Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Παναγιώτης Ουλής: να ψάχνεις δύσκολες απαντήσεις

Κατηγορία Blog
Γράφτηκε από  Ειρήνη Αγαπιδάκη
Ο καθηγητής Παναγιώτης Ουλής. Ο καθηγητής Παναγιώτης Ουλής.

Στην ιδέα να γράψω τη νεκρολογία του καθηγητή Παναγιώτη Ουλή, που πέθανε πριν από μερικές εβδομάδες, κυριάρχησε αρχικά ο δισταγμός. Σκέφτηκα ότι είναι ανάρμοστο να γράψει γι’ αυτόν μια διδακτορική φοιτήτρια. Τελικά, πείστηκα ότι δεν είναι άνευ νοήματος μια μαρτυρία για την προσωπικότητά του, έστω και συναισθηματικά φορτισμένη.

Τον Παναγιώτη Ουλή τον συνάντησα για πρώτη φορά, ένα απόγευμα, τέλη Οκτωβρίου 2006, στο αμφιθέατρο του Αιγινητείου νοσοκομείου. Θα παρακολουθούσα, μαζί με άλλους 49 εκπαιδευόμενους, το μετεκπαιδευτικό πρόγραμμα της κλινικής ψυχοπαθολογίας στο οποίο ήταν υπεύθυνος διδάσκων. Ήταν το περίφημο «σεμινάριο του Ουλή», του οποίου η φήμη («ο Ουλής θα σου αλλάξει τα φώτα, αλλά μαθαίνεις ψυχοπαθολογία. Δεν είναι περίπατος. Μαθαίνεις να σκέφτεσαι»), κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα ήδη από το 2001 στους κύκλους των φερέλπιδων ειδικευομένων της ψυχιατρικής και των μεταπτυχιακών φοιτητών της κλινικής ψυχολογίας. Η ψυχοπαθολογία είναι δύσκολη υπόθεση. Στο πλαίσιο των βασικών μας σπουδών δεν μαθαίναμε και πολλά. Σπεύδαμε λοιπόν οι περισσότεροι. Αλλά ο καθηγητής διάλεγε 50 κάθε φορά για κάθε κύκλο σπουδών. Και καλά έκανε.

