Πέμπτη, 04 Δεκεμβρίου 2014

Αθήνα των κουφών

Κατηγορία Blog
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο blog
Ο ήχος μηχανών από νυχτερινές κόντρες είναι κυρίαρχος τις νύχτες στην ελληνική πρωτεύουσα. Ο ήχος μηχανών από νυχτερινές κόντρες είναι κυρίαρχος τις νύχτες στην ελληνική πρωτεύουσα. Ιδιωτικό αρχείο

«Άλλο πράγμα όμως είναι ο ήχος και άλλο ο θόρυβος, άλλο η βουή και άλλο το σούσουρο. Η βροντή, η κραυγή, ο κρότος, η φασαρία, ο πάταγος, η βαβούρα, ο θόρυβος, η πλαταγή και η χλαπαταγή, το πανδαιμόνιο, το πατατράκ, ο ψόφος, η τύρβη, το νταβαντούρι, ο σάλαγος, ο ντόρος, ο κρόταλος, το πατιρντί, ο σαματάς...» Ένα κείμενο του Σάκη Κουρουζίδη που πρωτοδημοσιεύθηκε στην Κυριακάτικη Αυγή της 12ης Οκτωβρίου 1997. 

 

«Χαρά στα κουφά γίνεται;» αναρωτιόταν ο Παύλος Νιρβάνας το 1935 (Νέα Εστία) σε ένα κείμενό του με τίτλο «Το Πάσχα των κουφών». (Το κείμενο αυτό διάβασε από το Τρίτο Πρόγραμμα ο Μανόλης Αναγνωστάκης[...]). Ένα Πάσχα «πολιτισμένο» ήθελε τότε η κυβέρνηση και απαγόρευσε κροτίδες και βεγγαλικά. Το πολιτισμένο ως συνώνυμο του σιωπηρού και του αθόρυβου. Ο Παύλος Νιρβάνας, αντίθετα, υποστηρίζει ότι η χαρά, η ευτυχία, εκφράζονται με ήχους, με κρότο, ενώ «στη σιγαλή» εκδηλώνονται «η λύπη, η μελαγχολία, η συμφορά, η ντροπή». Βεβαίως, τότε, δεν ασχολήθηκαν με το ύφος και το είδος των ποινών στους παρακτρεπομένους- αν, δηλαδή, θα έπρεπε να κατάσχεται το εργαλείο της παρεκτροπής, το πιστολάκι που εκτόξευε τα βεγγαλικά εν προκειμένω, αν είναι συνταγματικό να κατάσχεται ένα περιουσιακό στοιχείο ή ένα εργαλείο δουλειάς αλλά αν μπορούν να υπάρξουν εκδηλώσεις χαράς σε συνθήκες ησυχίας και σιωπής.

Κάθε πόλη, κάθε χωριό, κάθε συνοικία, εκτός από την ιδιαίτερη φυσική, αισθητική, κλιματική ή άλλη ιδιαιτερότητα, έχει- είχε!- και τους δικούς της ήχους.

Φυσικοί, μηχανικοί ή ανθρώπινοι ήχοι έδιναν ένα διακριτικό στίγμα στην πόλη, διαφορετικά ακούγονταν  οι ντελάληδες στην Πλάκα απ’ ό, τι στο Μέτσοβο. Άλλο βουητό παράγουν οι διαδηλώσεις στην πλατεία Δημαρχείου και άλλο στην κεντρική πλατεία του Ηρακλείου. Αλλιώς ακούς από μακριά το πανηγύρι στην Αγία Μαρίνα στο Θησείο και αλλιώς στον Άγιο Αντρέα της Πάτρας. Άλλοι είναι οι ήχοι στο πάρκο της Κατερίνης και άλλοι στην προκυμαία της Ζακύνθου. Αλλιώς ακούγεται η βροχή στην Καβάλα και αλλιώς στο Καρπενήσι. Διαφορετικό ήχο παράγει το γλέντι στην πλατεία από το πάρτι στο μπαλκόνι της πολυκατοικίας. Αλλιώς το βουητό στην Ελευσίνα τις εργάσιμες ώρες κι αλλιώς όταν κατεβαίνουν οι διακόπτες από τα εργοστάσια, στις αργίες. Η μέρα και η νύχτα, ο χειμώνας και η άνοιξη, το πρωί και το μεσημέρι, το χιόνι και η φεγγαράδα, δίνουν διαφορετικούς ήχους, που ακτινογραφούν την κατάσταση της πόλης, αλλά και τη ροή της ζωής της.

Για να παραφράσουμε κάπως τον Κίργκεγκωρ που έλεγε ότι «μπήγεις το δάχτυλό σου στο χώμα και από τη μυρουδιά καταλαβαίνεις σε ποια χώρα βρίσκεσαι», να πούμε πως αν ξυπνήσεις σε μια άγνωστη πόλη, από τους ήχους που ακούς καταλαβαίνεις ποια είναι η πόλη, σε ποια εποχή και σε ποια ώρα της ημέρας βρίσκεσαι. Έτσι όπως είναι ή ήταν ή θα μπορούσαν να είναι. Οι δοκιμαστές των ήχων θα είχαν, σήμερα, σοβαρά προβλήματα να εντοπίσουν διακριτικούς και αναγνωρίσιμους ήχους. Ο συνθετικός μέσος ήχος που εκπέμπουν πλέον οι πόλεις και οι γειτονιές μοιάζει όλο και πιο πολύ.

Άλλο πράγμα όμως είναι ο ήχος και άλλο ο θόρυβος, άλλο η βουή και άλλο το σούσουρο. Η βροντή, η κραυγή, ο κρότος, η φασαρία, ο πάταγος, η βαβούρα, ο θόρυβος, η πλαταγή και η χλαπαταγή, το πανδαιμόνιο, το πατατράκ, ο ψόφος, η τύρβη, το νταβαντούρι, ο σάλαγος, ο ντόρος, ο κρόταλος, το πατιρντί, ο σαματάς, εισπράττονται διαφορετικά από το τύμπανο του αυτιού και κυρίως αντανακλούν διαφορετικά στην ψυχική κατάσταση του ανθρώπου. Διαφορετικά επηρεάζεται κανείς από τους παραπάνω «ήχους» σε κατάσταση χαράς και διαφορετικά σε κατάσταση μελαγχολίας. Αγχωμένος ή εν ευθυμία.

Η τυπολογία των ήχων από τη μια και η κλίμακα των συναισθημάτων από την άλλη. Η αντιστοίχησή τους σε μορφή και τόνο διαφοροποιεί τον ήχο από το θόρυβο. Μετατρέπει την ενόχληση σε ευχαρίστηση ή αντιστρόφως. Η ένταση σε ντεσιμπέλ έχει, συνήθως, δευτερεύουσα σημασία. Λειτουργεί συμπληρωματικά ή αθροιστικά στην παραπάνω συσχέτιση.

Η σημερινή Αθήνα -αλλά και πολλές άλλες πόλεις- διαφέρει από την παλιά όχι μόνο, ούτε τόσο, στην ένταση των ήχων που παράγει και τη διαπερνούν, όσο στη διαφοροποίησή τους. Στην πλήρη αναντιστοιχία ήχων και συναισθηματικής κατάστασης στην οποία αναφέρονται. Διαφορετική εικόνα δίνουν οι μεγαλουπόλεις στη δυτική Ευρώπη. Εκεί όλα είναι πιο ήσυχα, πιο «πολιτισμένα». Όμως η αναντιστοιχία ήχων και συναισθημάτων είναι κι εκεί εμφανής, έστω κι αν τα ντεσιμπέλ διαφέρουν.

Κατάφεραν οι Δυτικοευρωπαίοι την κλασική αναγκαία ευγένεια, το σεβασμό στον συμπολίτη και τον γείτονα να τον μετατρέψουν σε απάθεια και μη επικοινωνία. Για να μην ενοχλούν δεν επικοινωνούν, δεν κάνουν σχέσεις. Για να μην κάνουν φασαρία γλεντούν μόνο σε κλειστούς ηχομονωμένους χώρους και όχι σε ώρες κοινής ησυχίας ή δεν γλεντούν καν.

Αντίθετα οι Έλληνες κατάφεραν, το μέγα προσόν της φυλής μας, τη ζωντάνια και την εκρηκτικότητα   να την κάνουν θόρυβο, φασαρία, «ηχητική ρύπανση».

Από τη μία το μέτρο, το όριο που εξανέμισε την ουσία και από την άλλη η υπερβολή που ισοπέδωσε το περιεχόμενο. Από εκεί η απάθεια και από δω ο παροξυσμός. Και στη μέση ο εισαγγελέας.

Κυρίαρχος ήχος στην Αθήνα είναι το κλάξον, ο οποίος θα πρέπει να αποτελέσει μια ξεχωριστή κατηγορία στην τυπολογία των ήχων. Το κλάξον που χαιρετάει, που βρίζει, που ξυπνάει, που ευχαριστεί, που εκδηλώνει το άγχος ή αγχώνει, που πανηγυρίζει μια νίκη του Ολυμπιακού ή του ΠΑΣΟΚ, που ανοίγει δρόμο στο ασθενοφόρο ή στη νύφη που πάει στην εκκλησία, που καλεί έναν φίλο ή διώχνει έναν ανεπιθύμητο, που καμιά φορά προειδοποιεί και για κίνδυνο- τη μόνη επιτρεπτή χρήση του κλάξον- αποτελεί μια εκδοχή των νεοελληνικών στα τέλη του αιώνα. Η θορυβώδης εξάτμιση, που υποδηλώνει αμέλεια στην επισκευή της, κατασκευαστικό λάθος ή σκοπιμότητα και κυρίως συνειδητό «κόψιμό» της, ανταγωνίζεται το κλάξον. Όμως το κλάξον κυριαρχεί την ημέρα, ενώ η εξάτμιση βασιλεύει τη νύχτα. Μια κομμένη εξάτμιση μοτοσυκλέτας μεγάλου κυβισμού, στις 3 τη νύχτα, αν θα περάσει, σε πλήρη διέγερση, από την Κυψέλη, βασιλεύει- ξυπνάει δηλαδή- 50.000 ανθρώπους.

Η υπεροψία, η επιδειξιομανία, η ανασφάλεια που εκδηλώνει με την κομμένη εξάτμιση ο αναβάτης της προκαλεί και μια ειδικού τύπου διέγερση  που λειτουργεί και ως υποκατάστατο της φυσιολογικής ερωτικής διέγερσης. Έτσι κι αλλιώς υποδηλώνει την αναντιστοιχία ανάμεσα στα συναισθήματα και τους ήχους που τα εκφράζουν.

Τα ντεσιμπέλ κοινοποιούν και στους υπόλοιπους αυτήν την αναντιστοιχία. Μόνον που δεν ακούμε πια. Απλώς ενοχλούμαστε.

 

 

Σάκης Κουρουζίδης. Διδάκτορας Γεωφυσικής, εργάστηκε επί χρόνια στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Αστεροσκοπείου Αθηνών ενώ επί χρόνια υπήρξε διευθυντής της Διευθύνσεως Υποστήριξης Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. Δρων οικολόγος, διετέλεσε διευθυντής των περιοδικών Νέα Οικολογία και Δαίμων της Οικολογίας. Ίδρυσε και διεύθυνε την Ευώνυμο Οικολογική Βιβλιοθήκη στην οποία έχει εκδώσει πολλά βιβλία.

 

The Books' Journal

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά