Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Είναι ένας κύριος εδώ στην Παραλία, ένας ποεδικός Άνθρωπος του Πλήθους —τον βλέπω κάθε μέρα, ό,τι ώρα και να κατέβω—, καλοντυμένος, με ωραίο παράστημα, κάπου στα εβδομήντα, γοητευτικός, χαμογελαστός, με ψαρά μαλλιά· στέκεται δίπλα στους ψαράδες και κάνει κι αυτός ότι ψαρεύει αν και δεν έχει καλάμι και πετονιά, μιλά και χειρονομεί σε ένα φανταστικό φίλο, σκύβει και χαϊδεύει ένα σκυλί που το βλέπει μόνο αυτός, ξεφυλλίζει ένα αόρατο βιβλίο στο παγκάκι: μιμείται κάθε πράξη μας, σαν να λέει —δεν ξέρω— ότι ο χρόνος μας είναι χαμένος, πως όσα κάνουμε είναι λάθος. Άλλοι βέβαια λένε ότι μας ευλογεί.

Τριακόσια εξήντα κομμάτια μέσα σε ένα χρόνο δεν είναι λίγα. Αν μάλιστα τα προσθέσεις στα επίσης 360 κομμάτια της προηγούμενης στήλης, έχεις κι ένα ρεκόρ: δέκα ημέρες όλες κι όλες χωρίς παρουσία στο TBJ μέσα σε δύο χρόνια. Δεν ξέρω βέβαια τι σημαίνει αυτό πέραν του ψυχαναγκασμού που το επέβαλε. Αλλά ας είναι. Το Ημερολόγιο Γεφύρας που σταματά αύριο ήταν μεν πολύ διαφορετικό από τα Λόγια της Πλώρης της προηγούμενης χρονιάς, αλλά τα δυο τους είχαν δύο κοινά χαρακτηριστικά: ασχολούνταν με την επικαιρότητα, προφανώς, και απαιτούσαν τον ίδιο χρόνο για να γραφούν, καθόλου προφανώς, μολονότι τα μεν Λόγια ήταν περί τις 70 λέξεις όλες κι όλες το καθένα (τρία tweet των 140 χαρακτήρων έκαστο καθημερινώς), ενώ το Ημερολόγιο είχε μέχρι και 1.500 (για την ακρίβεια, 450 λέξεις κατά μέσο όρο, ή 150.000 λέξεις συνολικά μέσα σε ένα χρόνο). Ήταν μόνο αριθμοί; Προφανώς και όχι — αν όμως το καλοσκεφτείς, ναι: ήταν χρόνος, δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια, δηλαδή κάτι που στην πραγματικότητα δεν πιάνεται, δεν μένει στο χέρι σου, κάτι εντέλει κενό: κάτι παρελθοντικό, μη υλικό — και ως εκ τούτου αρκούντως άχρηστο. Και ήταν και ακόμη περισσότεροι αριθμοί: αναγνώστες, επισκέψεις στη σελίδα, like, κοινοποιήσεις, σχόλια. Αυτοί οι αριθμοί δεν δικαιολογούν (δεν μπορώ να είμαι ευγενικός) την προσήλωση στον, επιμένω, ψυχαναγκαστικό στόχο, καθώς ήταν μικροί, ιδιαίτερα μικροί. Τόσο τα Λόγια της Πλώρης όσο και το παρόν Ημερολόγιο Γεφύρας υπήρξαν ομολογουμένως δύο αποτυχημένες στήλες — σίγουρα, δε, ιδιαιτέρως αποτυχημένες αν από τη μια μεριά βάλεις τον κόπο (τον χρόνο) που απαίτησαν και από την άλλη τη συνεισφορά τους στον δημόσιο διάλογο, μετρημένη αυτή η τελευταία σε σταθερούς αναγνώστες και σε «διάχυση». (Με έχω για πολύ παραπάνω). Ή μάλλον, διορθώνω: την άμεση συνεισφορά τους, αναφορικά ιδίως με το Ημερολόγιο Γεφύρας. Γιατί υπήρξε έμμεση, και ήταν μεγάλη. Μόλο που, επαναλαμβάνω, σχεδόν κανένα από τα 360 άρθρα δεν έγινε δα και viral, όλες οι ιδέες που πρωτοπαρουσιάστηκαν εδώ, όλες, χωρίς εξαίρεση (για να μην αναφέρω τους διάφορους νεολογισμούς που εισηγήθηκα, είτε από τη στήλη είτε από τα social— να τα λέμε κι αυτά), έγιναν κοινός τόπος της δημόσιας συζήτησης, καθώς υιοθετήθηκαν από (όλους τούς) βασικούς παίκτες — το έκαναν ήσυχα και αθόρυβα και χωρίς ποτέ να κατονομάσουν την πηγή, αλλά το έκαναν. Κι αυτό, αν και ήκιστα ικανοποιητικό, έχει τη σημασία του, και τέλος πάντων είναι κατιτί καλό. Υποθέτω. Μάλλον. Δεν ξέρω. [§] Το Ημερολόγιο Γεφύρας και τα Λόγια της Πλώρης στο σάιτ τού TBJ υπήρξαν η συνέχεια από άλλες στήλες που έγραφα παλαιότερα, πάλι με καθημερινή εμμονή συνήθως, από το φθινόπωρο τού 2009 για την ακρίβεια, αλλά και της πρώτης «φιλοευρωπαϊκής/μεταρρυθμιστικής/φιλελεύθερης/αντιεθνικιστικής» μπλα-μπλα-μπλα ραδιοφωνικής εκπομπής, το «Οχ Θε μου», που ξεκίνησε το ’10 και μετεξελίχθηκε δυο χρόνια μετά στον Amagi, όταν η συχνότητα που το φιλοξενούσε έχασε την άδειά της και άφησε το κοινό που είχε ώς τότε συστηθεί (και την ανάγκη που τη γέννησε) στα κρύα του