Είχε πολύ κρύο εκείνες τις ημέρες. Η αίθουσα ήταν παγωμένη και τα περισσότερα παράθυρα ανοιχτά. Μπαίνει μέσα ο καθηγητής, ακριβώς στις 6 το απόγευμα, φορώντας ένα κοντομάνικο μπλουζάκι χρώματος ραφ και μας απευθύνεται: «Καλησπέρα. Μαζί θα περάσουμε τους επόμενους μήνες συζητώντας για ψυχοπαθολογία και άλλα ωραία κι ενδιαφέροντα. Κρυώνετε;» «Ναι!» «Δεν πειράζει, θα συνηθίσετε. Ο εγκέφαλος λειτουργεί καλύτερα στις χαμηλές θερμοκρασίες». Και μας έδωσε εντολή να ανοίξουμε και το τελευταίο κλειστό παράθυρο του αμφιθεάτρου. Δίκιο είχε. Μετά από λίγο είχαμε ξεχάσει το κρύο. Ο Ουλής είχε μονοπωλήσει το ενδιαφέρον μας με τη γοητευτική διδασκαλία του. Ήξερε να κερδίζει αμέσως τον θαυμασμό ή δοκίμαζε τα όρια της υπομονής σου. Μέσος δρόμος δεν υπήρχε. Ήταν αδύνατο να σε αφήσει ανεπηρέαστο. Στην πρώτη εκείνη διάλεξη, μας έβαλε ένα casestudy (μελέτη περίπτωσης). Όπερ σημαίνει, μας έδωσε το ιστορικό (συμπτώματα, ενοχλήσεις, άλλα στοιχεία, κ.λπ.) ενός υποτιθέμενου «ασθενούς», με στόχο να κάνουμε τη διάγνωση. Ξεκίνησαν κάποια «ξεφτέρια» να λένε «διαγνώσεις», με βάση τα τεφτέρια της ψυχοπαθολογίας που είχαμε και έχουμε. Όση ώρα μιλούσαν κάποιοι θαρραλέοι, αριστούχοι ειδικευόμενοι ψυχίατροι εκθέτοντας την άποψή τους για τη διάγνωση, ο καθηγητής Ουλής παρέμενε σιωπηλός, βηματίζοντας πάνω-κάτω στο αμφιθέατρο. Ξαφνικά σταματάει. Γυρνάει σε μας και λέει «Ξεχάστε ό,τι ξέρετε. Αυτό που μόλις κάνατε, μπορεί να το κάνει οποιοσδήποτε διαβάσει το DSM (το τεφτέρι που λέγαμε, ή αλλιώς, βασικό εγχειρίδιο κλινικής ψυχιατρικής…). Αυτό νομίζετε ότι είναι η ψυχοπαθολογία; Ευτυχώς δεν είναι αυτό, αλλιώς αυτό θα σήμαινε ότι εγώ είμαι ανόητος και σας προσφέρω γνώση που δεν τη χρειάζεστε γιατί την έχετε ήδη, ή ότι εσείς είστε ανόητοι ή ίσως και αρκετά αλαζόνες –αλλά σίγουρα ανόητοι– αφού χάνετε τόσες ώρες κάθε εβδομάδα για να έρχεστε εδώ να μου λέτε αυτά που ήδη γνωρίζετε. Εδώ, αν τα καταφέρουμε καλά, αν συνεργαστούμε, θα ξεχάσετε ό,τι ξέρετε και θα μάθετε ψυχοπαθολογία. Και τι σημαίνει να μάθουμε ψυχοπαθολογία; Σημαίνει πρώτα απ’ όλα να μάθουμε να σκεφτόμαστε». Αλήθεια έλεγε. Μερικές εβδομάδες μετά είχαμε εγκαταλείψει τον «τυφλοσούρτη», ήτοι, «τι έχει ο άρρωστος; Καταθλιπτικά συναισθήματα, δεν βγαίνει από το σπίτι και δεν αντέχει το φως; Κατάθλιψη η διάγνωσις!», και αρχίσαμε να σκεφτόμαστε. Να διστάζουμε, να αμφιβάλλουμε. Να μην έχουμε εύκολες απαντήσεις. Ξενύχτησα πολλά βράδια σπαζοκεφαλιάζοντας πάνω από τα «περιστατικά» που μας έβαζε ως άσκηση. Διάβασα πολλά και διαφορετικά βιβλία. Ανάλογα με την απάντηση που του έδινες κάθε φορά, ήξερε πόσες ώρες «πάλευες» με το περιστατικό. Μας ήξερε. Όλους. Με τα ονόματα και τα «χούγια» μας. Επίσης, ήξερε «τη δουλειά». Δεν ασχολιόταν με όσους δεν ενδιαφέρονταν να μάθουν. Δεν πήγαινες άλλωστε στην εκπαίδευση του Ουλή απλά για «το χαρτί». Έπρεπε να θες να μάθεις. Κι αν δεν, εκείνος δε σε έδιωχνε, απλά έφευγες από μόνος σου τη 2η - 3η εβδομάδα.

Στα μέσα της χρονιάς, πρότεινε να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Να αναλάβουμε να παρουσιάσουμε καθένας μας, από ένα περιστατικό στο αμφιθέατρο και να εργαστούμε κατόπιν όλοι μαζί πάνω σε αυτό. Ρώτησε ποιος θέλει να ξεκινήσει, να παρουσιάσει την επόμενη φορά. Η απάντησή μας ήταν μια εκκωφαντική σιωπή. Ουδείς σήκωνε το χέρι. Προσπάθησε να μας ενθαρρύνει «ελάτε παιδιά, μη φοβάστε, δε θα σας πάρω το κεφάλι». Τίποτε. Ξαφνικά, σηκώνεται ένα χέρι. Είναι οι στιγμές που το σώμα κινείται γρηγορότερα από το μυαλό και, χωρίς να καταλάβω πώς, σήκωσα το χέρι μου και προσφέρθηκα. «Α, έχουμε εθελοντή. Και μάλιστα θαρραλέα δεσποινίδα. Λοιπόν Ειρήνη, θα μας παρουσιάσεις την επόμενη φορά εσύ ένα περιστατικό της επιλογής σου». Στο διάλειμμα συζητούσαμε. Εξαιτίας μιας συζήτησης που είχαμε εκείνη την ημέρα, με ονομάτισε «πιονιέρο» και από τότε μου το «κόλλησε».

