Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Τι "χρωστάει" στον ΟΗΕ η Ελλάδα

Κατηγορία Blog
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο blog web only
Τμήμα του φράχτη στον Έβρο. Η αρμόδια Επιτροπή του ΟΗΕ ζητεί από την Ελλάδα να εξασφαλίσει στους πρόσφυγες πρόσβαση σε ασφαλή σημεία εισόδου. Τμήμα του φράχτη στον Έβρο. Η αρμόδια Επιτροπή του ΟΗΕ ζητεί από την Ελλάδα να εξασφαλίσει στους πρόσφυγες πρόσβαση σε ασφαλή σημεία εισόδου. Φωτογραφία Αρχείου

 

Ποιες συστάσεις κάνουν οι αρμόδιες επιτροπές του ΟΗΕ στην Ελλάδα για τις μειονότητες, τη δίωξη του ρατσιστικού λόγου, το άνοιγμα του Έβρου και το σεβασμό των πολιτικών δικαιωμάτων.

 

Στις 5 Νοεμβρίου 2015 η Επιτροπή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα δημοσίευσε τις συνημμένες καταληκτικές παρατηρήσεις της μετά την εξέταση της Ελλάδας για την εφαρμογή του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Για την εξέταση αυτή, στην οποία ο γράφων συμμετείχε, δημοσιεύθηκαν ήδη δύο άρθρα του:  «Στον ΟΗΕ για τις εκτεταμένες διακρίσεις στην Ελλάδα»[1] και «Κυβέρνηση στον ΟΗΕ: νόμοι κατά των διακρίσεων».[2] Ένα μήνα νωρίτερα, η άλλη κορυφαία επιτροπή εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ, η Επιτροπή για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα είχε δημοσιεύσει τις δικές της συστάσεις που παρουσίασε ο γράφων σε άλλο άρθρο: «ΟΗΕ σε Ελλάδα: αναγνωρίστε τις μειονότητες – σεβαστείτε οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα».[3]

Και οι δύο επιτροπές του ΟΗΕ υιοθέτησαν συστάσεις για την αναγνώριση όλων των μειονοτήτων στην Ελλάδα, θέμα που αποτελεί εθνικό ταμπού. Στην Επιτροπή για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΑΔ) μάλιστα η Ελλάδα έσπευσε να διαβεβαιώσει πως θα εγγραφούν τα μειονοτικά (τουρκικά και μακεδονικό) σωματεία για τα οποία η Ελλάδα έχει καταδικαστεί πέντε φορές από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σημαντικότατη ήταν και η σύσταση της ΕΑΔ να δημιουργήσει η Ελλάδα φορέα για την εφαρμογή των αποφάσεών της σε ατομικές προσφυγές, καθ’ ότι επί χρόνια αρνείται να αποζημιώσει Ρομά θύματα αστυνομικής βίας ή παράνομων εξώσεων για τους οποίους η ΕΑΔ έχει εκδώσει καταδικαστικές για την Ελλάδα αποφάσεις, σε υποθέσεις που έχει χειριστεί ο γράφων. Τέλος, ο γράφων αισθάνθηκε μεγάλη ικανοποίηση για δύο άλλα θέματα: την παρατήρηση της ΕΑΔ πως η τροποποίηση του αντιρατσιστικού νόμου αποποινικοποίησε το ρατσιστικό λόγο και τη σύσταση να τροποποιηθεί ο αντιρατσιστικός νόμος ώστε να επανέλθει η ποινικοποίηση του ρατσιστικού λόγου, καθώς και την παρότρυνση στην Ελλάδα να εξασφαλίσει στους πρόσφυγες πρόσβαση σε ασφαλή σημεία εισόδου, προφανώς στον Έβρο, όπως συζητήθηκε κατά το διάλογο Επιτροπής-Ελλάδας.

Η Επιτροπή έκανε επίσης διεξοδικές συστάσεις για τους Ρομά και τα άτομα με αναπηρίες, την ενδοοικογενειακή βία, την ισότητα των φύλων, τους μετανάστες και πρόσφυγες, τις διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου (ζητώντας την προστασία ακόμα και των μεσοφυλικών ατόμων), την αστυνομική βία, την εμπορία ανθρώπων και καταναγκαστική εργασία, τη δωρεάν νομική βοήθεια, τη φυλάκιση για χρέη, και τους αντιρρησίες συνείδησης.