λουτρού. Αυτά τα εξίμισι χρόνια τυχαίνει να είναι και η περίοδος που ασχολήθηκα τόσο διαβολεμένα λίγο όσο ποτέ άλλοτε στην ενήλικη ζωή μου με το «κανονικό» γράψιμο, με τη μυθοπλασία, με τα βιβλία, που υποτίθεται πως είναι η πραγματική μου ενασχόληση, αυτό που μου αρέσει. Ελάχιστα, όσο και —επί μακρά χρονικά διαστήματα— ολωσδιόλου καθόλου. Αλλά όλοι υποστήκαμε μεγάλες ζημιές με τη χρεοκοπία του κράτους, σωστά; Εγώ υπέστην αυτή. (Εντάξει: και αυτή· μεταξύ πολλών άλλων, κοινών με των περισσοτέρων, κυρίως —τι άλλο;— οικονομικής φύσεως). Στο μεταξύ, και μιας και μιλάμε για χρήματα, έπρεπε και να δουλεύει κανείς. Όσο μπορούσε, ό,τι υπήρχε, ό,τι του δινόταν. Αναγκαστικά, η δουλειά βέβαια περνούσε συχνά σε δεύτερο πλάνο: γινόταν στα διαλείμματα από τις άλλες ενασχολήσεις, απαιτώντας ξενύχτια και διαρκή εφεύρεση πρόσθετου χρόνου. Κατά την περίοδο αυτή της χρεοκοπίας, ο χρόνος και η διαχείρισή του απέβη η δική μου φιλοσοφική λίθος. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, αλλά σίγουρα δεν τα κατάφερα καλά. Κανείς αλχημιστής δεν τα κατάφερε, από τον Παράκελσο μέχρι την ταπεινότητά μου. Όμως δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Κι έπειτα ήρθε και το σάιτ του Amagi, που ήταν από την πρώτη στιγμή βασικό κομμάτι του σχεδιασμού κι ας άργησε τόσο πολύ (και άλλα πολλά ήταν βασικά κομμάτια του σχεδιασμού, αλλά δεν υλοποιήθηκαν ποτέ — ίσως κάποτε), και με αποτελείωσε: τρεις επιπλέον, κατά μ.ό. πάλι, ώρες καθημερινά, από τον Σεπτέμβριο και δώθε. Awkward, ή: ήρθε το γλυκό και έδεσε. [§] Τι άφησαν όλα αυτά; Ό,τι αφήνει καθετί στη ζωή μας, καθετί τέλος πάντων που δεν είναι πολύ δικός άνθρωπος: τίποτε, ένα μικρό ίχνος, κάποιες επιπλέον ρυτίδες, περισσότερο άσπρα (και λιγότερα) μαλλιά, χρέη, ανεξόφλητους λογαριασμούς, προβλήματα στη μέση, κάτι τζούφιες απειλές από φασισταριά της βρομοαριστεράς, πρωτίστως, και της βρομοδεξιάς δευτερευόντως (που λόγια, λόγια, αχ μείναν λόγια, καθώς έχω και πολύ βαρύ χέρι και το ξέρουν και δεν τους παίρνει) — τέτοια πραγματάκια. Και η ικανοποίηση, όσο εκφράστηκε (και μόνο τότε), κάποιων φίλων. Όχι ένα καλό ισοζύγιο. [§] Ζηλεύω πολύ τον Ηλία Κανέλλη για την επάρκειά του και το έργο του. Και τον αγαπώ τρομερά, είμαι ο #1 φαν του. Στα δύο αυτά χρόνια, δεν λογόκρινε τη στήλη ούτε μία φορά. (Κι ας ήταν, μολονότι γενικά πρόσεχα, κάποια κείμενα στα όρια της αγωγής από τα φασισταριά και τα καμμένα μόγγολα). Μόνο άπαξ μού είπε να αλλάξω κάτι γιατί είχα κάνει ένα (χοντρό) λάθος. Τα υπόλοιπα λάθη μου τα άφηνε να περνούν για να μη με προσβάλει. Όπως του λέω συχνά, όταν μεγαλώσουμε κι άλλο θα κάνουμε κάτι πολύ-πολύ σπέσιαλ μαζί, που θα αφήσει εποχή — και θα μας κάνει φυσικά και πλούσιους. Ώς τότε… κάνουμε υπομονή. Ήθελα να προσφέρω περισσότερη κίνηση στο σάιτ τού TBJ, δεν τα κατάφερα. Εγώ φταίω. [§] Και το πίστευα: αλλιώς ξεκίνησα το Ημερολόγιο, και άλλο δρόμο πήρε: αν και ήξερα τι θα γινόταν με τον ΣΥΡΙΖΑ, και το είχα δεκάδες φορές δημοσιεύσει (γιατί εγώ δεν «σας τα ’λεγα» απλώς, σας τα δημοσίευα κιόλας), η Κόλαση όπου μας έριξε η κυβέρνηση, αυτό το τσίρκο παραδοξοτήτων, το μουσολινικό-εθνικοσιαλιστικό πράγμα, με επηρέασε έντονα, και άλλαξε και τη ροή της στήλης. Τα ’κανε όλα μαντάρα. Θα είχαμε πάει πολύ καλύτερα αν το έβλεπα πιο ψύχραιμα. Δεν τα κατάφερα. Δεν το ’χα. Λυπάμαι. [§] Αυτά. Πρέπει λίγο να ξεκουραστώ. Μεγαλώνω ταχέως. Ελπίζοντας πως η παρτίδα θα σωθεί μετά την τελευταία στιγμή, ελπίζοντας πως θα ενωθεί το Κέντρο: η Κεντροδεξιά με την Κεντροαριστερά, όντας σίγουρος πως η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήσει, σας χαιρετώ μέχρι αύριο που θα ανεβεί η τελευταία καταχώριση στο Ημερολόγιο Γεφύρας — και κάποιους σάς ευχαριστώ κιόλας. Ήταν μεγάλη τιμή.

Έφτασε στο τέλος της η στήλη: αύριο θα κάνουμε ένα μικρό απολογισμό και μεθαύριο, στο κλείσιμο του ενός χρόνου που λέμε μαζί καλημέρα, θα πούμε αντίο. Δεν έχουμε κι εμείς να πούμε κάτι σημαντικό, πλέουμε σαν όλους τούς άλλους σ’ αυτή την κατατονική θάλασσα της άνευ όρων παράδοσης, όπου τίποτε δεν γίνεται και τίποτε, ποτέ, δεν αλλάζει. Και ούτε θέλει να αλλάξει. Και ούτε θέλουμε να αλλάξει. Φαντάσου, λέει, να ’ταν και καλοκαίρι — θα δείχναμε στα πρωτοσέλιδά μας τους πρόσφυγες να κάνουν μπάνιο δίπλα σε μας, θα ήμασταν όλοι με το χαμόγελο, κι εμείς κι αυτοί, από το στόμα μας θα έσταζαν οι χυμοί του καρπουζιού, και δεν θα δίναμε σημασία στα πτώματα που θα τουμπάνιαζαν παραδίπλα. Ίσως άλλωστε να χαμογελούσαν κι αυτά. Φαντάσου, λέει, να ’ταν καλοκαίρι, τότε που δεν θέλεις τίποτε άλλο, παρά μόνο να ρουφάς τον καφέ σου, να ξεφυλλίζεις την αθλητική σου ή το αστυνομικό σου, να περιφέρεσαι ανάμεσα ψυγείο και καθιστικό, να ρυθμίζεις όλο και πιο κάτω το κλιματιστικό, όλο και πιο κάτω το κλιματιστικό, να γλιστράς το χέρι μέσα από το σλιπάκι και να χαζολογάς αποκαρωμένος στην τηλεόραση. Είμαστε το Μεξικό των ωραίων Βαλκανίων. Αλλά: ιδού ο Απριλομάης έφτασε, μας χτυπά την πόρτα, έχουμε και το Πάσχα, νά σου και η μεταφερόμενη Πρωτομαγιά, στο βάθος νά τες και οι άδειες, ηχούν και οι δοξαστικές σάλπιγγες κατά της διαπλοκής και της διαφθοράς, και όλα πάνε καλά. Κι ας μην έχουμε θέμα, κι ας μην έχουμε να πούμε κάτι σημαντικό, κι ας πλέουμε σαν όλους τούς άλλους, κι εμείς, κι εσύ, σ’ αυτή την κατατονική θάλασσα της άνευ όρων παράδοσης. Είναι μια θάλασσα καλοκαιρινή, και βέβαια αυτή τη θάλασσα κανείς —ακόμη— δεν μπορεί να μας την κλέψει. Έφτασε και η ώρα που θα πούμε αντίο.

Δύο περιστατικά από το Inbox, πρωινά. [§] Μια παλιά βουδιστική παραβολή μιλά για τον ελέφαντα και τους αόμματους· θα την ξέρετε. Είχαν οδηγήσει, λέει, μία ομάδα τυφλών που δεν είχαν ξανακούσει για αυτό το ζώο κοντά σε έναν εξημερωμένο γίγαντα, δεμένο με αλυσίδα και χαλκά, και τους είπαν να τον περιγράψουν. Πήγαν λοιπόν οι τυφλοί κοντά στον ελέφαντα, τον ακούμπησαν, τον ψηλάφισαν, και μετά είπε ο πρώτος, που είχε πιάσει το πόδι του: «Ο ελέφαντας είναι σαν δέντρο μεγάλο και ισχυρό», και ο δεύτερος, που είχε πιάσει το αυτί του: «Ο ελέφαντας είναι σαν το πανί της βάρκας στον ποταμό», και ο τρίτος, που είχε πιάσει την ουρά του, «Ο ελέφαντας είναι σαν το καμτσίκι που έχουμε για να διώχνουμε τη μύγα», και ο τέταρτος, που είχε πιάσει την προβοσκίδα του: «Ο ελέφαντας είναι σαν το μεγάλο φίδι στο δάσος», και ο πέμπτος, που είχε πιάσει το δόντι του, «Ο ελέφαντας είναι σαν πέτρα που τη λείανε ο καιρός, και σαν το φίλντισι που έχουν οι μάστορες και φτιάχνουν ωραία τεχνουργήματα». Τα σκεφτόμασταν αυτά με ένα φίλο συζητώντας λιγάκι στα μηνύματα για την Αριστερά στην Ελλάδα, και τι σημαίνει για όλους αυτούς (τους πάρα πολλούς) που είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κοντά της: διαφορετικά πράγματα για τον καθένα, ασφαλώς. Και βέβαια μας έπιασε απελπισία, και αλλάξαμε θέμα, και ούτε που σκεφτήκαμε στο τέλος να πούμε πως ο ελέφαντας είναι εκείνο το θηριώδες ζώο που κάποιοι έχουν δεμένο με αλυσίδα και χαλκά. [§] Cosplayείναι το μασκάρεμα των φανατικών των κόμιξ σε ήρωες, υπερήρωες επί το πλείστον, και συνήθως λαμβάνει χώρα στις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, όπως η περίφημη Comic-Con, όπου η ατμόσφαιρα θυμίζει ζωντανό πίνακα γεμάτο δεκάδες ρέπλικες από Σπάιντερμαν και Σούπερμαν και Μπάτμαν και Γουόντερ Γούμαν και από χίλιους δυο άλλους χαρακτήρες, από άντρες και γυναίκες που κυκλοφορούν μακιγιαρισμένοι στους διαδρόμους και στα περίπτερα των εκδοτών και των στούντιο με τις συχνά αυτοσχέδιες στολές τους και τα λογής-λογής παραφερνάλιά τους, «όπλα» και τα λοιπά, και περνούν καλά και φωτογραφίζονται. Μια τέτοια γίνεται αυτές τις μέρες στο Λος Άντζελες. Και βέβαια ελάχιστοι μοιάζουν στους υπερήρωες που μιμούνται, και όχι μόνο επειδή οι στολές τους είναι φτιαγμένες στο χέρι ή αγορασμένες από φτηνά καταστήματα — αλλά επειδή τα σώματα δεν θυμίζουν τα ιδανικά πρότυπα που μιμούνται οι φαν: βλέπεις υπέρβαρους Κάπτεν-Αμέρικα, και κοντούληδες Γούλβεριν, και στρουμπουλές Μαύρες Χήρες, και ηλικιωμένους Μεταλλαγμένους X-Men, νεαρούς με σπυράκια ακμής και πρώην αθλητές με ξεφουσκωμένα ποντίκια. Το θέμα της κουβέντας μας στο Inbox ήταν πάλι το ίδιο: πώς μετατρέπεται η ιδεολογία σε καραγκιόζ μπερντέ.

Ένας στους δέκα ανθρώπους που κάνουν βόλτα στην παραλία, όπου τρέχω τα βράδια, έχει κι ένα σκυλί για παρέα. Χαζεύω περνώντας από δίπλα τους τις διάφορες φυλές, τα μεγέθη, τις συμπεριφορές, τον βαθμό κοινωνικοποίησης του καθενός, τα παιχνίδια τους όταν πλησιάζουν με απορία, περιέργεια και ενδιαφέρον το ένα το άλλο, ή όταν τα αφεντικά τους τα αφήνουν να παίξουν, λυμένα, πολλά μαζί, στα παρκάκια που έχουν φτιαχτεί ακριβώς για αυτό τον σκοπό. Αλλά είναι κι ένας άλλος σκύλος κάθε μέρα εκεί, που ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους τους άλλους. Τον ξέρουν όλοι στη Νέα Παραλία. Είναι ημίαιμος, με μια ποικιλία από ράτσες μέσα του, ιδιαίτερα ορεξάτος πάντα, με μέτρια μακριά τρίχα, μαύρος και καφέ με άσπρες μπάτσες εδώ κι εκεί, με μακριά αυτιά κυνηγόσκυλου και με μια πολύ έξυπνη, σουβλερή και επίσης άσπρη μουσούδα. Είναι μάλλον μεγαλόσωμος: αυτός είναι και ο λόγος, πιθανότατα, που τον εγκατέλειψαν κάποια στιγμή οι άνθρωποι που τον μεγάλωσαν — μια οικογένεια, υποθέτω, με παιδί. Το κάνουν οι περισσότεροι όταν συνειδητοποιούν πως το σκυλάκι που κάποια στιγμή επέμενε ο γιος τους ή η κόρη τους να πάρουν σπίτι είχε την τάση να μεγαλώνει όσο ενηλικιωνόταν και δεν θα έμενε για πάντα κουτάβι. Εν πάση περιπτώσει, είμαι σίγουρος πως ο Τζόκερ (έτσι τον σκέφτομαι, αν και ποτέ δεν τον έχω φωνάξει με το όνομα που του έβγαλα, λόγω του λευκού του προσώπου και του μόνιμου χαμόγελου που έχει στο στόμα) μεγάλωσε σε σπίτι, και ότι το θυμάται ακόμη. Και ότι θέλει να ξαναγυρίσει. Εξ ου και κάνει αυτά που κάνει, μια ποικιλία από πρωτότυπα ακροβατικά και θαυμαστά νούμερα, που απευθύνονται στους περαστικούς, σε όλους αδιακρίτως μαζί και στον καθένα ξεχωριστά. Ο Τζόκερ θέλει να υιοθετηθεί εκ νέου, και κάνει ό,τι μπορεί για να τα καταφέρει: προχωράει γρήγορα-γρήγορα προς τα πίσω, σέρνοντας τα πόδια σαν τον Μάικλ Τζάκσον· πέφτει απότομα μπροστά σου, ξαπλώνει ανάσκελα και κάνει μία ή και δύο στροφές πάνω στην πλάτη του, και μετά ξανασηκώνεται και σε κοιτάζει στα μάτια χαμογελώντας· κάνει σημειωτόν, επιτόπιο τροχάδι, με τα γόνατα ψηλά, το στήθος έξω, το κεφάλι ψηλά, σαν τσολιαδάκι· τρέχει στον μακρύ διάδρομο με τα λευκά πλακάκια, αυτόν που είναι για τους τυφλούς, επί σαράντα-πενήντα μέτρα, έχοντας πρώτα εξασφαλίσει ότι τον βλέπεις, και μετά επιστρέφει πίσω πατώντας στα ίδια ακριβώς βήματα, πάλι αποφεύγοντας να πατήσει στην άσφαλτο της παραλίας· κάθεται προσοχή και σε χαιρετάει με το χέρι όρθιο έτσι όπως περνάς από δίπλα του, σαν στρατιώτης: αν είχε όπλο, θα έκανε παρουσιάστε· τρέχει δίπλα στο ποδήλατό σου με ελαφρύ τροχασμό, πάντα χαμογελώντας και κοιτώντας σε λοξά, σαν ινδιάνικο παλομίνο· ανοίγει το στόμα και χαμογελάει διάπλατα στο σκυλί σου κουνώντας την ουρά του, χωρίς να κάνει αυτές τις ψευτοεπιθέσεις που συνηθίζουν τα άλλα σκυλιά, ίσως για να μην τρομάξει το δικό σου, το καλομαθημένο· το πιο απονενοημένο κόλπο του είναι να τρέχει μπροστά σου, να σε ξεπερνάει, και να ξαπλώνει φαρδύς-πλατύς κάπου δέκα μέτρα μακριά, με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται ή προσποιούμενος, ίσως, τον νεκρό: όταν τον φτάνεις, τα ξανανοίγει, σε κοιτάζει, και αναλόγως με την αντίδρασή σου πηγαίνει ακόμη δέκα μέτρα πιο πέρα και ξαπλώνει πάλι, κάνοντας δήθεν ότι πέθανε, και σε περιμένει· επίσης, ειδικά όταν έχει κρύο ή ψιλόβροχο, συνηθίζει να κάθεται εντελώς ακίνητος όταν βλέπει κάποιον να πλησιάζει προς το μέρος του, αψηφώντας τον άνεμο και τις σταγόνες που μουσκεύουν τη γούνα του, με τα μάτια μισόκλειστα, το κεφάλι ψηλά, αγέρωχο, σε μία επίδειξη σπάνιας γενναιότητας. Ο Τζόκερ ελπίζει πως κάποιο από όλα τα ακροβατικά και χορευτικά του θα πιάσει κάποια μέρα, και ότι θα βρει ένα σπίτι — αν και το θεωρώ τόσο δύσκολο που όποτε τον σκέφτομαι, πόσο μάλλον όταν τον βλέπω, μελαγχολώ. Ή, τι να πω, ίσως απλώς τα κάνει όλα αυτά για να ξεχωρίζει. Ποιος να ξέρει;

Αν αξίζει μία συζήτηση αυτές τις ημέρες, είναι αυτή γύρω από την ταινία Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης, και ιδίως όπως γίνεται στην Ελλάδα. Πρόκειται για το πρώτο από ένα καινούριο υποείδος κινηματογράφου, μία σειρά από υπερηρωικές ταινίες που (θα) εικονογραφούν με στυγνό, πηχτό, θυμωμένο, σκοτεινό και πεισιθάνατο κόμιξ-ρεαλισμό μια εποχή κατάρρευσης (του πολιτισμού, του ανθρωπισμού, της ελπίδας) μέσα σε ένα υπό διάλυση σύμπαν του χαμού: κάτι ολωσδιόλου νέο, κάτι που δύσκολα το δέχεται κανείς — γιατί; γιατί μάθαμε να αγαπάμε τις ταινίες που βασίζονται σε κόμιξ ακριβώς επειδή κατά βάθος και ολωσδιόλου μέσα στον πυρήνα τους είναι αισιόδοξες: οι κακοί είναι καρικατούρες που ηττώνται, το Καλό κατισχύει πάντα στο τέλος, οι ειρωνικές ατάκες εκμαιεύονται εύκολα και λυτρωτικά, και η αυγή λάμπει εντέλει ξανά και ξανά πάνω σε έναν κόσμο ξεσκονισμένο από τη φιλοδοξία των υπερηρώων να προσφέρουν θυσιαζόμενοι. Όλο αυτό το ξέρει καλά η αγαπημένη Marvelκαι το παρουσιάζει με υπομονή, λίγο-λίγο, την τελευταία δεκαετία, ανεβαίνοντας μία συστοιχία από κλίμακες που ενώνονται κάπου ψηλά, ενώνοντας τις ιστορίες της και τους πρωταγωνιστές τους σε ένα μυθικό σύμπαν όπου το Τέλος απομακρύνεται και θα απομακρύνεται εσαεί χάρη στα απαστράπτοντα πρόσωπα των ηρώων της, των λογής μεταλλαγμένων ή ιδιοφυών αντρών και γυναικών που, παρά τον όποιο ανταγωνισμό τους και τα προσωπικά τους μικρά ή μεγάλα δράματα, παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους και δίνουν λύσεις εκεί όπου δεν υπάρχει δυνατότητα να δοθούν. Στο BvS δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά: εδώ το τέλος έχει έρθει, δεν υπάρχουν άρα λύσεις, οι καλοί είναι μια άλλη συμμορία κακών, τα χτυπήματα δίνονται, όχι για να σωθεί κάτι (δεν υπάρχει τίποτε να σωθεί), αλλά επειδή δεν υπάρχει κάτι άλλο για να γίνει: ζούμε μέσα σε μία αρένα μονομάχων, και ο τελευταίος, ο έσχατος νικητής, θα φαγωθεί από το πλήθος των έξαλλων θεατών. Εδώ, δεν υπάρχουν ούτε θεοί με ανθρώπινα πάθη, ούτε υπερήρωες με θεϊκά χαρακτηριστικά. Υπάρχει μόνο Κόλαση. (Μία συγκλονιστικά εικονογραφημένη Κόλαση: κάθε πλάνο της ταινίας είναι και ένας βιομηχανικός Ιερώνυμος Μπος του 21ου αιώνα). Το BvSείναι σπουδαίο φιλμ, ο Σνάιντερ ένας μεγάλος οραματιστής, η Warner Bros έδωσε το οκέι για να φτιαχτεί κάτι που την ξεπερνάει, και, ναι, εδώ η DCνίκησε τη Marvel. Έστω, ηττώμενη. [§] Έλεγα για την Ελλάδα στην αρχή. Γιατί μου αρέσει τρομερά να συζητάμε για τις συγκρούσεις των υπερηρωικών ταινιών —αν είναι δυνατόν, δηλαδή— μέσα στη διαρκή μας Doomsday. Ίσως και να μη χαθούμε τελείως, τελικώς. Ίσως να έχουμε μερικές καλογραμμένες, έξυπνες ατάκες να πούμε λίγο πριν το μεγάλο φινάλε. Ίσως, ποιος ξέρει, να μην υπάρξει καν αυτό το φινάλε.

Μεγάλη Πέμπτη χθες για τους Καθολικούς, και ο Πάπας Φραγκίσκος έπλυνε τελετουργικά, με αγιασμό, τα πόδια δώδεκα προσφύγων, χριστιανών, μουσουλμάνων και ινδουιστών, από έναν καταυλισμό ανθρώπων κυνηγημένων από τον πόλεμο, το Καστελνουόβο ντι Πόρτο έξω από τη Ρώμη, που ζητούν σήμερα άσυλο στην Ιταλία, ή: που ζητούν μια ευκαιρία να αγαπήσουν μια δεύτερη πατρίδα. Έπειτα τα σκούπισε, και τα φίλησε. Κάποιοι από τους πρόσφυγες έκλαψαν. Το βάζω κι εδώ —μολονότι πιστεύω πως θα ανεβεί παντού σήμερα— για τον προφανή λόγο: γιατί καταδεικνύεται πόσο βάρβαρο πρόσωπο μπορεί να επιδείξει μία Εκκλησία, ένα δόγμα, όταν επικεφαλής της έχει άσπλαχνα άτομα, επαγγελματίες της πολιτικής, αθέους ενδεδυμένους χιτώνες πίστης, όπως οι Χριστόδουλοι, οι Άνθιμοι και οι Πειραιώς.

Δεν έμειναν πολλές ημέρες ακόμη γι’ αυτή τη στήλη: άλλη μια βδομάδα όλη κι όλη. Στο τέλος τού μηνός κλείνει χρόνο, με καθημερινή παρουσία —όχι ότι διεκδικεί και κανένα ρεκόρ, εκτός ίσως από αυτό των δευτερευουσών προτάσεων—, και αποσύρεται, όπως το είχε πει στην αρχή-αρχή. Μια μέρα πριν το τέλος, θα κάνω τον απολογισμό της. Σήμερα, απλώς, το επικαλούμαι όλο αυτό από κούραση. Από τίποτε άλλο. Για να έχω έναν κάποιο πρόλογο. Writerblock; Ε, όχι. Όποιος γράφει καθημερινά δεν μπλοκάρει, το αντίθετο συμβαίνει. Ακηδία, αν θέλεις, κι ας μη μου αρέσουν οι «λεξάρες». Οκνηρία, βαριεστημάρα. Έλξη προς το κενό — το διανοητικό. Να μην κάνεις τίποτε, επειδή έχεις κάνει πάρα πολλά, και σχεδόν όλα αδίκως, στον βρόντο. Απαύδισμα από όλα αυτά που μας ενοχλούν όλους καθημερινά. Τίποτε σπουδαίο δηλαδή, τίποτε πρωτότυπο. Κι όμως, συμβαίνουν ένα σωρό πράγματα, μπορούσα να διαλέξω ένα θέμα στην τύχη και να δω πού θα πάει. Απέναντι, η τρελή γριά λούζεται πάλι γυμνή στο μπαλκόνι της, αδιαφορώντας για καθετί, ρίχνοντας νερό επάνω της με το τάπερ. Σε λίγο θα σκουπιστεί με ένα μικρό πανί. Τα κοράκια κρώζουν από το πρωί, σαν κάτι να τα έπιασε, ίσως φταίει ο αέρας, ίσως κουβαλάει τίποτε έντομα, δεν ξέρω. Η Φαντομά κυνηγά άλλη μια μύγα, και το νύχι της όλο μπλέκεται στην κουρτίνα και δεν μπορεί να το βγάλει και σηκώνομαι κάθε πέντε λεπτά να την ξεμπλέξω. Ένας (ακόμη) φίλος εκδότης δεν μπορεί να αγοράσει χαρτί για να τυπώσει, δεν έχει χρήματα, και σκέφτεται να τα παρατήσει, έχει ήδη χάσει ένα μεγάλο μέρος της επένδυσής του. Ένα ζευγάρι φίλων φόρτωσε το αμάξι του και πάει στην Ειδομένη σήμερα, με σκοπό να μείνουν εκεί να βοηθήσουν, τα νέα είναι άσχημα, οι άνθρωποι εκεί είναι στα όριά τους, θα ξεσπάσει μεγάλο κακό. (Και το ξέρουν όλοι, και πολλοί το λαχταρούν). Μία συνεργάτιδα που ζει στις Βρυξέλλες υποφέρει από το lockdownπου επεβλήθη πρις τις Γιορτές πέρυσι, και δεν θέλω να σκέφτομαι πώς είναι τώρα που έγινε ό,τι έγινε. Τα περιοδικά προσφέρουν φωτογραφίες με αίματα, βίντεο με οιμωγές, γεμίζουν με θαυμαστικά και αποσιωπητικά τους τίτλους τους, όπως παλιά ο Αδέσμευτος Τύπος, σε πλημμυρίζουν απέχθεια, σε πιάνουν από τα μαλλιά και σε τραβάνε στις λάσπες, να κυλιέσαι εκεί. Φρίκη. Τα τρία φύλλα τού ΣΥΡΙΖΑ, Αυγή, Εφημερίδα των Συντακτών, Αυριανή, τα ’βαλαν πάλι με το ΔΝΤ, οπότε το νέο κύμα συζητήσεων για το Grexitπρέπει να θεωρείται δεδομένο, λογικά μέσα σε ένα δίμηνο το πολύ θα αρχίσουμε πάλι τα περσινά. Δεν υπάρχει σωσμός. Άνθρωποι της κυβέρνησης χαρακτηρίζουν τους «δανειστές» Σάιλοκ. Ακόμη δεν τους λένε ανοιχτά «Εβραίους τοκογλύφους», αλλά για εκεί το πάνε. Η Αριστερά άλλωστε ήταν ανέκαθεν αντισημιτική, γι’ αυτό και εύκολα τα ’κανε πλακάκια με τους άλλους εθνικιστές, τους ακροδεξιούς. Μου τελειώνει ο καπνός και πρέπει να πάω είκοσι λεπτά δρόμο με τα πόδια για να προμηθευτώ καινούριο από την πιάτσα με τους παράνομους, και σχεδόν δεν μπορώ, δεν έχω κουράγιο να περπατήσω, έχω την εντύπωση πως όλο περπατάω, σχεδόν σαν σε ρόδα ποντικού. Έχω βγάλει προχθές το κοτόπουλο από την κατάψυξη, κι ακόμα να το μαγειρέψω: διόρθωνα βιβλιογραφικές σημειώσεις αυτές τις ημέρες· τις κάνω πολύ καλά, και τις σιχαίνομαι με όλο μου το είναι. Δεν είναι δουλειά για κάποιον σαν και μένα, πώς να το κάνουμε. Όμως είναι η μόνη δουλειά. Τέλος πάντων, θέματα υπάρχουν πολλά. Πάντα υπάρχουν. Η μεγάλη ρόδα στο λούνα-παρκ γυρίζει και γυρίζει.

