Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Εννιά με δέκα χιλιάδες το κεφάλι παζαρεύει να τσεπώσει η χυδαία Ελλάς από τους διαχειριστές των ανθρωπιστικών κρίσεων. Ας πάρει και εκατό χιλιάδες ανά πρόσφυγα. Ας πάρει όσα μπορούν να δοθούν. Ας πάρει τα πάντα. Αρκεί να μην πάει από αυτή τη βοήθεια ούτε σεντς στην κεντρική κυβέρνηση: αν τυχόν το πάρει, θα καταφέρει να βρομίσει ακόμη κι αυτό το ιερό σεντς, πριν το γλιστρήσει στις τσέπες τού κάθε Καρανίκα και του κάθε ακροδεξιού Χωνιού. Ας γίνει για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά χρηστή διαχείριση των χρημάτων, για τη δημιουργία και τη λειτουργία, όχι για σήμερα αλλά σε βάθος χρόνου, κλειστών δομών πραγματικής φιλοξενίας, όπου ο κόσμος θα ζει υπό μη νεολιθικές, βάρβαρες, τύπου γκουλάγκ συνθήκες, αλλά σαν άνθρωποι. Και, πάνω απ’ όλα: ας δοθούν τα χρήματα, ναι, να δοθούν αύριο κιόλας, κι ας έρθουν ξένοι να διευθύνουν αυτά τα κέντρα — από οποιαδήποτε χώρα του πλανήτη, υπάρχουν περί τις διακόσιες. Ας επιλεγούν δυο-τρεις με κλήρο. [§] (Στο μεταξύ, τα κοράκια πετούν ανεχόρταγα πάνω από την Ειδομένη. Κι έχουν όλα τους ονοματεπώνυμο. Και το πιο γελαστό, κι αυτό που μαζί κλαίει και πιο καλά, όλοι έχουν μάθει και το φωνάζουν Αλέξη).

Έξω από τη φρίκη του καταυλισμού των 15.000 ξεριζωμένων της Ειδομένης, που, εξαιτίας της ιδεολογίας αρπακτικού τού ΣΥΡΙΖΑ, ζουν και δεν έχουν γίνει ακόμη έρμαια μιας αστραπιαίας επιδημίας χάρη και μόνο στις ΜΚΟ, στους εθελοντές και στη βροχή (η ζέστη θα τους αποδεκάτιζε), ψάχνοντας στο ίδιο το χωριό καμιά παρέα ντόπιους για να συζητήσουμε μαζί τους και να τους ακούσουμε, αλλά μη βρίσκοντας τελικώς κανέναν, είδαμε μετά από μια στροφή μία διαφορετική οικογένεια προσφύγων. Κάθονταν —πατέρας, μητέρα, παιδί— κάτω από ένα υπόστεγο, ο ένας κολλητά στον άλλο, με τα χέρια στα γόνατα, όπως πόζαραν πολύ παλιά οι άνθρωποι για να βγουν φωτογραφία. Ήταν μόνοι, μακριά από τις σκηνές και τις φωτιές με τα τηγάνια, μακριά από τις ουρές και τα σάντουιτς που μοίραζαν χαμογελαστοί χιλιοταλαιπωρημένοι συνταξιούχοι από διάφορες μεριές της γης, μακριά από τα αυτοσχέδια μικροσκοπικά παζάρια και τις περικυλωμένες από λάσπη τουαλέτες, μακριά από την οχλοβοή, τη φασαρία, τις συζητήσεις, τις ζυμώσεις, τα κλάματα και τις πνιγμένες διαμαρτυρίες. Απλώς κάθονταν, αμίλητοι, μόνοι τους στο χωριό, κάτω από το στενό μπαλκόνι ή ό,τι ήταν, σε κάτι σαν πεζούλι, με τα χέρια πάνω στα γόνατα. Μπροστά τους και γύρω τους ψιχάλιζε. Περάσαμε από μπροστά τους με το αυτοκίνητο και μας κοίταξαν στα μάτια και οι τρεις (αργότερα θα επιμέναμε πως κοίταζαν τον καθένα μας ξεχωριστά, εμάς μόνο και όχι τους υπόλοιπους), κι αμέσως κατεβάσαμε τις μηχανές και τα κινητά, και πήραμε ακόμα και το βλέμμα μας από πάνω τους και στραφήκαμε όλοι μπροστά, σαν να είχαμε δει κάτι πολύ ιδιωτικό, ή πολύ ιερό. Ο Η. είπε, «Είναι και άνθρωποι που δεν αντέχουν τον συνωστισμό, δεν μπορούν το πλήθος, ασφυκτιούν». Και είχε δίκιο. Δεν ξέρω —πού να ξέρω— τι θα απογίνει αυτή η οικογένεια που κρατιόταν μακριά και μόνη, δεν ξέρω αν θα επαναπατριστούν (τι λέξη…) ή αν θα μπουν σε ένα κέντρο κράτησης, δεν ξέρω αν θα αποδράσουν ποτέ από την Ελλάδα, δεν ξέρω αν θα στεριώσουν κάποτε σε μια καινούρια πατρίδα, δεν ξέρω αν θα ξαναασχοληθούν με τα επαγγέλματά τους (ήταν μουσικοί; μπακάληδες; λογιστές;), δεν ξέρω τι ελπίδες έχουν, αν έχουν καμιά. Ξέρω μόνο αυτό που είδα, και ξέρω πως είναι παγωμένο και πως το λένε Πίκρα.

Ένας άγνωστός μου (δεν είμαστε Φίλοι στο Facebook) σχολίασε πριν καναδυό ώρες σε μία ανάρτησή μου σχετική με τον διορισμό —στο κυβερνητικό πανηγύρι παραδοξοτήτων— του πυώδους εκδότη ενός φασιστικού εντύπου: «Αχ, μακάρι να μπορούσα να έφευγα!» Χθες, έξω από το φροντιστήριο αγγλικών του γιου του, τα ίδια μού έλεγε ένας καλός φίλος και γείτονας («Αχ, μακάρι να μπορούσα να έφευγα!»), σηκώνοντας τους ώμους εντελώς ανήμπορος: πώς να τα αφήσει όλα αυτά, είναι στην ηλικία μου κι έχει δυο παιδιά. Μια τρίτη φίλη, πάλι χθες, μου έγραφε στα μηνύματα πως πασχίζει εδώ και ένα χρόνο να βρει σπίτι στη Γερμανία, μα όλο κάτι συμβαίνει, κάποιο πρόσκομμα, και δεν τα καταφέρνει — και έχει καταβληθεί. «Αχ, μακάρι να μπορούσα να έφευγα!» μου έγραψε. Μπορώ να παραθέσω δεκάδες παρόμοιες περιπτώσεις. Δεκάδες, χωρίς να μπω σε κόπο. Δεν κάνουμε και τίποτε άλλο όταν βρισκόμαστε μεταξύ μας και όταν αλληλογραφούμε. Δεκάδες, δεκάδες περιπτώσεις. Υπολογίζω πως ένα πολύ χαμηλό ποσοστό τα καταφέρνει εντέλει να αποδράσει, πολύ κάτω από το 10%, ίσως ένα 5% όλο κι όλο, μπορεί και πολύ λιγότεροι. Δεν είναι εύκολο να μεταναστεύσεις όταν δεν έχεις (κυρίως) χρήματα: έπρεπε να είχες αρχίσει να το μεθοδεύεις πριν τις εκλογές τού ’15, κάπου στα μέσα τού ’14. Από πρόπερσι τα Χριστούγεννα, όλα άλλαξαν άρδην — άρχισε να υψώνεται ένα τείχος γύρω μας, γύρω από τη χώρα, που θα κρατήσει μέσα του τους φτωχούς, τους δειλούς, τους αργούς και τους τεμπέληδες. Θα μείνουμε μια σκάρτη ομάδα όταν χαθούν μία-μία οι κατηγορίες κάτω από τα πόδια μας, για να πασχίσουμε —κάποια στιγμή— να ξανανέβουμε στην πρώτη εθνική. Μα βέβαια θ’ αρχίσουνε, και τότε, να πέφτουνε τα τέρματα βροχή. Και θα ηττηθούμε.

Είναι ανέκδοτο; Μπορεί. Μπορεί και όχι. Από την άλλη, ζούμε όλοι σαν κομπάρσοι ενός κακά αφηγημένου ανεκδότου, που ούτε γέλιο προκαλεί, ούτε καν ένα ανασήκωμα των ώμων. Δεν προκαλεί τίποτε. Ούτε καν οργή. Τίποτα. Για να εξηγηθώ: Ανακοινώθηκε εχθές η πρωτοβουλία της Chipita να προσφέρει κρουασάν Moltoστους πρόσφυγες μέσω του Ερυθρού Σταυρού και ομάδων εθελοντών. Πολλά κρουασάν: ένα εκατομμύριο. (Η λιανική αξία ενός τεμαχίου κυμαίνεται από 0,84 έως 0,96 ευρώ — πρόκειται για κολοσσιαία προσφορά). Πολλοί, υποθέτω, διακινήσαμε την είδηση. Εγώ, και άλλοι που γνωρίζω, το κάναμε. Και είχαμε πολλές και ποικίλες αντιδράσεις. Θετικές ως επί το πλείστον. Αλλά και πολλές αρνητικές. Ναι! Θα σταθώ σε μερικές μόνο από αυτές τις τελευταίες: «Η φιλανθρωπία θέλει γεμάτες τσέπες». «Θα αυξηθεί, επομένως, η τιμή του κρουασάν στα σουπερμάρκετ». «Αφού δεν έχουνε ψωμί, ας χορτάσουν με κρουασάν». «Ο Θεοδωρόπουλος το κάνει για να γλιτώσει ΦΠΑ». Και πολλά τέτοια παρόμοια. Πολλά.Όμως διάβασα κι αυτό, επίσης σαν σχόλιο στη Σελίδα μου: «Ελεγχόμενη η ημερομηνία λήξης;» Κι εκεί πραγματικά έμεινα. Ενεός. Σέκος. Ανίκανος να αντιδράσω. Πάγωσα. Μυρμήγκιασα. Δηλαδή, κάποιος πιστεύει στ’ αλήθεια πως η Chipita έχει ένα εκατομμύριο κρουασάν στα κελάρια της, παλιά, μαραγκιασμένα, σαφρακιασμένα, και δεν ξέρει τι να τα κάνει, και της πιάνουν τον τόπο, και αποφάσισε να τα ξεφορτωθεί πασάροντάς τα στους πρόσφυγες. Το ξαναλέω: κάποιος πιστεύει πως η Chipita έχει μια αποθήκη που χωράει ένα στόλο νταλίκες, γεμάτη με ένα εκατομμύριο ληγμένα κρουασάν! [§] Δεν είμαστε καν κακό ανέκδοτο. Είμαστε τα εθνίκια που πάνε να τα πουν στους κακούς ξένους στη Eurovision. Είμαστε αυτό το κοπριταριό. Τετέλεσται.

Γύρω από το Προσφυγικό μπορούμε να συζητάμε επί ώρες, επί ημέρες, για όλη μας τη ζωή: είναι άλλωστε ένα θέμα που μόλις τώρα καταλάβαμε (κάπως: τόσο δα) ότι υφίσταται. Μάλιστα, δεν έχουμε καταλάβει ακόμη, και θα αργήσουμε πολύ ακόμη να συνειδητοποιήσουμε, ότι είναι ένα θέμα με το οποίο θα ζουν οι δυτικές κοινωνίες από τώρα και στο εξής διαρκώς. Η νέα μεγάλη Εποχή των Μεταναστεύσεων (η προσφυγιά, θυμίζω είναι κι αυτή μετανάστευση) έχει ελάχιστο καιρό που άρχισε — και δεν θα τελειώσει πριν από δυο-τρεις γενιές. Μπορούμε λοιπόν να συζητάμε γι’ αυτήν όσο θέλουμε, όπως επίσης (και κυρίως) μπορούμε να λυπόμαστε γι’ αυτήν, ειδικά αν είμαστε αριστεροί, γιατί οι αριστεροί λυπούνται καλύτερα από κάθε άλλον, πιο αποτελεσματικά και με πιο πικρά δάκρυα: για τους ανθρώπους που ξεριζώθηκαν και που κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις λάσπες. Ειδικά δε αν είμαστε αριστεροί, κι έχουμε πιο πικρά δάκρυα να χύσουμε στα μάγουλά μας και να στάζουν από το πιγούνι μας πάνω στις λάσπες, μπορούμε να ζούμε μ’ αυτό — να ζούμε με τη δυστυχία και διά της δυστυχίας. Είναι ωραία τα δάκρυά μας, και είναι ωραία η λάσπη της Ειδομένης. Όσο πιο πολλή η λάσπη, τόσο πιο καλά, τόσο πιο καυτά, τόσο πιο όμορφα τα δάκρυά μας. Και τόσο πιο μεγάλη  η οργή μας για το Κακό Σύστημα. [§] Η εγκληματική κυβέρνηση των αγραμμάτων και ανεχόρταγων κομισαρίων πρέπει να γκρεμιστεί, όχι μόνο για να μπουν σε μια ανθρωπιστική τροχιά τα θέματα που καίνε Έλληνες και μη, αλλά μπας και σωθούν, επίσης, κάποια προσχήματα για τις επόμενες φουρνιές αριστερών που, βεβαίως, θα θέλουν κι αυτοί να κλάψουν στην ώρα τους.

Επειδή δεν είναι απαραίτητο, είναι λούσο, το βιβλίο ήταν πάντα μια καλή πυξίδα της Κρίσης. Περί τα δέκα χρόνια από σήμερα, είχε ήδη πάρει να ματώνει και να κατρακυλάει: μέσα στην έξαρση, και λίγο πριν το τέλος, μιας άφρονος περιόδου πολύ χαμηλού επιπέδου καταναλωτισμού, κανείς δεν ενδιαφερόταν για τα βιβλία, πέρα από μια δράκα γραφικούς — τα τιράζ μειώθηκαν μέσα σε δυο-τρεις σεζόν από τις 2.000 και τις 3.000 και τις 4.000 σε 500 αντίτυπα το πολύ, μία πτώση που δεν θα τη δεις σε κανένα άλλο καταναλωτικό προϊόν ποτέ, όσο και να ψάξεις. Παράλληλα, στην Ελλάδα χάσαμε όλες τις παιδικές-εφηβικές κατηγορίες αναγνωστών. Το βλέπαμε να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας και δεν το πιστεύαμε, ήταν τρομακτικό — σαν να ζεις μέσα σε ένα σπλάτερ φιλμ. Και, ξαναθυμίζω, μιλώ για μια εποχή κατά την οποία υπήρχαν πολλά λεφτά στις τσέπες όλων. Μας αρέσει δεν μας αρέσει, το θεωρούμε ή όχι γλυκουλιά, έτσι είναι: η οιονομική κρίση ήταν στην αρχή της «αξιακή». Έτσι άρχισαν όλα. Εν πάση περιπτώσει, και παρά τις όποιες απώλειες, η αγορά εντέλει δεν κατέρρευσε, αν και οι άνθρωποι που δουλεύουν στις εκδόσεις έχασαν πάνω από το 50% των εισοδημάτων τους την τελευταία πενταετία. (Το ’χω ξαναπεί: έλαβα, μαζί με όλους τους άλλους παραλήπτες, το κοινό μέιλ ενός πολύ μεγάλου εκδοτικού που πολύ ευγενικά, και φυσικά ψυχρά, ζητούσε να μάθει εάν δεχόμασταν να μειώσουμε τις αποδοχές μας κατά το εν τρίτον, στις 10:15 ένα πρωί — η μονολεκτική απάντησή μου είχε την ίδια ακριβώς ώρα αποστολής: 10:15. Δεν υπήρχε περιθώριο διαπραγμάτευσης, δεν σε έπαιρνε να το σκεφτείς ή να το διαπραγματευτείς, έτσι και ήθελες να συνεχίσεις να δουλεύεις στον τομέα). Η αγορά στηρίχτηκε από όλους μας, και, παραδόξως θα έλεγε κάποιος, εξακολουθούν σήμερα να εκδίδονται πολλά (για τα δεδομένα μιας χρεοκοπημένης χώρας) και καλά βιβλία, σε μία απέλπιδα προσπάθεια των εκδοτών να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί (όλοι έχουν χρέη, και από κάπου πρέπει να πιαστούν). Θα πιάσει όλο αυτό; Όχι, δεν θα πιάσει. Η αγορά θα εξακολουθεί να φθίνει και να συρρικνώνεται, και πολλά μεγάλα μαγαζιά θα κλείσουν. Αν, δε, φτάσουμε τον Ιούνιο να μιλάμε πάλι για Grexit (και όλα δείχνουν πως δεν θα το αποφύγουμε), όλο το κινηματογραφικό σκηνικό των ελληνικών εκδόσεων θα καταρρεύσει μέσα σε μία ημέρα. Χθες μόλις, για να κλείσω αυτό το σημείωμα, έμεινα έντρομος να κοιτώ τον τοίχο επί ώρα (το κάνω όλο και πιο συχνά αυτό: είναι ο τρόπος μου για να μη γίνομαι βίαιος), όταν ένας πολύ γνωστός εκδότης μού ανακοίνωσε ότι έπαψε να κάνει «δωροθεσίες» στις εκπομπές του ραδιοφώνου (μέχρι νεωτέρας, ή: «Για όλο το 2016», όπως μού είπε χαρακτηριστικά). Οι δωροθεσίες είναι το πιο φτηνό προωθητικό μέσο για το βιβλίο (μαζί με την αποστολή, κοστίζει στον εκδότη κάπου 10 ευρώ μάξιμουμ ανά τίτλο, και πολλά λέω), και μάλιστα αυτό που φέρνει πολλαπλάσια τα λεφτά του: αποδίδει όσο τίποτε άλλο! Και όμως. Δεν υπάρχουν αυτά τα 10 ευρώ για διαφήμιση. Και, ξαναλέω, μιλώ για ένα μεγάλο εκδότη, που τα βιβλία του δεν λείπουν ποτέ από τις λίστες των ευπωλήτων. [§] Δεν ξέρω αν γίνομαι σαφής.

Η μια γιαγιά μου, η Μαρία, έμεινε σαράντα χρόνια στη Γερμανία, δούλευε εκεί και ζύμωνε και έψηνε τυρόπιτες κουρού, άνοιγε φύλλο κάθε μέρα, πολλά φύλλα δηλαδή, όλη μέρα ήταν μες στο αλεύρι, και προσπαθούσε να κλέψει και λίγο στη φέτα για να φτουρήσει, καναδυό τυρόπιτες δεν είχαν τη σωστή γέμιση μέσα, έμεινε πολύ μικρή χήρα και δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, η μαμά της ήταν Βουλγάρα και είχε πολύ λευκό δέρμα, σλάβικο, το πρόσωπό της ήταν άσπρο κάτασπρο σαν το πανί και φορούσε πάντα μαύρες ρόμπες και μαύρα φουστάνια και τσεμπέρι, και τα καλοκαίρια γκρίζα ρούχα, δροσερά, για τη ζέστη. Τη βλέπαμε όταν έρχονταν από το Λούντενσαϊντ με τους θείους μου, δύο χιλιάδες χιλιόμετρα με το Ford, για τα μπάνια, και όλη μέρα μάς μαγείρευε, πατάτες τηγανητές και καλαμαράκια τηγανητά και ρυζόπιτες. Η ρυζόπιτα είναι στριφογυριστή πίτα, σαν σαλιγκάρι, και στο τέλος την περιχύνεις με σιρόπι. [§] Η άλλη γιαγιά μου, η Βέτα, είχε έρθει επίσης από τη Θράκη, μελαχρινή όμως αυτή, νοίκιαζε στις Συκιές, στο Τσινάρι, και ο ένας τοίχος του σπιτιού, στην κουζίνα, ήτανε Κάστρο, και η γιαγιά έκρυβε την υγρασία και τα νερά που τρέχανε εκεί, αρχαία νερά, με μια πάντα, και είχε και μια παγονιέρα, και ένα φανάρι, και ένα μεγάλο ράδιο Telefunken που έγραφε τις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου στην μπάρα με τις συχνότητες: Istanbul, London, Paris, Berlin, Athens, New York, Cairo. Ήταν της εκκλησίας, θυμόταν καλά τα τουρκικά και τα γαλλικά της, είχε διδάξει μικρή στο σχολαρχείο αλλά ήταν καπνεργάτρια κυρίως, και μου ’μαθε να λέω το φλιτζάνι. Μου άρεσε να πηγαίνω στο σπίτι της, είχε και μια αυλή, και καπνίζαμε μαζί χωρίς να μιλάμε, και μόλο που δεν έπινα τον καφέ μου με ζάχαρη, μου τον έκανε πάντα σιρόπι τον τούρκικο και μου άρεζε. 

Η εθελόντρια της ΜΚΟ Praxis που ζει από τις αρχές του φθινοπώρου στην Ειδομένη, και με την οποία είχαμε την τιμή να μιλήσουμε εχθές, μας είπε με μια φωνή από την οποία προσπαθούσε εμφανώς να αφαιρέσει την κούρασή της, πολλά που δεν ξέραμε για την κατάσταση εκεί. Θα σταθώ μόνο σε δύο. Το πρώτο αφορά τους πολίτες που θέλουν να συνεισφέρουν με κάποιον τρόπο: αν όντως το εννοούν, λέει, πρέπει απλώς να πάνε εκεί, να βρουν τους υπευθύνους των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται επιτόπου, και να κάνουν ακριβώς ό,τι τούς λένε οι ειδικοί των ΜΚΟ, και απολύτως τίποτε άλλο. Για να το θέσω διαφορετικά, δεν πας με μια συσκευασία μωρουδιακές πάνες, ένα ταψί φαγητό και δυο τσαμπιά μπανάνες και τα δίνεις στους αξιοθέατους ανθρώπους. Δεν βοηθάς έτσι. Κάνεις κακό. Καταστρέφεις το έργο των εθελοντών. Αυτό είναι το ένα. Το άλλο είναι ότι υπάρχει άμεση και πελώρια ανάγκη από φάρμακα, μεταξύ των οποίων αντιβιοτικά και παυσίπονα. Πρέπει να βρεθούν πολλά, να συσκευαστούν και να δοθούν στους ανθρώπους που στελεχώνουν τις δομές εκεί. Εκείνοι, με τη σειρά τους, θα τα χορηγήσουν σε όσους τα έχουν ανάγκη. Τα πράγματα σε κάθε επίπεδο είναι παραπάνω από τραγικά. Και ολοένα (θα) χειροτερεύουν. Το τηλέφωνο της Praxis είναι: 2310-550.223. Βοηθήστε, και βοηθήστε όπως πρέπει. [§] (Προφανώς και δεν υπάρχει καμία κρατική μέριμνα για το πλήθος των βασανισμένων ψυχών που συνωστίζονται στην καθημαγμένη Ελλάδα, με μοναδική τους έγνοια να φύγουν από δω. Προφανώς και δεν μπορεί να υπάρξει. Τους βλέπετε, τους ξέρετε. Αυτοί είναι).

Μόνο οι βαριά προβληματικοί, οι στα όρια της ψύχωσης (αυτοί που τους απάγουν τα ούφο και τους κυνηγάει η KGB και ακούνε Φωνές) φαν τού ΣΥΡΙΖΑ πίστεψαν ποτέ ότι υποστήριζαν, προπαγάνδιζαν και ψήφιζαν κατιτί καινούριο, άφθαρτο, αμόλυντο, παρθένο και ζαχαρωτό, ένα κόμμα που θα χτυπούσε τη διαπλοκή, θα επένδυε στην αξιοκρατία, δεν θα στηριζόταν στους δικούς και στους κολλητούς, δεν θα έκανε τα «λάθη» του «παλιού φθαρμένου πολιτικού συστήματος» και μπλα-μπλα-μπλα. Ίσως ούτε καν αυτοί που τους απάγουν τα ούφο (δεν ξέρω το ποσοστό τους επί του συνόλου των φαν). Ίσως κανείς. Ή ίσως ένας μόνο, κάποιος απίθανος τυπάκος που ζει μόνος σε ένα δυάρι και κοιτάει με τα κιάλια την απέναντι. Οι ψηφοφόροι τού ΣΥΡΙΖΑ σε δύο χοντρά-χοντρά κατηγορίες ανήκουν: σε αυτούς που ήθελαν ανατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος και πολιτικοστρατιωτική χούντα και απομόνωση και δραχμή και τσάκισμα του καπιταλισμού και ψόφο στα αφεντικά και άι στο διάλο #poutana_ola ας πάμε στην Ικαριά ν’ ακούμε Λοΐζο από το τραντζιστοράκι ανάβοντας φωτιές στις παραλίες και μασουλώντας bioκαλαμπόκια (δεν είναι πολλοί αυτοί οι Καρανίκες, και τείνουν να διορίζονται και να χάνουν την όρεξή τους για την επανάσταση), και σε αυτούς που δεν ήθελαν να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ, γιατί πίστεψαν (μολονότι αυτούς δεν τους απήγαγε ποτέ κανένα ούφο) ότι ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ Ο ΕΝΦΙΑ. Και όλοι οι κακοί φόροι. (Not to mention τους 13ους μισθούς, τις μη μειωμένες συντάξεις κ.τ.σ., οκέι). Υπάρχουν και κάποιες ενδιάμεσες κατηγορίες, στελεχωμένες από τους λογής προσοδοθήρες, αλλά ας μη χαλάμε τις καρδιές μας. Γιατί τα λέω αυτά; Για το προφανές: η επίθεση στον βαθιά διαπλεκόμενο με τα μίντια (και με το κεφάλαιο, λέγε με Γιάνα) Τσίπρα δεν θα του στοιχίσει: οι φαν του σ’ αυτό ακριβώς προσδοκούν, και γι’ αυτό τον ψήφισαν. Ποτέ δεν έχαψαν τα παραμύθια του με τους μονόκερους, φράγκα ήθελαν.

Διάβαζα (έχει και κάποια καλά η δουλειά μου) τα παρακάτω στο υπό έκδοση και στα ελληνικά βιβλίο του νομπελίστα φυσικού StevenWeinberg,ToExplaintheWorld: «Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου μία νέα τεχνολογία δημιουργεί σπουδαίες δυνατότητες για την καθαρή επιστήμη. Η βελτίωση των αντλιών κενού κατά τον 19ο αιώνα κατέστησε δυνατή τη διεξαγωγή πειραμάτων σχετικά με ηλεκτρικές εκκενώσεις σε σωλήνες κενού αέρος που οδήγησαν στην ανακάλυψη του ηλεκτρονίου. Η ανάπτυξη των φωτογραφικών γαλακτωμάτων από την εταιρεία Ilford οδήγησε στην ανακάλυψη ενός φορέα νέων στοιχειωδών σωματιδίων κατά τη δεκαετία που ακολούθησε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ανάπτυξη του μικροκυματικού ραντάρ στη διάρκεια αυτού του πολέμου έδωσε τη δυνατότητα για τη χρήση των μικροκυμάτων ως αισθητήρων ατόμων, αποτελώντας ένα αποφασιστικής σημασίας πεδίο ελέγχου της κβαντικής ηλεκτροδυναμικής το 1947. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε τον γνώμονα. Ωστόσο, καμία από αυτές τις νέες τεχνολογίες δεν οδήγησε σε τόσο εντυπωσιακά επιστημονικά αποτελέσματα όσο εκείνα που ξεπήδησαν από το τηλεσκόπιο του Γαλιλαίου. Οι αντιδράσεις στις ανακαλύψεις του Γαλιλαίου υπήρξαν από επιφυλακτικές μέχρι ενθουσιώδεις. Ο παλιός αντίπαλός του στην Πάντοβα, ο Τσέζαρε Κρεμονίνι, αρνήθηκε να κοιτάξει μέσω του τηλεσκοπίου, όπως και ο Τζούλιο Λίμπρι, καθηγητής φιλοσοφίας στην Πίζα. Από την άλλη πλευρά, ο Γαλιλαίος εκλέχθηκε μέλος της πρώτης επιστημονικής ακαδημίας της Ευρώπης, της Ακαδημίας των Λυγκείων, που είχε ιδρυθεί λίγα χρόνια νωρίτερα, και—» Και σταμάτησα να διαβάζω. Ξαναπήγα δύο αράδες πιο πάνω. Τι έκανε, λέει; Τι έκανε; Αρνήθηκε να κοιτάξει μέσω του τηλεσκοπίου. Κορυφαίοι επιστήμονες της εποχής, φυσικοί και φιλόσοφοι, σοβαροί άνθρωποι με πελώρια παιδεία, λόγω και μόνο της κόντρας τους με έναν άλλο επιστήμονα, και ενώ όλος ο κόσμος γύρω τους ξάφνου έκανε ένα πελώριο βήμα μπροστά —ένα πελώριο βήμα—, πείσμωσαν και δεν θέλησαν καν να δουν τι διάολο ήταν εκείνο το καινούριο μαραφέτι που έφτιαξε ο τύπος από την Πίζα, ένας θρασύς μαθηματικός  που εξέδιδε και κάτι βιβλία με διαλόγους —εντελώς για τον πολύ κόσμο—, κι ας βοούσε σύμπασα η επιστημονική κοινότητα πως εκείνη η διόπτρα έφερνε τα ουράνια σώματα δέκα φορές πιο κοντά στο μάτι.  Αρνήθηκαν να κοιτάξουν μέσω του τηλεσκοπίου. Κι έπειτα καθόμαστε και γκρινιάζουμε εμείς που ο μέσος χαζούλης συριζαίος αρνείται να ζητήσει μια συγγνώμη για όλο την κοπρολαλία του επί τόσα χρόνια, για όλο το θράσος που εξέμεσε, για όλο το κακό που σκόρπισε, και για την τρομερή άρνησή του να καταλάβει τι έκανε, ενώ του το εξηγούμε και του το ξαναεξηγούμε χρόνια, με γαϊδουρινή υπομονή. Αρνείται να κοιτάξει μέσω του τηλεσκοπίου: από ντροπή, κατά βάθος.