Σειρά έχει τώρα η εξέταση της Ελλάδας στον ΟΗΕ πρώτα «εφ’ όλης της δικαιωματικής ύλης» από το Συμβούλιο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων τον Απρίλιο 2016 και μετά για την εφαρμογή της Διεθνούς Σύμβασης για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Φυλετικών Διακρίσεων από την Επιτροπή για την Εξάλειψη των Φυλετικών Διακρίσεων τον Αύγουστο 2016.

 

 

5 Νοεμβρίου 2015

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Καταληκτικές παρατηρήσεις για τη δεύτερη περιοδική έκθεσης της ΕΛΛΑΔΑΣ

[μετάφραση στα ελληνικά από τους Χρήστο Τσαμπρούνη και Βασίλη Τσαρνά σε επιμέλεια Παναγιώτη Δημητρά από το αγγλικό πρωτότυπο[4]]

1. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τη δεύτερη έκθεση που υπέβαλε η Ελλάδα (CCPR/C/GRC/2) κατά τη 3202η και τη 3204η συνεδρίαση (CCPR/C/SR.3202 και 3204), που έλαβαν χώρα τη 19η και 20ή Οκτωβρίου 2015. Κατά τη 3225η συνεδρίαση (CCPR/C/SR.3225), που έλαβε χώρα τη 3η Νοεμβρίου 2015, υιοθέτησε τις ακόλουθες καταληκτικές παρατηρήσεις.

Α. Εισαγωγή

2. Η Επιτροπή καλωσορίζει την υποβολή της δεύτερης περιοδικής έκθεσης από την Ελλάδα και όσες πληροφορίες παρέχονται σε αυτήν, αν και εκφράζει τη λύπη της για την καθυστέρηση στην υποβολή της. Εκτιμά ιδιαιτέρως την ευκαιρία ανανέωσης ενός εποικοδομητικού διαλόγου με την υψηλόβαθμη αντιπροσωπεία του συμβαλλόμενου κράτους για τη λήψη μέτρων κατά την περίοδο αναφοράς για την εφαρμογή των διατάξεων του Συμφώνου. Η Επιτροπή είναι ευγνώμων για τις γραπτές απαντήσεις που έδωσε το συμβαλλόμενο κράτος (CCPR/C/GRC/Q/2/Add.1) στον κατάλογο θεμάτων (CCPR/C/GRC/Q/2), τα οποία συμπληρώθηκαν από τις προφορικές απαντήσεις που έδωσε η αντιπροσωπεία κατά τη διάρκεια του διαλόγου, και για τις επιπλέον πληροφορίες που παρείχε γραπτώς.

Β. Θετικές πτυχές

3. Η Επιτροπή χαιρετίζει τα ακόλουθα νομοθετικά και θεσμικά βήματα τα οποία έκανε το συμβαλλόμενο κράτος από το 2006:

(α) Την υιοθέτηση του Νόμου 4320/2015 για τη Λήψη Άμεσων Μέτρων για την Αντιμετώπιση της Ανθρωπιστικής Κρίσης·

(β) Την ουσιαστική μεταρρύθμιση του ελληνικού συστήματος ασύλου μέσω του Νόμου 3907/2011 και του Προεδρικού Διατάγματος 113/2013·

(γ) Την υιοθέτηση του Νόμου 4198/2013, για την Πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και προστασία των θυμάτων αυτής και άλλες διατάξεις, καθώς και την ίδρυση Γραφείου Εθνικού Εισηγητή για την Καταπολέμηση της Εμπορίας Ανθρώπων· και

(δ) Την υιοθέτηση Εθνικής Στρατηγικής για την Ένταξη των Ρομά το 2011.

4. Η Επιτροπή καλωσορίζει την κύρωση ή την προσχώρηση στα παρακάτω διεθνή κείμενα από τη μεριά του συμβαλλόμενου κράτους:

(α) Σύμβαση για την Προστασία Όλων των Ατόμων από τη Εξαναγκαστική Εξαφάνιση, το 2015·

(β) Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο, το 2012·

(γ) Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης κατά των Βασανιστηρίων, το 2014· και

(δ) Προαιρετικό Πρωτόκολλο της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού, την εμπορία παιδιών, παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία, το 2008.

Γ. Κύρια θέματα που προκαλούν ανησυχία και συστάσεις

Η Εφαρμογή των Απόψεων της Επιτροπής, βάσει του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Σύμφωνο

5. Μολονότι η Επιτροπή καλωσορίζει τις πληροφορίες που παρείχε το συμβαλλόμενο κράτος βάσει των οποίων οι Απόψεις της Επιτροπής μπορούν να ληφθούν ως νέα στοιχεία στο πλαίσιο των εθνικών ποινικών διαδικασιών και ότι οι αστικές αποζημιώσεις μπορούν να διεκδικηθούν στα διοικητικά δικαστήρια ως παρακολούθημα των Απόψεών της, η Επιτροπή σημειώνει ότι αποτελεί ευθύνη του συμβαλλόμενου κράτους η εξασφάλιση της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το Σύμφωνο και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο και εκφράζει τη λύπη της για την απουσία συγκεκριμένης διαδικασίας ή μηχανισμού που να εξετάζει και να εγγυάται την πλήρη εφαρμογή των Απόψεών της, και για το γεγονός ότι οι συστάσεις των Απόψεων της Επιτροπής δεν έχουν ικανοποιηθεί πλήρως (άρθρο 2).

6. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να κάνει συγκεκριμένα βήματα προς την εφαρμογή των Απόψεων της Επιτροπής, περιλαμβανόμενης της εξέτασης θεσμοθέτησης ενός μηχανισμού του οποίου καθήκον θα είναι (α) η μελέτη των ευρημάτων της Επιτροπής στις Απόψεις της· (β) η πρόταση μέτρων τα οποία θα πρέπει να λάβει το συμβαλλόμενο κράτος προκειμένου να εκπληρώσει πλήρως τις Απόψεις της Επιτροπής, μεταξύ αυτών και την παροχή στα θύματα επαρκούς αποκατάστασης για την παραβίαση των δικαιωμάτων τους.

Ισότητα Φύλων

7. Αν και επισημαίνεται η ποσόστωση ενός τρίτου γυναικών στις υποψηφιότητες, η Επιτροπή σημειώνει με ανησυχία ότι οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται στις θέσεις λήψεις των αποφάσεων στα νομοθετικά και στα εκτελεστικά σώματα. Η Επιτροπή ανησυχεί επίσης για τη δυσανάλογη επίδραση στις γυναίκες της οικονομικής κρίσης και των μέτρων λιτότητας που υιοθετήθηκαν, ιδίως όσον αφορά το υψηλό ποσοστό ανεργίας των γυναικών, το οποίο ξεπερνά το 28 τοις εκατό (σε σύγκριση με το 21,5 τοις εκατό για τους άνδρες) (άρθρα 2,3 και 26).

8. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές του ώστε να αυξηθεί η αντιπροσώπευση των γυναικών στις θέσεις λήψης αποφάσεων στα νομοθετικά και στα εκτελεστικά σώματα, εντός συγκεκριμένων χρονικών ορίων. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει επίσης να εντείνει τις προσπάθειές του για την άμβλυνση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης στις γυναίκες και να επεκτείνει τα υφιστάμενα προγράμματα που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της ανεργίας των γυναικών.

Άτομα με Αναπηρίες

9. Η Επιτροπή δηλώνει ότι ανησυχεί της για τις διακρίσεις που υφίστανται τα άτομα με αναπηρίες, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην εργασία, στις υπηρεσίες υγείας και, επιπλέον, εκφράζει τη λύπη της για τον αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης και των μέτρων λιτότητας στην κατάστασή τους. Αν και λαμβάνει υπόψη της τις πληροφορίες που παρείχε το συμβαλλόμενο κράτος ότι οι φυσικοί περιορισμοί στους ψυχικά ασθενείς συνιστούν μέτρα έσχατης ανάγκης, η Επιτροπή ανησυχεί για τις αναφορές που δείχνουν ότι συνεχίζεται η εκτεταμένη χρήση παρόμοιων μέτρων, περιλαμβανόμενων της χρήσης κλειστών κλινών για περιορισμό (κλωβοί/ κρεβάτια με δίχτυα) και τη συστηματική νάρκωση ως μέσο για την επιτήρηση ασθενών με νοητικές αναπηρίες, συμπεριλαμβανομένων παιδιών σε ιδρύματα (άρθρα 2, 7, 9, 10 και 24).

10. Το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να ενισχύσει τα μέτρα πρόληψης για την αποφυγή διακρίσεων προς τους ανθρώπους με αναπηρία, ιδίως όσον αφορά την εκπαίδευση, την εργασία και τις υπηρεσίες υγείας. Το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να λάβει άμεσα μέτρα για την κατάργηση της χρήσης των κρεβατιών-κλουβιών και τη συστηματική νάρκωση σε ψυχιατρικές και άλλες συναφείς μονάδες. Επιπλέον, το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να ιδρύσει ένα ανεξάρτητο σύστημα παρακολούθησης και αξιολόγησης που θα εξασφαλίζει ότι οι παραβιάσεις θα ερευνώνται και θα διώκονται αποτελεσματικά και ότι θα παρέχεται η απαραίτητη υποστήριξη στα θύματα και στις οικογένειές τους.

Σεξουαλικός προσανατολισμός και ταυτότητα φύλου

11. Η Επιτροπή παραμένει ανήσυχη (CCPR/CO/83/GRC, παρ. 19) σχετικά με την επικράτηση αρνητικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων σε βάρος λεσβιών, γκέι, αμφισεξουαλικών και διεμφυλικών (LGBT) ατόμων. Ειδικότερα, ανησυχεί για την έλλειψη επαρκούς επίσημης ανταπόκρισης σε θέματα που αφορούν διακρίσεις λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου (άρθρα 2 και 26).

12. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να εντείνει τις προσπάθειές του για την καταπολέμηση των στερεοτύπων και προκαταλήψεων σε βάρος των LGBT ατόμων, μεταξύ άλλων:

(α) Διοργανώνοντας εκστρατείες ευαισθητοποίησης που θα απευθύνονται στο γενικό κοινό·

(β) Εκπαιδεύοντας κατάλληλα τους αξιωματούχους των δημοσίων αρχών και υπηρεσιών προκειμένου να τερματιστεί ο κοινωνικός στιγματισμός των LGBT ατόμων·

(γ) Εξασφαλίζοντας ότι όλες οι αναφορές περιστατικών βίας με θύματα λεσβίες, γκέι, αμφισεξουαλικά, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα θα διερευνώνται άμεσα και αποτελεσματικά και ότι οι δράστες βίαιων πράξεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού θα διώκονται και θα τιμωρούνται.

Ρατσισμός και Ξενοφοβία

13. Αν και αναγνωρίζεται ότι το συμβαλλόμενο κράτος καταβάλλει προσπάθειες καταπολέμησης των εγκλημάτων μίσους, η Επιτροπή ανησυχεί για το ότι ο νέος Νόμος 4285/2014 και οι διατάξεις που εισήχθηκαν στον Ποινικό Κώδικα ενδέχεται να παρακωλύουν τις έρευνες και τις διώξεις ρατσιστικών εγκλημάτων μίσους που αφορούν δημόσια εκφραζόμενες προσβολές και δυσφήμιση ομάδων. Η Επιτροπή ανησυχεί επίσης για συνεχιζόμενες αναφορές ρατσιστικών επιθέσεων και ρητορικής μίσους κατά μεταναστών, προσφύγων και Ρομά. Η Επιτροπή σημειώνει με ιδιαίτερη ανησυχία ότι τα καταγεγραμμένα περιστατικά ρατσισμού υπολείπονται των πραγματικών, λόγω της φερόμενης έλλειψης εμπιστοσύνης προς τις αρχές και της φερόμενης απουσίας αποτελεσματικού μηχανισμού καταγραφής των καταγγελιών. Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το ότι οι επιβαλλόμενες κυρώσεις αποδεικνύονται ανεπαρκείς για την αποθάρρυνση και πρόληψη των διακρίσεων (άρθρα 2, 19, 20 και 26).

14. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να αναθεωρήσει τη νομοθεσία του ώστε να διασφαλίζεται ότι οποιασδήποτε μορφής υποστήριξη εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους θα απαγορεύεται δια νόμου και ότι όλες οι περιπτώσεις ρατσιστικά υποκινούμενης βίας θα διερευνώνται συστηματικά, ότι οι δράστες θα διώκονται και θα τιμωρούνται, και ότι θα παρέχεται η ενδεδειγμένη αποζημίωση στα θύματα. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τη βελτίωση της καταγραφής των εγκλημάτων μίσους. Επιπλέον, το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να ενισχύσει τις προσπάθειές του για την εξάλειψη των στερεοτύπων και των διακρίσεων σε βάρος μεταναστών, προσφύγων και Ρομά, μεταξύ άλλων, διεξάγοντας εκστρατείες ευαισθητοποίησης των πολιτών οι οποίες θα προωθούν την ανεκτικότητα και το σεβασμό στη διαφορά.