Τι θέλουν οι ισλαμιστές τρομοκράτες; Δεν ξέρω. Και δεν είναι όλοι ίδιοι. Δεν θέλουν τα ίδια. Και, εδώ που τα λέμε, είναι και εχθροί μεταξύ τους, συχνά περισσότερο από όσο ο καθένας τους ξεχωριστά είναι εχθρός με «εμάς». Ένας φτωχούλης μεγαλωμένος σε ένα θεοκρατικό καθεστώς μέσα στις λάσπες, σε ένα πολιτισμικό επίπεδο ιγκουάνας χωρίς ουρά, με τον Αλλάχ πάνω από το κεφάλι του και τον Προφήτη μέσα στο βρακί του, ένα αμόρφωτο χωριατάκι που θεωρεί τις γυναίκες κάτι σαν την κοπριά, τους απίστους σκωλήκων βρώμα και δυσωδία, ένα δίποδο φουκαριάρικο πράγμα που δεν ξέρει από πόσους πλανήτες αποτελείται το ηλιακό μας σύστημα ή ότι υπάρχει καν ηλιακό σύστημα, θέλει άλλα από το μελαψό παλικάρι που μεγάλωσε και ζει στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, πήγε στο σχολείο εκεί, μιλά άπταιστα όλες τις βασικές γλώσσες, μετράει ένα-δυο πτυχία στις Επιστήμες του Ανθρώπου, έχει φράγκα, αγαπά το ουίσκι, κάνει μανικιούρ δύο φορές τον μήνα, είναι περιζήτητος εραστής, γράφει συνεκτικά δοκίμια και ποίηση, και ονειρεύεται να καταστρέψει τον Δυτικό πολιτισμό σαν μία πράξη ελέους προς αυτόν, και σαν να γεννά ένα συγκινητικό έργο τέχνης, προσφέροντας θυσία τον ίδιο του τον εαυτό. Όπως καμία σχέση με αυτούς δεν έχει ο ζάπλουτος φύλαρχος με την κελεμπία και τα φισεκλίκια που απλώς επιζητεί να μεγαλώσει τη χωμάτινη επικράτειά του και να ισχυροποιήσει την εξουσία του εκεί, και που δεν έχει την παραμικρή βλέψη για την Ευρώπη: ούτε που τον νοιάζει αν υπάρχει, αν ζει ή αν πεθαίνει — του είναι απλώς χρήσιμη σαν πεδίο άσκησης εσωτερικής πολιτικής. Όπως άλλο πράγμα είναι οι (σύμμαχοί μας) του ναζιστικού καθεστώτος της Σαουδικής Αραβίας. Εν πάση περιπτώσει, οι τρομοκράτες, ο εχθρός, ούτε ομοιογενείς είναι ούτε έχουν μια χώρα, ένα «Ιράκ», που τόσο όμορφα και αποτελεσματικά διέλυσε η Δύση χωρίς να σκεφτεί (τόσους υπερμορφωμένους αναλυτές πληρώνουμε, και τζίφος!) τι πύλες της Κολάσεως άνοιγε στερώντας την περιοχή από τον ντόπιο αιμοσταγή δικτάτορά της. Και ο πόλεμος εναντίον τους δεν μπορεί να τελειώσει μέσα σε ένα επιχειρησιακό εξάμηνο: θα διαρκεί πάντα, ακόμη και αν καταστραφούν ολοσχερώς το ISIS, η Αλ Κάιντα και η Μπόκο Χαράμ (Μπόκο Χαράμ σημαίνει «Η Δυτική Παιδεία είναι Απαγορευμένη», απροπό), όταν με το καλό σκονιστούν οι boots on the ground. Τι κάνουμε, άρα; Δεν κάνουμε τίποτε. Πενθούμε τα θύματα. Συνεχίζουμε τη ζωή μας. Πηγαίνουμε σινεμά. Αναμένουμε αλλαγές στην καθημερινότητά μας. (Χωρίς ασφάλεια, δεν υπάρχει Δημοκρατία. Και χωρίς Δημοκρατία δεν υπάρχουν Ανθρώπινα Δικαιώματα). Και προστατεύουμε τους ιερούς ξένους μας: τους βασικούς εχθρούς των ισλαμιστών.

Η σοσιαλδημοκρατία, η δημοκρατική Αριστερά, ή Κεντροαριστερά (μια λέξη που έχει καταντήσει ένα διόλου σύντομο ανέκδοτο), πρέπει να επιβιώσει και να θέσει γερές βάσεις για να αναπτυχθεί εκ νέου. Ο μόνος τρόπος για να το κάνει αυτό είναι να τεθεί η ίδια (και όχι η ΝΔ κυρίως) ως αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ. Ή μάλλον: ναι, σαφώς και υπάρχουν και άλλοι τρόποι, άλλες μέθοδοι, αλλά αυτός είναι ο βασικός, είναι η μήτρα, η αναγκαία συνθήκη — το έδαφος πάνω στο οποίο θα απλώσει τις ρίζες της. Και λέμε «πρέπει», γιατί το ίδιο το πολιτικό σύστημα δεν θα αντέξει (είναι φανερό πως δεν αντέχει) τους ένθεν και ένθεν κραδασμούς (δεξιά της Κεντροδεξιάς, αριστερά της Κεντροαριστεράς) και απλούστατα θα καταρρεύσει, διολισθαίνοντας εξακολουθητικά προς τον απεχθή κρατισμό των άκρων —δηλαδή την πτωχεία—, που καίτοι δικέφαλος είναι ένας, και είναι θανάσιμος για τους πολίτες, όπως όλοι έμαθαν, ακόμη και οι κατά τεκμήριο μικρόνοες, οι χαζοί, από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η Κεντροαριστερά μόνο ως ούλτρα ευρωπαϊκή μπορεί να νοηθεί, δηλαδή ως φιλελεύθερη, μοντέρνα, εκσυγχρονιστική, μεταρρυθμιστική: όμορη και αδελφή της Κεντροδεξιάς, με την οποία και θα κληθεί να συγκυβερνήσει. Όλα τα άλλα είναι αγνός κουβελισμός. Ως εκ τούτου, και σε αντίθεση με τον Βενιζέλο, η Φώφη Γεννηματά κρίνεται ανεπαρκέστατη. Κι αυτός είναι ένας επιεικής χαρακτηρισμός. Προσδοκούμε το νέο κόμμα που θα γεννηθεί από την αυτοδιάλυση και την ένωση των υπαρχόντων, χωρίς βέβαια να ελπίζουμε σε τίποτε. Πολλά μικρά χωριά, πολλοί μικροί κοινοτάρχες που θέλουν να γίνουν αυλικοί και πιτσικόμηδες του καταρρέοντος προύχοντα Τσίπρα.

Σελίδα 1 από 57