Τελειώσαμε την εκπαίδευση, πέρασε καιρός και κάποια στιγμή, αργότερα, πήγα να του ζητήσω συστατική επιστολή, προκειμένου να την υποβάλλω μαζί με την αίτησή μου, σε ένα μεταπτυχιακό της Ιατρικής Σχολής. «Καλημέρα πιονιέρο. Πώς πάμε; Περίμενε λίγο και σε 2 λεπτά είσαι έτοιμη». Διαφώνησε με την επιλογή του μεταπτυχιακού που έκανα, αλλά σεβάστηκε απόλυτα την απόφασή μου και μου έδωσε τη συστατική επιστολή.  Ήταν όπως πάντα στην ώρα του, χαμογελαστός, σεβόταν τον χρόνο σου και τον δικό του. Έκτοτε έτυχε να περάσω αρκετές φορές από το Αιγινήτειο και να τον «πετύχω» έξω. Μιλούσαμε για λίγο και ανταλλάσσαμε νέα, απόψεις και ελπίδες. Αισθανόμουν «ήσυχη» που ήταν εκεί. Και για τους ασθενείς, και για την επιστήμη. Όλοι κέρδιζαν από την παρουσία του. Ακόμη και τα ζώα. Λάτρευε τις γάτες. Και τα περιστέρια. Συνήθιζε να τα ταΐζει μέσα στο περβάζι του γραφείου του.

Ο καθηγητής Ουλής δεν ήταν ένας ακόμη. Συνδύαζε μεγάλο πλούτο γνώσεων και ικανοτήτων. Δεν ήταν απλώς ένας καθηγητής ψυχιατρικής. Είχε λάβει δύο διδακτορικά διπλώματα, το ένα στην ψυχιατρική, το άλλο στη φιλοσοφία. Το συγγραφικό, εκπαιδευτικό, ερευνητικό και κλινικό του έργο είναι τεράστιο και ποικίλο. Τον απασχολούσε η ηθική στην άσκηση της ψυχιατρικής. Κι αυτό το αντικείμενο, σε συνδυασμό με τη φιλοσοφία, αποτέλεσε μεγάλο μέρος του έργου του.

Όποτε συναντιόμουν με συναδέλφους, το να έχεις παρακολουθήσει το «σεμινάριο του Ουλή» σε καθιστούσε μέτοχο μιας μειοψηφίας που κατείχε ένα μέρος της γνώσης περί της Κλινικής Ψυχοπαθολογίας και είχε «σπάσει κόκκαλα» για να την αποκτήσει. Έτσι, όταν μαθεύτηκε η δυσάρεστη είδηση του θανάτου του, επικοινωνήσαμε οι παλιοί του φοιτητές, ανταλλάσσοντας δάκρυα πόνου, λόγια παρηγοριάς και αναμνήσεις. Είναι εντυπωσιακό ότι θυμόμαστε όλοι μας τη φωνή του, τις ατάκες του, το ήθος του, την αγάπη του για μας και την επιστήμη, τις κινήσεις του, ακόμη και τα ρούχα που φορούσε. Μας καθόρισε.

Ο Καθηγητής Ουλής σου έδινε εργαλεία για να μάθεις να σκέφτεσαι και σε αντάλλαγμα, σου στερούσε τις εύκολες απαντήσεις. Για πάντα. Για να βρεις τις δικές σου ή να σωπάσεις. Είχες άλλωστε την ελευθερία να διαλέξεις.

Αντίο Καθηγητά.

Μακάρι να ήξερες ότι μέσα στις στρατιές των φοιτητών που πέρασαν από τα χέρια και φιλοξενήθηκαν στο νου σου, υπάρχουν και κάποιοι που μας επηρέασες βαθύτατα. Θα συνεχίσουμε. Ο νους σου θα «σαλεύει» πάντα μέσα μας. Όχι από χρέος, αλλά από επιθυμία. Άλλωστε όπως έλεγες, «Αν ο λόγος που διαβάζετε είναι επειδή πρέπει, τότε κάποιο λάθος κάνω εγώ, ή εσείς».  

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά