη χώρα), αλλά προτιμώ να αναφερθώ σε κάτι άλλο που όλο το αμελώ, και που το ξέρουμε βέβαια καλά και το συζητάμε όλοι χαμογελώντας, αλλά που δεν παύει να μου κάνει τόσο μεγάλη εντύπωση: πιστεύω πολύ στον παράγοντα Κυριάκος Μητσοτάκης, και στο ότι προχθές αναδείχτηκε ο επόμενος πρωθυπουργός, ο επικεφαλής δηλαδή της νέας κυβέρνησης συνασπισμού που θα αναδειχθεί από τις εθνικές εκλογές, όποτε και αν γίνουν, αλλά —είναι αστείο— όλο αυτό, που θα σημάνει τόσα για τη χώρα, κατέστη δυνατόν χάρη σε ένα λάθος, χάρη σε ένα σύστημα που δεν δούλεψε καλά, χάρη σε ένα πρόγραμμα που έσκασε, χάρη σε κάποια φτηνά τάμπλετ που κράσαραν. Αν είχαν διεξαχθεί χωρίς τεχνικά προβλήματα οι πρώτες εκλογές τής ΝΔ, με εκείνη την περίεργη, χωρίς σάιτ, εταιρεία που τις είχε αναλάβει, ο Μητσοτάκης δεν θα είχε κάνει την άριστη προεκλογική εκστρατεία που εντέλει τού δόθηκε χρόνος να κάνει, και (μολονότι όχι μόνο εξ αυτού) δεν θα περνούσε καν στον δεύτερο γύρο. Δεν θυμάμαι ατύχημα που να ωφέλησε τόσο μια χώρα, που να επηρέασε την πορεία της (γιατί θα την επηρεάσει) τόσο δραματικά. Για να το πω και αλλιώς: αν αυτό το βλέπαμε στο House of Cards, θα σηκώναμε ειρωνικά το φρύδι με τις υπερβολές του σεναριογράφου.

Θερμά συγχαρητήρια στα μέλη της Νέας Δημοκρατίας και στον νέο τους πρόεδρο, η εκλογή του οποίου ήταν ανέλπιστη και πέραν πάσης προσδοκίας ημών των υπολοίπων: ήταν μια παρηγοριά. Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης σταθεί στο ύψος του προεκλογικού του λόγου —πράγμα που θα φανεί σύντομα και μέσα από μάχες—, οφείλουμε να τον στηρίξουμε όλοι εμπράκτως. Η επερχόμενη νίκη του αντιλαϊκιστικού φιλοευρωπαϊκού μετώπου, που, καλύπτοντας τον χώρο μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς, θα διαχειριστεί τις βαθιές πληγές που υπέστη η Ελλάδα το 2015 στην οικονομία και στις σχέσεις της με τον πολιτισμένο κόσμο, θα έχει κεντροδεξιό άξονα. Ή κανέναν.

Δυο πράγματα που έμαθα από τις πρώτες δέκα ημέρες μου με καθημερινό τρέξιμο στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης. [§] Είναι δύσκολο για αρχάριους, σε καταπονεί σωματικά και πνευματικά, όποτε πλησιάζω στον τερματισμό σκέφτομαι ήδη το αυριανό μαρτύριο. Σου αρέσει όμως, και σου αρέσει ειδικά ο τερματισμός, ενώ δεν είναι καθόλυο ευχάριστη η αρχή, ειδικά επειδή ξεκινάς πιασμένος και πονάς. Το όλο θέμα έχει να κάνει με το να μην τα παρατήσεις, πράγμα που είναι εύκολο: το αποζητάς κάθε στιγμή· αν μάθεις να μη σταματάς, θα εξελιχθείς. Πρέπει να τρέχεις συντηρητικά και με σταθερό τέμπο, οτιδήποτε άλλο δεν ευνοεί τις μεγάλες αποστάσεις. Από ένα σημείο και μετά πονάς σε διάφορα σημεία του σώματός σου, σε εσωτερικά όργανα και σε μυς, και είναι αυτό κάτι που δεν πρέπει να του δίνεις υπερβολική σημασία. Βλέπεις πολύ κόσμο δεξιά, εμπρός και αριστερά σου, και διαφορετικό κόσμο: νέους, μεγάλους, ζευγάρια, μοναχικούς, παρέες κλπ., και έχεις χρόνο να τους περιεργαστείς και να κάνεις κάποιες σκέψεις γι’ αυτούς. Παντού υπάρχουν ιστορίες, καθώς και κείμενο: τρέχοντας, ακούς σπαράγματα διαλόγων, με πολύ ενδιαφέρον — και με ακόμη μεγαλύτερο καθώς δεν θα μάθεις ποτέ την κατάληξή τους. Τρέχοντας στην ίδια πάντα διαδρομή (όπως εγώ), αντιμετωπίζεις πιο εύκολα το φαινόμενο του κορεσμού, που είναι ένα επιπρόσθετο εμπόδιο στο σχέδιό σου, και ίσως το πιο υψηλό — μπορείς να το στρέψεις προς όφελός σου με διάφορους τρόπους (δεν έχω σκεφτεί ακόμη πολλούς), ψάχνοντας, φέρ’ ειπείν, για αλλαγές που κανονικά παραείναι αδιόρατες για να τις παρατηρήσεις: στο φως, στα σχήματα, στον κυματισμό της θάλασσας, στον καιρό που όλα τα αλλάζει, στον τρόπο που τεντώνεις τον ένα σου αντίχειρα κλπ. Ακόμη και οι επαρχιώτες τουρίστες εκπαιδεύονται εύκολα και δεν πατούν στη λωρίδα των ποδηλατών (τρέχω δίπλα της, κολλητά, πατώντας στα χθεσινά μου βήματα), ωστόσο οι άνθρωποι ξεχνιούνται όταν χαίρονται πολύ ή όταν μιλούν στο τηλέφωνο ή όταν διαπληκτίζονται. Οι ψαράδες έχουν εκμοντερνιστεί: έχουν καινούρια, επαγγελματικά καλάμια, φελούς με φωτάκια λεντ που ανάβουν πάνω στο νερό και βλέπεις πού είναι η πετονιά, ισχυρούς φακούς και στα καπέλα τους όπως οι μεταλλωρύχοι, καλά ψυγειάκια για τα ψάρια, καλά ρούχα, καλούς σκούφους για το κρύο — επίσης μαθαίνεις σε ποια μέρη και ποιες ώρες τσιμπάει, καθώς και ποια σημεία πρέπει να αποφεύγεις έτσι και δεν θέλεις να φύγεις άπρακτος. Κίνηση έχει τα Σαββατόβραδα και τις αργίες. Η παραλία, όπως και οι περισσότεροι δημόσιοι χώροι, αντιμετωπίζει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους βανδαλισμούς, και γενικώς αντέχει — κάποια γκραφίτι είναι λίγο έξυπνα. Μόνο εγώ δεν φοράω κολάν. Δεν χρειάζεται να τρέχεις εμποδίζοντας τους άλλους· τα πεζοδρόμια και οι δρόμοι δεν είναι για τρέξιμο, θα έπρεπε να απαγορευόταν διά νόμου. [§] Έχω στόχο να τρέχω όλο το ’16, και τρέμω στην ιδέα.

Το ρεπορτάζ τής ΕΡΤ, αυτού του τέρατος, του Μεγάλου μας Καραγκιόζη, για την παρουσιάστρια των ειδήσεων στην κομουνιστική δικτατορία της Βόρειας Κορέας, ενός καθεστώτος ακραία ταπεινωτικού για τον άνθρωπο, εφάμιλλου του ναζιστικού άγους για τη Γερμανία και της σταλινικής παράνοιας στην ΕΣΣΔ, ενός καθεστώτος που συντηρείται στην εξουσία με βρομιά, βασανιστήρια, εκτελέσεις, τρόμο και σιωπή, με λύπησε πολύ. Όχι γιατί κάποιοι καημενούληδες υπάλληλοι του κρατικού καναλιού, ψυχικά ασθενείς και μόνοι, ταλαίπωροι και λεροί, με το χνότο και τη μασχάλη τους να ζέχνουν ούζο και λακέρδα, βρήκαν ευκαιρία να πουν με σάλια και βραχνάδα στη φωνή ότι αγαπούν τη δικτατορία, αυτό το ξέραμε, όλοι οι αμόρφωτοι και όλοι οι φασίστες την αγαπούν γιατί είναι άρρωστοι και μόνοι, αλλά επειδή θα περάσει κι αυτό, θα ξεχαστεί κι αυτό όπως όλα τα προηγούμενα, θα λιώσει και θα χαθεί μέσα στον γενικότερο πολιτικό πολφό όπου μέσα του ζούμε, κουρασμένοι και βαριεστημένοι πολύ, ηττημένοι και παραδομένοι, να μετράμε τα ψιλά μας, να διαβάζουμε με μισό μάτι και στα κρυφά τα νέα του πραγματικού κόσμου, να μαθαίνουμε για τους νέους διορισμούς σε νέες ΔΕΚΟ υαινών και γυπών, για τροπολογίες και κόντρα τροπολογίες, να τρέμουμε περιμένοντας πότε θα σωθεί το πετρέλαιο στον καυστήρα, να μαθαίνουμε τσούκου-τσούκου τη νεογλώσσα, να επινοούμε και να εκμεταλλευόμαστε κάθε μικρή στιγμή χαράς για να ξεχαστούμε και για να πιστέψουμε ότι ζούμε φυσιολογικά: όλη η τρέλα όπου μέσα της πνιγόμαστε διαλύει τα συστατικά της σε ένα κοινό πράγμα, ένα ζουμί και ένα σύννεφο σκόνης, που σε παραλύει. Έχουμε κουραστεί. Μπαφιάσαμε. Και ξεχνάμε. Για να κρατήσουμε τα λογικά μας, αποφασίσαμε από μόνοι μας να ξεχνάμε. Όλα θα ξεχαστούν, και στο τέλος θα ξεχαστούμε κι εμείς από τον μπαϊλντισμένο πραγματικό κόσμο. Και θα μας μείνει η ΕΡΤ, και οι ναζί υπαλληλάκηδές της, και η Ρι Τσουν-Χι. Που θα συνεχίσει την καριέρα της εδώ.

Πολλοί φίλοι επιχαίρουν που κάποιοι γνωστοί (γνωστοί στα socialmedia, εννοώ, όχι παραέξω) φανατικοί υποστηρικτές τού ΣΥΡΙΖΑ, ευρωσκεπτικιστές, δραχμιστές κλπ. κλπ., κάτι θλιβερά όντα που έβριζαν και απειλούσαν τους δημοκράτες πολίτες και εύχονταν σαν άλλοι Λεβέντηδες να μας βρει ο καρκίνος, εμάς και όλα μας τα σόγια, και να μείνουμε στον τόπο, όταν δεν προέβαιναν σε πιο χειροπιαστές πράξεις, σε πιο προσωπικές επιθέσεις, σε σπορά ψευδών ειδήσεων, ας πούμε (για να χάσουμε δουλειές, φέρ’ ειπείν, ή για να απομονωθούμε κοινωνικά — τέτοια, τέτοια: πολλά τέτοια), κάτι φασίστες δηλαδή, τσογλαναρία του κερατά, Γκοτζαμάνηδες του πληκτρολογίου — επιχαίρουν τέλος πάντων οι φίλοι επειδή τάχα είδαν το φως το αληθινό αυτοί οι τύποι και κατάλαβαν πως ο Τσίπρας τούς δούλευε, ξέρω γω, και πούλησε τα αεροδρόμια, και δεν έκοψε δραχμές, και δεν εγκαθίδρυσε δικτατορία του προλεταριάτου και δεν μας έβγαλε από την Ένωση, και δεν μας πήγε στον Μαδούρο και στο Ιράν κ.ο.κ., και βρίζουν αυτόν τώρα. Το τρομακτικό εδώ βέβαια είναι η χαρά των φίλων, ή αν θέλετε η (για όνομα του καλού Θεού…) δικαίωσή τους. Κύριοι, αυτό το γεγονός που σας χαροποιεί, και που κακώς σάς χαροποιεί, και που τρελαινόμαστε που σας χαροποιεί, ένα πράγμα δείχνει μόνο, που επίσης είπαμε, ξαναείπαμε, γράψαμε, ξαναγράψαμε, δημοσιεύσαμε και ξαναδημοσιεύσαμε: από το πανηγύρι της αριστερής ματαιοδοξίας, που θα λάβει οικτρό τέλος, και που οι τέντες του και οι πάγκοι του θα γκρεμιστούν και θα πέσουν ο ένας πάνω στον άλλο νομοτελειακώ τω τρόπω, μόνο η συμμορία της Χρυσής Αυγής έχει να κερδίσει. Εθνικοσιαλιστές σαν την Άντζυ Σαμίου (πρώτη φορά γράφω αυτές τις δύο λέξεις στη ζωή μου… και ντρέπομαι τρομερά — και δεν ξέρω καν αν είναι η παλιά τραγουδίστρια ή κανένα τρολ) ή τον παρανοϊκό Χατζηστεφάνου, για να αναφερθώ στους δύο μάλλον πιο γνωστούς και επωνύμους φασίστες, για να μη μιλήσω για τα έρμα παιδάκια που για ένα σάντουιτς την ημέρα χτυπούσαν ιοβόλα δωδεκάωρα στο Twitter, φαιοχίτωνες —με μια λέξη— που βρήκαν πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης του χαλασμένου ψυχισμού τους στον ΣΥΡΙΖΑ, τώρα* απλώς θα επιστρέψουν στον φυσικό τους χώρο, αυτόν δηλαδή που δεν κρατά τα προσχήματα ακόμη και για τους πιο ηλιθίους — αυτόν που διαθέτει και κανονικές στολές, και που δεν αποφεύγει απλώς τη γραβάτα για να δηλώσει έμμεσα και πονηρούτσικα πως, «Νά, νά, κοίτα: αυτό εδώ που δεν φορώ είναι στρατιωτική στολή». Και αυτοί οι τύποι, οι πέντε-δέκα γνωστοί που κάνουν την πολλή φασαρία, θα είναι μοναχά η κορυφή του παγόβουνου: η συμμορία του Μιχαλολιάκου θα προσποριστεί τεράστια οφέλη από την «αθέτηση» των «υποσχέσεων» του Τσίπρα. Θα γίνει ό,τι και στο Ανατολικό Βερολίνο μετά την πτώση του Τείχους, όπου τα κομματικά γραφεία βάφτηκαν εν μιά νυκτί από κόκκινα μαύρα, για να γίνουν από κομουνιστικά νεοναζιστικά. Εντέλει: μη χαίρεστε από όσα πάθαμε και από όσα μένουν να πάθουμε —εμείς, η χώρα, όλοι μας εδώ—, να λυπάστε και να τρέμετε. Το κακό το γλεντάει, κι ακόμη δεν έχει καν μεθύσει.

 

* Τι σημαίνει αυτό το «τώρα»; Όχι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποριζοσπαστικοποιείται και γίνεται mainstream (τίποτε δεν άλλαξε ούτε θα αλλάξει στον ΣΥΡΙΖΑ, τη εξαιρέσει των ρουσφετιών και των διορισμών συγγενών από κυβερνητικές πλέον θέσεις — η Αριστερά το έκανε πάντα αυτό από όλες τις άλλες θέσεις εξουσίας που κατείχε μεταπολεμικά). Σημαίνει απλώς ότι πεθαίνει.

Δεν έχω κατεβάσει ποτέ ταινίες και σίριαλ, είναι παράνομο και εκτός των άλλων παραβιάζει μία σειρά νόμους περί πνευματικών δικαιωμάτων, και αισθάνομαι πολύ ούφο που το κάνω (που δεν το κάνω) γιατί είναι η συνηθέστερη πρακτική στον γαλαξία μας μετά το φαγητό (και πολύ πριν το σεξ), εξ αυτού δε έχω χάσει πολύ μεγάλες ποσότητες εξαίσιου κινηματογραφικού και τηλεοπτικού υλικού (κατά τεκμήριο ανώτερου, στα καλά του, από την πλειονότητα των βιβλίων, όχι που κυκλοφορούν, αλλά που γράφονται), δηλαδή: είμαι εκτός της εποχής μου, εκτός των συναφών συζητήσεων, ένας ποπ-παρίας. (Δεν εννοώ ότι θα συμμετείχα σε αυτές, εννοώ ότι δεν έχω καν το δικαίωμα να τις κατανοώ καλά-καλά). Αντίθετα νοικιάζουμε ταινίες από το βιντεοκλάμπ και παρακολουθούμε κάποιες σειρές στη συνδρομητική τηλεόραση του ΟΤΕ, και μάλιστα με πολλή χαρά (για την ακρίβεια: με περηφάνια και  ενθουσιασμό) όταν αυτές προβάλλονται σχεδόν ταυτόχρονα με τις ΗΠΑ. Χαίρομαι πολύ όταν η Ελλάδα δείχνει να μην υπολείπεται σε κάτι — σε οτιδήποτε, πόσο δε μάλλον στην κοινή, παγκόσμια κουλτούρα. Χθες —μεγάλη μέρα η χθεσινή— γίναμε συνδρομητές και στη Netflix, όπως έγιναν και θα γίνουν μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη πριν το τέλος του μηνός — έγινε κάτι τρομερό και απίθανο χθες, που δεν έχει προηγούμενο, γιατί δεν μπορούσε να έχει. Ουσιαστικά, μιλάμε για μία πελώρια δανειστική βιβλιοθήκη με χιλιάδες γεμάτα ράφια, που θα υπάρχει σε κάθε τετράγωνο, δυο βήματα από το σπίτι σου, ή καλύτερα δυο βήματα μέσα στο σπίτι σου. Και που θα συνδέεται με τα μεγαλύτερα και παλαιότερα περιοδικά του δυτικού κόσμου, και με μερικές από τις σπουδαιότερες πένες που υπάρχουν. Ήταν μία ωραία ημέρα η χθεσινή, πανηγυρική. Σχεδόν ξέχασα τη γελοιότητα με τον εορτασμό των Θεοφανίων. (Δεν με ενοχλούν καθαυτά, φυσικά, με ενοχλούν παράφορα οι πολιτικές συζητήσεις γύρω από τον… αγιασμό των υδάτων. Εμετός και σιχασιά). [§] Αισθάνομαι φυσικά και μεγάλη ικανοποίηση που άντεξα τόσα χρόνια τώρα χωρίς να κατεβάσω τίποτε. Νίκησα. (y) [§] Οι ιδιοκτήτες των βιντεοκλάμπ, που ήδη έχουν πληγεί τρομερά από το παράνομο downloading, πρέπει να προσαρμοστούν αν δεν θέλουν να κλείσουν και αυτοί, όπως έκλεισαν από καιρό τώρα οι περισσότεροι συνάδελφοί τους: χρειαζόμαστε εξειδικευμένα βιντεοκλάμπ, με κλασικά φιλμ, με άποψη, με σωστή κατηγοριοποίηση των ταινιών, με αφιερώματα και εξατομικευμένες προτάσεις, με καλά ενημερωμένους υπαλλήλους και, ενδεχομένως, με αποστολή των ταινιών στο σπίτι. Για όσο καιρό θα υπάρχουν ακόμη πελάτες, τέλος πάντων. Δεν θα είναι πολύς.

Έλεγα προ τριών μηνών ότι το πιο έξυπνο που είχαμε να κάνουμε θα ήταν να ψηφίζαμε όλοι Τζιτζικώστα στις εσωκομματικές της Νέας Δημοκρατίας, ώστε από την επομένη κιόλας να έφευγε απαυδισμένος από το κόμμα του Φαήλου ο Μητσοτάκης και να έφτιαχνε επιτέλους ένα δικό του, καθαρά κεντρώο, αντεθνικιστικό, προσανατολισμένο 100% στην Ευρώπη και στη σταδιακή ομοσπονδιοποίησή της, υπέρ της ελεύθερης αγοράς και κατά των διακρίσεων, υποστηρικτικό των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και με άξονα και τροφοδότες τους ανθρώπους του ιδιωτικού τομέα, από τον τελευταίο πακετά μέχρι τον Καρέλια — ένα αστικό ευρωπαϊκό φιλελεύθερο κόμμα του Κέντρου δηλαδή. Τέλος πάντων, δεν έκανα δα και την ανάλογη καμπάνια, γράφτηκα μάλιστα στη ΝΔ και ψήφισα τον Κυριάκο, ο Τζιτζικώστας δικαίως χάθηκε από το προσκήνιο και δεν θα ξαναεμφανιστεί, να ’ναι καλά ο άνθρωπος, ο Μητσοτάκης θριάμβευσε παρά πάσα προσδοκία και διεκδικεί με (ισχνές) αξιώσεις την αρχηγία — είμαι σίγουρος πως δεν θα τα καταφέρει, τα ζάρια ρίχτηκαν, οι μηχανισμοί έχουν πάρει φωτιά, και η ΝΔ θα κληθεί να συμπαρασταθεί στον Τσίπρα και στον Καμμένο υπό τον Μεϊμαράκη… συναινώντας… τι λέξη κι αυτή. Τι θα κάνει ο Μητσοτάκης μετά; Ιδέαν δεν έχω. Όπως δεν έχω ιδέα για το τι κάνει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ένας πολιτικός που δεν ήταν ψηλά στην εκτίμησή μου, το αντίθετο, μέχρι που ανέλαβε την τύχη της χώρας μαζί με τον Σαμαρά — με τον οποίο μάλιστα τα κατάφεραν να την κρατήσουν όρθια, ας θυμηθούμε εδώ, παρά τον λυσσαλέο πόλεμο που δέχτηκαν από παντού, από δεξιά και από αριστερά, και παρά τη νωθρότητα που επέδειξαν εκεί όπου έπρεπε να είναι γρήγοροι, αποφασιστικοί και άμεσοι. Αλλά αναγνωρίζω πως τα τέρατα των συμφερόντων, οι προσοδοθήρες, οι οργανωμένες ομάδες συμφερόντων (ήτοι: οι λόγοι που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία) δεν πολεμιούνται εύκολα. Αφ’ ης δε στιγμής ο Βενιζέλος άφησε την προεδρία τού ΠΑΣΟΚ, λες και μεταμορφώθηκε, λες και απαλλάχτηκε από ένα μανδύ που τον βάραινε στους ώμους αφύσικα: ξεδίπλωσε όλες τις (γνωστές) αρετές του και επισκίασε με ευκολία όλους τούς άλλους στη Βουλή, ευχερώς και με άνεση γκραν μετρ που κάνει αγώνες επίδειξης σε τουρνουά νέων σκακιστών. Επαναλαμβάνω, όμως, πως δεν ξέρω τι κάνει ακριβώς. Και τι επιδιώκει. (Γενικά δεν ξέρω τι κάνει και τι θέλει το ΠΑΣΟΚ, αλλά δεν ξέρω και πόσο ακριβώς ΠΑΣΟΚ είναι ο Βενιζέλος). Όσον αφορά εμένα, πάντως, θα ήθελα να τους δω μαζί: όπως έχουμε, παρά τις πολιτικές διαφορές που υπάρχουν και καλώς υπάρχουν, κυβερνήσεις συνεργασίας (κάτι που η Ελλάδα σιχαίνεται διακόσια χρόνια τώρα, αλλά κάτι που όταν λειτουργήσει πετυχαίνει), έτσι θα ήθελα και ένα αντιπολιτευόμενο κίνημα συνεργασίας, και οιονεί εθνικής σωτηρίας. Αυτοί οι δύο είναι οι καταλληλότεροι σήμερα για να ηγηθούν από κοινού σε κάτι τέτοιο: ο Βενιζέλος και ο Κυριάκος. [§] (Ακόμη και αν ο τελευταίος νικούσε την Κυριακή, πράγμα απίθανο). [§] Το μέλλον, σε κάθε περίπτωση, είναι το Κέντρο, η περιθωριοποίση της Αριστεράς και της καθ’ ημάς Δεξιάς, και η σύμπραξη σοσιαλδημοκρατίας, κεντροδεξιάς και φιλελευθέρων. Πράγμα που, γεροί να ’μαστε, θα το δούμε να συμβαίνει συντομότερα από όσο φαίνεται σήμερα ότι θα το δούμε.