Σάββατο, 03 Μαΐου 2014

Ένας έλληνας μαιτρ του ευρωπαϊκού θεάτρου

Κατηγορία Blog
Γράφτηκε από την 
Πορτρέτο του Λευτέρη Βογιατζή από τον Αλέκο Παπαδάτο. Πορτρέτο του Λευτέρη Βογιατζή από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος / Ελληνικό Φεστιβάλ

Στις 2/5/2014 έκλεισε ένας χρόνος από το θάνατο του Λευτέρη Βογιατζή, σκηνοθέτη και ηθοποιού του θέατρου, με σπουδαίο έργο, γεμάτο καινοτομίες και αίσθημα. Εις μνήμην, αναδημοσιεύουμε το σημείωμα με το οποίο το Books' Journal τον αποχαιρέτισε, στο τεύχος 32, Ιουνίου 2013.

Ο θάνατος του Λευτέρη Βογιατζή, στις 2 Μαΐου 2013, και η ανυπόκριτη θλίψη που γέννησε στους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου η απώλεια αυτού του σπουδαίου δημιουργού, επιβεβαίωσε κάτι που γνωρίζαμε όλοι: επρόκειτο για μια σπάνια περίπτωση καλλιτέχνη, που είχε προ πολλού κερδίσει τον σεβασμό, την αγάπη και τον θαυμασμό των ομοτέχνων του, αλλά και του θεατρόφιλου κοινού. Παράλληλα, χωρίς ποτέ να το διεκδικήσει, ήσυχα και διακριτικά, ο Βογιατζής είχε κερδίσει και μια θέση ανάμεσα στους μεγάλους του ευρωπαϊκού θεάτρου.

Πώς μπορεί να τοποθετήσει κανείς τον Λευτέρη Βογιατζή στον χάρτη του ευρωπαϊκού θεάτρου χωρίς να προσκρούσει στο εμφανές παράδοξο: την απροθυμία του να μετακινηθεί; Ο Βογιατζής δεν δέχτηκε καμία από τις προτάσεις που του έγιναν να σκηνοθετήσει στο εξωτερικό. Επιπλέον, για διάφορους λόγους (μεταξύ αυτών και η αμφιθυμία του ιδίου), καμία από τις σημαντικές παραστάσεις του των τελευταίων χρόνων δεν ταξίδεψε εκτός Ελλάδας, παρά τις προσκλήσεις που του απηύθυναν μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ. Φοβόταν τα αεροπλάνα. Δεν ήταν κοσμογυρισμένος. Ήταν όμως ένας ευρωπαίος καλλιτέχνης: κοσμοπολίτης, λόγω της αστείρευτης περιέργειάς του για την τέχνη των άλλων και, ταυτόχρονα, εμμονικά τοπικός.

Ο Βογιατζής συνδιαλεγόταν με το ευρωπαϊκό θέατρο, όχι για να το μιμηθεί, ξεπατικώνοντας τις αισθητικές τάσεις της μόδας, αλλά μυρηκάζοντάς το, μέχρι να απορροφήσει όποιο στοιχείο θα μπορούσε να γίνει δικό του. Την ίδια στιγμή, δεν απέκλινε καθόλου από το προσωπικό καλλιτεχνικό του ιδίωμα, βασανιστικά δουλεμένο με τα χρόνια, αναγνωρίσιμο και αναγνωρισμένο, με τα υλικά –και μέσα στις συνθήκες– του δικού του τόπου.

Ως προς αυτό (και όχι μόνον), ο Βογιατζής μπορεί να θεωρηθεί καλλιτέχνης συγγενής με έναν άλλο σημαντικό ευρωπαίο δημιουργό, τον πολωνό σκηνοθέτη Κρίστιαν Λούπα. Στο ευρωπαϊκό θεατρικό τοπίο που δημιουργήθηκε από τη δεκαετία του 1990 και μετά, επικράτησε μια «εσπεράντο» αισθητική που συνδέθηκε με την επιθυμία για ευκολότερη διακίνηση της θεατρικής τέχνης από χώρα σε χώρα, από φεστιβάλ σε φεστιβάλ. Σε αυτό το πεδίο παραδόθηκαν –άλλοι μόνιμα, άλλοι προσωρινά, σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό– ακόμη και σημαντικοί σκηνοθέτες, κυρίως της νεότερης γενιάς, εγκαταλείποντας σταδιακά τη δική τους «γλώσσα» και υιοθετώντας αυτή την passe-partout, ασφαλή αισθητική της φεστιβαλικά ενωμένης Ευρώπης. Ο Βογιατζής, όπως άλλωστε και ο Λούπα, ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων του ευρωπαϊκού θεάτρου που δεν αποποιήθηκαν μια ταυτότητα προς χάριν μίας άλλης, βολικότερης επικοινωνιακά. Η μέθοδος της δουλειάς τους, πιο στατική και κοπιώδης, προσέδωσε βάθος και υπερ-τοπική εμβέλεια στο θέατρο του τόπου τους, στη δική τους γενιά, αλλά και στις γενιές για τις οποίες υπήρξαν δάσκαλοι. Πρόκειται για δημιουργούς που δεν απλώνονται αδηφάγα στο χώρο, μόλις βρουν την ευκαιρία, παρά μόνον αφού έχουν εξαντλήσει, «σκάβοντας» κάθε δυνατότητα του δικού τους κλήρου.

Αυτή η συνθήκη του «αμετακίνητου» δεν εμπόδισε τον Λευτέρη Βογιατζή να αποκτήσει πιστούς φίλους και θαυμαστές στο εξωτερικό, σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου που παρακολουθούσαν συστηματικά τη δουλειά του. Ο Βογιατζής τους ενδιέφερε, επειδή τον αναγνώριζαν ως έναν από τους πιο αξιόλογους δημιουργούς στην Ευρώπη. Τους ενδιέφερε, ακόμη, διότι, σε μια χώρα με τόσο φτωχή θεατρική παρουσία σε διεθνές επίπεδο, υπήρξε από τους ελάχιστους που έδιναν ονοματεπώνυμο στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Εν τούτοις, από τις παραστάσεις του έλειπαν εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα έκαναν «εύκολο» αυτό το ενδιαφέρον αυτονόητο. Ο Βογιατζής εστίαζε στο κείμενο, στην ερμηνεία του από τον ηθοποιό, στις λεπτές αποχρώσεις της γλώσσας, στους ρυθμούς της, στο κρυμμένο νόημα (η εμμονή του αυτή, γονιμοποιημένη από συνεργάτες όπως η Τζένη Μαστοράκη ή η Χρύσα Προκοπάκη, μας χάρισε και ορισμένα από τα σημαντικότερα μεταφραστικά εγχειρήματα στο ελληνικό θέατρο). Η ιδιαίτερα διδαγμένη εκφορά του λόγου, οι μετρημένοι χρόνοι της φωνής και της γλώσσας, οι σιωπές, αυτή η λέξη και όχι η άλλη... πώς γίνεται προσβάσιμος στον ξένο, στον αλλόγλωσσο, ένας τέτοιος καλλιτέχνης;

Ούτε, πάλι, θα μπορούσε κανείς να ανασυνθέσει, μέσα από το έργο του Βογιατζή, κάποια εκδοχή της εθνικής ταυτότητας, ή μια αφήγηση για τη σύγχρονη Ελλάδα. Υπήρξε γεωγραφικά «ελληνοκεντρικός», με την ουδέτερη, τοπική έννοια – αλλά δεν θα μπορούσε καθόλου να θεωρηθεί φορέας μιας, έτσι ή αλλιώς νοούμενης, ελληνικότητας. Ακόμη και η ενασχόλησή του με το αρχαίο δράμα και με το σύγχρονο ελληνικό έργο καθόλου δεν εκπορευόταν από ενδιαφέρον για την κληρονομιά των προγόνων ή από κοινωνικά αντανακλαστικά ηθογραφικής αισθητικής. Στη δουλειά του δεν ανέπτυξε ποτέ ευθεία ή προγραμματική σχέση με την ιστορία ή με ζητήματα του σήμερα, παρά μόνο στον βαθμό που αυτά εμπεριέχονταν ή προέκυπταν από τα έργα που επέλεγε. Δεν υπέκυψε στη μόδα του θεάτρου-σχολιαστή της επικαιρότητας. Παρέμεινε ερευνητής, ανατόμος της πραγματικότητας (ή, καλύτερα, μιας κάποιας πραγματικότητας), διά μέσου των κειμένων και της σκηνικής τους ερμηνείας. Ο τόπος, ο χώρος, η περιοχή του κειμένου, ο ηθοποιός: θα έλεγε κανείς ότι η σχέση του με το «εδώ» υπήρξε απείρως δυναμικότερη από τη σχέση του με το «τώρα».

Αλλά και σε επίπεδο ρεπερτορίου, ο Βογιατζής παρακολουθούσε, αλλά δεν ακολουθούσε το εκάστοτε ρεύμα της εποχής (με μοναδική, ίσως, εξαίρεση την άμεση ανταπόκρισή του στο φαινόμενο Σάρα Κέην, το έργο της οποίας τον συνεπήρε βαθιά). Δεν τον ενδιέφερε να είναι μέσα στα πράγματα ούτε και να δημιουργήσει μόδα. Με τρόπο ανεπιτήδευτο, ανέμελο σχεδόν, είχε θέσει τον εαυτό του εντός της διαχρονικής –ανθρωποκεντρικής και λογοκεντρικής– παράδοσης της ευρωπαϊκής τέχνης. Επιπλέον, στο τοπίο του ευρωπαϊκού θεάτρου λειτουργούσε ως δείγμα ενός είδους υπό εξαφάνιση: ένας καλλιτέχνης μεγάλου διαμετρήματος, με αυτόνομη παρουσία και έντονα προσωπικό ιδίωμα, που έφτιαχνε τέχνη με όρους δημόσιου αγαθού, έχοντας ως μόνιμη βάση του ένα μικροσκοπικό θεατράκι, σε μια γειτονιά, στις παρυφές του κέντρου μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας.

Υπό αυτή την έννοια, ο Βογιατζής, που δεν ήταν πολιτικός καλλιτέχνης, δημιούργησε, εντός της ελληνικής επικράτειας, μια νησίδα αισθητικής αλλά και, ταυτόχρονα, ένα παράδειγμα πολιτικής ηθικής με ευρωπαϊκή εμβέλεια. Από τη μια, πήρε κοντά του, ανέδειξε και αξιοποίησε, προς όφελος μιας τέχνης υψηλών απαιτήσεων, ορισμένους από τους πιο άξιους και ταλαντούχους καλλιτέχνες του ελληνικού θεάτρου. Και από την άλλη, αυτός ο ασυμβίβαστος και ανατρεπτικός καλλιτέχνης, «διαπαιδαγώγησε» μια ολόκληρη γενιά θεατών, ένα πιστό και αφοσιωμένο κοινό, ένα κοινό που ολοένα αυξανόταν αριθμητικά και διευρυνόταν εντυπωσιακά. Από το θεατράκι της οδού Κυκλάδων μέχρι την Επίδαυρο (με Σοφοκλή αλλά και με Μολιέρο), ο Λευτέρης Βογιατζής, η καλλιτεχνική του οικογένεια και το πολυπληθές πλέον κοινό τους κατάφεραν τα τελευταία χρόνια επαναληπτικά και ανεπανάληπτα πλήγματα στο μαζικό θέατρο της ευκολίας.

Το «λαϊκό», όπως απεδείχθη, δεν ανήκει μόνο ή εξ ορισμού στους λαϊκιστές – αυτήν όμως τη συζήτηση, δυστυχώς, ο Λευτέρης Βογιατζής την άφησε στη μέση.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά