Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Χθες ήταν η ημέρα που, ανά δύο εβδομάδες, πηγαίνω το μεσημεράκι στη Στοά Μοδιάνο για να αγοράσω λαθραία τσιγάρα, χρειάζομαι μία ώρα πήγαιν’-έλα για αυτό, που τον κλέβω από τη δουλειά, αλλά αξίζει τον κόπο, και ας με τρώνε οι ενοχές που με την παρανομία μου αυτή επιβαρύνω κάτι (το ΑΕΠ; τα κρατικά έξοδα; κάτι τέτοιο), έχουμε πει ότι είμαι βαρύς καπνιστής και εδώ και ένα χρόνο και κάτι δεν μας περισσεύουν χρήματα στο σπίτι για πολλά, πόσο μάλλον για εκλεπτυσμένο κάπνισμα, και στον δρόμο, επειδή είχα μια κουβέντα με ένα φίλο πριν και μου ’λεγε για τα πρόσφατα ταξίδια που έκανε στο εξωτερικό και για τα επόμενα που έχει προγραμματίσει να κάνει, και καθώς —όσο να πεις— διάφοροι άλλοι φίλοι επιδεικνύουν κάθε ημέρα ποικίλες εκδοχές πλούτου με φωτογραφίες, αναφορές, θαυμαστικά κλπ., και επειδή η επιδίωξη της ευτυχίας περνά μόνο μέσα από τον πλούτο για έναν ελεύθερο άνθρωπο (και για μία ελεύθερη χώρα), επειδή ο πλούτος, ναι, είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο και συντελεί στην καλλιέργεια ενός πνεύματος το ίδιο ή και παραπάνω από τα βιβλία (μάλλον πολύ παραπάνω, αν θέλετε τη γνώμη μου), μ’ αυτά και μ’ αυτά λοιπόν σκεφτόμουν διάφορα για μένα, πώς τα κατάφερα κι έχω να βγω έξω επίσης κοντά ένα χρόνο τώρα ή κάτι τέτοιο (όχι έξω από την Ελλάδα, έξω για φαγητό ή ποτό, εννοώ), ή πώς τα καταφέραμε πολλοί τέλος πάντων από εμάς και μας πήρε η κάτω βόλτα, και με έπιασε μια άλφα απελπισία, που χρωμάτισε και την υπόλοιπη ημέρα μου (σταχτιά, θα έλεγα, αλλά είναι κιτς και δεν το λέω), μία ημέρα απαιτητική όπως όλες (ξύπνησα εφτάμισι, τώρα είναι δύο παρά μετά τα μεσάνυχτα, κι ακόμη οι δουλειές δεν έχουν τελειώσει — αλλά τελείωσε η απαιτούμενη ενέργεια: καθιζάνουμε), και αν κάτι πραγματικά με ενόχλησε είναι η καθαυτό ενόχλησή μου, κι αυτό γιατί βρίσκομαι και πάλι πολύ πιο ψηλά από ένα σωρό άλλους φτωχοδιάβολους (δεν μιλώ καν εδώ για την πληρότητα που βιώνω καθημερινά στο σπίτι μας με την Κ.), που αυτοί κι αν τη βγάζουν δύσκολα, αυτοί κι αν περνούν σταχτιές ημέρες και νύχτες, αυτοί κι αν μας φθονούν κι αν μας μισούν κι αν θέλουν να τα χάσουμε όλα. Είμαστε όλοι, άλλος λίγο άλλος πολύ, μία μικρή Ελλάδα ο καθένας μας, μία μικρή έρημη χώρα που φθονεί και μισεί και βγάζει νύχια. 

Μας κατέβαλε αποτροπιασμός από την επίδειξη συναισθηματικής αμορφωσιάς των αγροτών με τα «δρώμενά» τους (τι αισχρή λέξη!), αλλά ξεχνούμε ή αρνιόμαστε να θυμηθούμε κι ας μας το φωνάζουν καθημερινά επί χρόνια ότι στο μεγαλύτερο πλαίσιο, σε ένα ευρύ πλαίσιο, αυτό της Ευρώπης —επειδή τα πάντα έχουν τις αναλογίες τους, τα πάντα έχουν τις αντιστοιχίσεις τους, σε κάτι άλλο—, οι αγρότες είναι η Ελλάδα (και ότι αποτροπιασμός καταλαμβάνει μονίμως την Ευρώπη με το ελληνικό θέατρο σκιών, με τα ελληνικά δρώμενα): βρόμικοι, ελεεινοί, κλέφτες, τεμπέληδες, χαραμοφάηδες, εκβιαστές του άστεως, με εκπροσώπους που δεν μπορούν να συνεννοηθούν σε γλωσσικό επίπεδο παρά μόνο κορνάροντας με τα τρακτέρ και χύνοντας το γάλα, είμαστε το επιδοτούμενο σπυρί της ηπείρου. Μέχρι τώρα, το κόλπο έπιανε, και τα χρήματα για να βιάζονται σωρηδόν και ανελέητα τα ξένα κορίτσια μας από την αγροτική ιπποσύνη που δεν παρήγε το παραμικρό εξασφαλίζονταν και χώνονταν μάτσα-μάτσα στα λιπαρά χέρια. Το κόλπο δεν θα συνεχίσει να πιάνει. Η Ευρώπη αντιστέκεται στον φελαχολαό που απαιτεί όλα τα λεφτά για όλα τα κιλά. Και καλά κάνει. Κι αν δεν μας αρέσουν οι χαρακτηρισμοί: βρόμικοι, ελεεινοί, κλέφτες, τεμπέληδες, χαραμοφάηδες, εκβιαστές, είναι δικό μας πρόβλημα πλέον, και μόνο. Αρέσουν στην πραγματικότητα, και αρέσουν και στην αλήθεια. [§] Έφτασε ο καιρός για να αλλάξουν όλα, αν και δυστυχώς με τον μόνο τρόπο που απέμεινε: τον πολύ δύσκολο, αυτόν που θα μας πονέσει όλους. Ας διαβάσουμε τώρα ένα βιβλίο, ας απομακρύνουμε για άλλη μία φορά τα μάτια μας από τον καθρέφτη: Σάββατο ειναι.

Όταν δεν προλαβαίνω να ετοιμάσω αυτό το κομμάτι αποβραδίς, οπότε και πρέπει, καλήν ώρα, να το γράψω το πρωί, είμαι άλλος. Έχει συμβεί ελάχιστες φορές αυτούς τούς δέκα μήνες, μα πάντα είμαι άλλος, και όχι επειδή αντιστέκομαι τάχα στις απαιτήσεις της ημέρας ή επειδή ακόμη με καλεί το κρεβάτι μου. Αυτά τα έχω κάνει ήδη από τις εφτά, όταν μάς ξυπνά ο Αρσέν. Απλώς, το πρώτο που κάνω ερχόμενος από έξω, κι αφού έχω ντυθεί και ετοιμαστεί και ψήσει τον καφέ μου, είναι να περιτρέξω τις timeline μου, που όλη τη νύχτα φόρτωναν με ειδήσεις από τον πραγματικό κόσμο, και όχι από τα ρεκάσματα, αίφνης, του πρωθυπουργού, του λειτουργικά αναλφάβητου χαζούλη —πλην θρασύτατου— υπό εποπτεία καταθλιπτικού και περίγελου του κόσμου, και της συντροφίας. Αυτά γίνονται όλη την ημέρα, στα διαλείμματα από τη δουλειά. όχι: το πρωί βρίσκομαι μπροστά σε ένα σερί από ανθρώπινα επιτεύγματα, εκρήξεις τέχνης, λαμπρά παραδείγματα ορθολογικού ή λυρικού λόγου, ειδήσεις από το φωτεινό κομμάτι της Σελήνης, ειδήσεις από τη μεριά που γεννάει τα όνειρα — βρίσκομαι μπροστά στην πραγματικότητα ως έχει, μια πραγματικότητα που υφάνθηκε το βράδυ, όταν η Ελλάδα κοιμόταν. Όταν δεν προλαβαίνω να ετοιμάσω αυτό το κομμάτι αποβραδίς, και πρέπει, καλήν ώρα, να το γράψω τώρα δα, θυμάμαι τι σημαίνει ομορφιά, γίνομαι άλλος και δεν θέλω να το γράψω, γιατί η απουσία της πραγματικότητας ως έχει, αυτής που γράφεται πάντα σε άλλες γλώσσες, με πονάει. Γιατί είμαι εδώ. Και δεν θέλω, δεν μου αρκεί να είμαι εδώ. Σε κανέναν μας δεν πρέπει να αρκεί αυτή η άθλια μοίρα.

Το μόνο που λειτουργεί, και λειτουργεί καλά, στη χώρα, είναι το ΤΑΙΠΕΔ. Και δόξα τω Θεώ: αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, δεν θα είχαμε να παρουσιάσουμε τίποτε θετικό, πουθενά. Ο Πρόεδρός του, Στέργιος Πιτσιόρλας, μολονότι κάτι τέτοιο προφανώς δεν θα συμφέρει διόλου τον ίδιο από άποψη χρόνου και αποζημίωσης —ούτε σήμερα τον συμφέρει, ίσα-ίσα: και όχι μόνο από άποψη χρόνου και αποζημίωσης—, μακάρι να συνεχίσει σε αυτή τη θέση, ή σε άλλη, υψηλότερη, σχετική με το αντικείμενο των αποκρατικοποιήσεων, της αξιοποίησης της περιουσίας του Δημοσίου, του μικρότερου κράτους εντέλει, και στην επόμενη κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Μητσοτάκη. Είμαι σίγουρος πως θα τον ήθελαν, ελπίζω να του το ζητήσουν, ελπίζω να δεχτεί, και ελπίζω να μην αργήσει να γίνει όλο αυτό.

Ο Βαρουφάκης, ο Καμμένος, ο Κοτζιάς, η Κωνσταντοπούλου, ο Λαφαζάνης, ο Παππάς, ο ράπερ, όλο το μεσσιανικό λεφούσι που γύρισε το ρολόι της Ελλάδας προς τα πίσω για να κονομήσει — είναι ο Τσίπρας: εξακολουθούν να είναι ο Τσίπρας. Η συμπόρευση σε οποιοδήποτε επίπεδο με τον Τσίπρα σήμερα, η συμπόρευση σε οποιοδήποτε επίπεδο με τον Τσίπρα αύριο, είναι συμπόρευση με όλους τούς υπόλοιπους, είτε βρίσκονται ακόμη μαζί του, είτε είναι τάχα απέναντί του. Δηλαδή, είναι συμπόρευση προς τον πολιτικό αφανισμό. Γιατί ο Τσίπρας θα καταποντιστεί, με θόρυβο και κρότο, πολύ πιο γρήγορα από όσο περιμέναμε. Τον νου σας.

Διάβασα χιαστί, λοξώς και γρήγορα και το δεύτερο ιλαρό non paper του βλάκα Ιάσονα Σχινά, του όχι και τόσο alter ego του Κασσιδιάρη, της Μαντάμ Σουσούς των Ορέων, και βέβαια αμέσως εντύπωση μου έκανε, όπως και στον καθένα μας, ο άλλος λόγος, η φινέτσα στο επικοινωνιακό στυλάκι, το αλά Καθημερινή ύφος, τελικώς το rewriting (ο ίδιος είναι λειτουργικά αναλφάβητος) από μία σοφή βοηθητική χείρα, έναν καλό φίλο, έναν γραμματιζούμενο σ/φο, που το γέμισε με «επιτάσσουν», με «πρότερη κατάσταση», με ανθρώπους «που χαίρουν της πολιτικής και προσωπικής εμπιστοσύνης», με «σε ό,τι αφορά», με «πάλαι ποτέ»και με «εν τέλει», έτσι, με δύο λέξεις, για να ’χει πιο πολλή αξία, να ’ναι πιο σοφολογιώτατο. :-) Το μάλωσαν το καημένο, το φτύσανε στα μούτρα, το κατσάδιασαν, φίλοι, γνωστοί και υπό διορισμόν συγγενείς, του ’πανε πόσο ρεζίλι τούς έκανε οικογενειακώς, και του μίσθωσαν και καθαρολόγο γραφέα, όπως τα σόγια των υποδίκων προσλαμβάνουν νεαρούς, φτηνούς πλην φιλόδοξους δικηγόρους, ώστε με τη δύναμη των σωστών λέξεων να μετριάσει κάπως την οργή του κόσμου. Λοιπόν, μπορεί όλο αυτό να μην έχει (στο τέλος της ημέρας τους…) κανένα αποτέλεσμα, όπως θα δουν, αλλά παρά ταύτα: καλά κάνανε. Η παραδοσιακή ελληνική οικογένεια, με τα σεμεδάκια στο εικονοστάσι, είναι σοφή και δεν αφήνει τα παιδιά της αβοήθητα. Μακάρι να το κάνανε και άλλοι, μακάρι —τώρα που το σκέφτομαι— να ’χαμε και ένα ελληνικό Indymedia (αυτό το άντρο του γλωσσικού μικροαστισμού) γραμμένο σε καλά ελληνικά. Η γλώσσα είναι πιο δυνατή από τις σιδηρογροθιές. [§] Αυτά για σήμερα. [§] Παρεμπιπτόντως, και μολονότι δεν ξέρω πόσα τους πήρε ο καλός συνάδελφος, εγώ ζητώ 100 ευρώ ανά επιστολή, –20% φόρος, +23% ΦΠΑ, περισσότερα είναι κλέψιμο, καθαρό κλέψιμο.

Στη στήλη προσπαθώ, αφενός, να μη γράφω θέματα που έχουν πολλαπλώς αναλυθεί από την κοινή συνεισφορά των δημοσιολογούντων μπας και πρωτοτυπήσω λιγάκι για το κοινό καλό (ανεπιτυχώς, καθώς σπανίως θα με απασχολήσει κάτι πρωτότυπο) και αφετέρου, κι αυτό βέβαια αφορά μόνο εμένα, να βρίσκω θέματα χωρίς να τα ψάχνω επί πολύ: δεν έχω χρόνο να κατατρίβομαι με την επικαιρότητα, όπως όσοι είμαστε στο τρέξιμο για το μεροκάματο και κυνηγάμε τις δόσεις και τους λογαριασμούς (επίσης ανεπιτυχώς). Αλλά αυτό με τον ράπερ και την οικογένειά του που προσελήφθησαν στον κρατικό μηχανισμό έπεσε τόσο πολλές φορές μπροστά μου, που μου θυμίζει να πω το εξής: όλο αυτό με τη ραπ, τη χιπ-χοπ, το λόου-μπαπ και τα συναφή υποείδη της μουσικής του δρόμου των προαστίων είναι, πλην στατιστικά ασήμαντων εξαιρέσεων, όχι απλώς μουσική για τα μπάζα, φτηνή και μικρής σημασίας (που είναι), δεν με νοιάζουν οι τέτοιες κατηγοριοποιήσεις, αλλά ένα από τα δύο βασικά ηχητικά μπακγκράουντ της βίαιης πολιτικοποίησης των εφηβικών Δύο Άκρων, του λούμπεν περιθωρίου που δέρνει, μαύρου, κόκκινου, μαυροκόκκινου και μοβ — το άλλο είναι η πανκ των καταλήψεων. Και όχι μόνο στην Ελλάδα, που αντιγράφει, όπως όλη η φελαχοπεριφέρεια, αλλά και στις ΗΠΑ ακόμη (οκέι, εκεί ομνύει και στους φόνους, όχι απλώς στη «βία»). Και τα δύο είδη μαζί δεν θα δώσουν ποτέ ένα τραγούδι επιπέδου Παντελίδη, τον οποίο γνώρισα σήμερα — και δεν θα ξανακούσω ποτέ.

Οι αντιδράσεις —σχεδόν παιδικές, αναφανδόν γελοίες, απολύτως ιταμές, ξεκαρδιστικά αστείες— της κυβέρνησης και κάποιων από τα μεγάλα στελέχη της —μεγάλων υπό μία σαρκαστική έννοια και μόνον, αυτών των ψηλών νάνων κατά τα άλλα— μετά την απόφαση της πλειοψηφίας των μελών της Νέας Δημοκρατίας να πάρουν τα πράγματα επάνω τους επιλέγοντας έναν 100% καινούριο τύπο αρχηγού που αλλάζει τα πάντα στο πολιτικό παιχνίδι και στον χάρτη των πολιτικών-κομματικών δυνάμεων ανακατατάσσοντάς τες και σηματοδοτώντας την πολύ πιο γρήγορη από το προσδωκόμενο αλλαγή —τη θορυβώδη πτώση του καρτουνίστικου βασιλείου της κακομοιριάς και το διά παντός κλείσιμο της αριστερής, κουρδικού τύπου, παρένθεσης—, μπορεί να γεμίζουν τις timelinesμας με τον διασκεδαστικό απόηχό τους και να είναι γενικώς ψυχωφελείς όπως κάθε δελαπατριδισμός, αλλά δεν πρέπει να μας τυφλώνουν τόσο ώστε να ξεχνάμε το εξής: πριν την προδιαγεγραμμένη του πτώση, η τελική αντίδραση του θηρίου που φτιάξαμε, αυτού του πυώδους, ανώμαλου, εθνικολαϊκιστικού τέρατος, του φτιαγμένου από το χώμα και το σάλιο μας, θα είναι θηριώδης, πυώδης και ανώμαλη. Αυτά που θα δούμε πριν το τέλος τους θα ωχριούν μπροστά σε όσα ήδη πρόλαβαν να κάνουν. Σημειώστε το αυτό, και περιμένετε αδιανόητες επιθέσεις από τα χαρακώματα του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή της μαύρης αντίδρασης. Ο αντίστροφος χρόνος της απελπισίας τους έχει αρχίσει ήδη να μετράει. Το γκόλεμ θα χιμίσει.

Παρατηρούνται τρεις νέες συζητήσεις πλέον. Τι είναι τάχα καλύτερο, λέει η πρώτη: να πέσουν άμεσα, τώρα, με την πρώτη ευκαιρία, ή να πέσουν αφού πρώτα περάσουν κάποια αναπόφευκτα μνημονιακά μέτρα; αντέχουμε οικονομικά —συνεχίζουν— άλλη μία εκλογική διαδικασία σε μικρό διάστημα από τις προηγούμενες, ή όχι; Δεν θα το ανέφερα, αν δεν το έβλεπα διαρκώς. Γιατί μου φαίνεται, και ας με συγχωρήσουν, γελοίο. Και παρελκυστικό προφανώς, αλλά κυρίως: γελοίο. Για την κυβέρνηση των Τσίπρα-Καμμένου, που διέλυσε τη χώρα —και όχι μόνο σε επίπεδο οικονομίας—, έχουμε πολύ περισσότερους λόγους να τη δούμε στα αντιπολιτευτικά έδρανα, και στους δρόμους και στα πεζοδρόμια και όπου θέλει, παρά να συνεχίσει να καταστρέφει ό,τι απέμεινε να καταστραφεί, όχι απλώς στην οικονομία αλλά και σε όλα τα άλλα, χωρίς καν να υπολογίζω εδώ το πραξικόπημα που ετοίμαζε επί χρόνια για την αλλαγή καθεστώτος στη χώρα. Η δεύτερη συζήτηση αφορά την ανασύνταξη της Κεντροαριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας, ή τέλος πάντων του «ευρύτερου προοδευτικού χώρου». Αυτή εκκινείται κυρίως, αν όχι μόνο, από το ΠΑΣΟΚ, το κόμμα που έχει σπαραχθεί όσο κανένα τα τελευταία χρόνια: δεν έχει χάσει μόνο τα ποσοστά του καταρρέοντας εκλογικά, δεν έχει απλώς πληρώσει πολύ ακριβά την πλάτη που έβαλε για να μη διαλυθεί η Ελλάδα, αλλά απώλεσε και δύο σημαντικούς ηγέτες: τον Παπανδρέου και τον Βενιζέλο (ο δεύτερος, βέβαια, δεν έχει ακόμη δικό του πολιτικό σχηματισμό). Και οι δύο συζητήσεις έχουν να κάνουν με τη βεβαιότητα (ασχέτως προώρων δημοσκοπήσεων) της νίκης τής ΝΔ στις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν, και με το πώς θα μπορέσει ο λεγόμενος προοδευτικός χώρος να πλασαριστεί στο πολιτικό παιχνίδι και στις αναπόφευκτες μετεκλογικές συνεργασίες: συμπολιτευόμενος ή αφανιζόμενος. Το κατανοώ αυτό, και ας γίνεται εν πολλοίς με λάθος τρόπους. Προσωπικά, πολύ θα ήθελα να ενωνόταν εκλογικά υπό ένα σχηματισμό η Κεντροαριστερά (ΠΑΣΟΚ, Κίνημα, Ποτάμι, η όποια ΔΗΜΑΡ απέμεινε), ώστε να συγκυβερνήσει με τον Μητσοτάκη. Μακάρι να τα καταφέρουν, αν και το αποκλείω. Ας είναι. Η τρίτη συζήτηση είναι ενδοοικογενειακή, και έχει να κάνει με ερωτήματα του στιλ, «Να ανανεώσουμε τη συνδρομή μας στο New York ή να πληρώσουμε εκείνη τη δόση τού ΦΠΑ; Μήπως φάμε καμιά προσαύξηση; Να χάσουμε δυο-τρεις μήνες ακόμη από το Nation ή να πληρώσουμε τον ΟΤΕ του γραφείου; Το κόβουν αμέσως πια. Να πάρουμε ψάθα πλαστική ή από καλάμια για το μπαλκόνι; Πόσο πάει το μέτρο;» Τέτοια, πολλά.

Παίρνουν όλο τηλέφωνο τον μπαμπά μου από τα νεκροταφεία εδώ και κάτι μήνες, για να του πουν ότι πέρασαν αρκετά χρόνια πια και ότι, λυπούνται, αλλά θα ξεχώσουν τη γιαγιά (και κάτι θα κάνουν με τα κόκαλα μετά, δεν πολυκαταλάβαμε τι, λογικά θα τα πετάνε, τι να τα κάνουν; αν έχουν απομείνει και καθόλου δηλαδή, που δεν νομίζω), και για να το αποφύγουμε αυτό θέλουν κάτι χρήματα, 50-60 ευρώ τον μήνα, ή κάπου 800 ευρώ τον χρόνο, κάτι τέτοιο, νομίζω, σε πέντε ή έξι δόσεις, θα τα βρούμε, του λένε, δεν είναι εκεί το πρόβλημα, ελάτε από δω. Το συζητούσαμε πίνοντας καφέ τις προάλλες στο καφενείο και σχεδόν μάς έπιασαν τα γέλια και γεμίσαμε άχνες από το μαστιχάτο λουκούμι που τον συνόδευε, στα παντελόνια μας και στα χείλια. Πάντα περνάμε καλά με τον μπαμπά μου.