Καταχρηστική άσκηση βίας και εξευτελιστική μεταχείριση

15. Η Επιτροπή παραμένει ανήσυχη (CCPR/CO/83/GRC, παρ. 9) για τις καταγγελίες που υποδεικνύουν υπερβολική χρήση βίας εκ μέρους των επιφορτισμένων αρχών για την επιβολή του νόμου, τόσο κατά τη σύλληψη όσο και κατά την κράτηση. Ειδικότερα, εκφράζει την ανησυχία της για τις αναφορές αστυνομικής βίας εναντίον Ρομά, μεταναστών και προσφύγων καθώς για την απουσία ενδελεχούς διερεύνησης αυτών των περιπτώσεων. Εκφράζει επίσης την ανησυχία της σχετικά με τις αναφορές για απροθυμία των εισαγγελικών αρχών να αναλάβουν νομική δράση κατά των φερόμενων ως δραστών και ότι ελάχιστες περιπτώσεις κατέληξαν σε ποινική έρευνα και κυρώσεις (άρθρο 2, 6 και 7).

16. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να διασφαλίσει ότι όλες οι καταγγελίες για παράνομη και δυσανάλογη χρήση βίας από τις αστυνομικές αρχές θα ερευνώνται εξονυχιστικά και άμεσα από ανεξάρτητη αρχή, ότι οι φερόμενοι δράστες θα διώκονται, ότι όσοι αποδεικνύονται ένοχοι θα τιμωρούνται με ποινές ανάλογες με τη σοβαρότητα της παράβασης και ότι θα παρέχεται αποζημίωση στα θύματα ή στις οικογένειές τους. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να διασφαλίζει ότι οι αστυνομικοί λαμβάνουν την κατάλληλη επαγγελματική εκπαίδευση στην οποία θα περιλαμβάνεται ο πλήρης σεβασμός στις αρχές των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Διάκριση σε βάρος των Ρομά

17. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει την ανησυχία της (CCPR/CO/83/GRC, παρ. 18) αναφορικά με την de facto διάκριση εναντίον των Ρομά, περιλαμβανόμενων καταγγελιών για συνέχιση του de facto διαχωρισμού των παιδιών Ρομά στην εκπαίδευση, με την εκτεταμένη ανεργία και με την ανεπαρκή πρόσβαση σε στέγαση. Η Επιτροπή ανησυχεί για τις εξαναγκαστικές εξώσεις των Ρομά από τα σπίτια τους, όπως συνέβη με την εκτέλεση της εντολής έξωσης που έλαβε χώρα τη 10η Σεπτεμβρίου 2013 στο Δήμο Αχαρνών, συνέπεια της οποίας ήταν η κατεδάφιση 14 οικημάτων στα οποία ζούσαν οικογένειες Ρομά (άρθρα 2, 24, 26 και 27).

18. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να εφαρμόσει πλήρως το σχέδιο Εθνικής Στρατηγικής για την Ένταξη των Ρομά και να μεριμνήσει για την κατάρτιση ενός ενιαίου σχεδίου με συγκεκριμένους στόχους, δείκτες και επαρκείς δεσμευμένους πόρους από τον εθνικό προϋπολογισμό, στο οποίο θα περιλαμβάνονται μέτρα που θα προωθούν την ισότιμη πρόσβαση των Ρομά σε διαφορετικές δυνατότητες και υπηρεσίες σε τοπικό και δημοτικό επίπεδο. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να κάνει άμεσα βήματα προς την εξάλειψη του διαχωρισμού των παιδιών Ρομά στην εκπαίδευση, διασφαλίζοντας ότι η τοποθέτηση σε σχολεία δεν θα ορίζεται από την εθνοτική καταγωγή του παιδιού. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να περιορίσει αυστηρά τις εξαναγκαστικές εξώσεις (από δημόσια γη) μέσω της υιοθέτησης όλων των δυνατών εναλλακτικών λύσεων, περιλαμβανομένης της εύρεσης εναλλακτικής στέγασης σε όσες οικογένειες εκδιώχτηκαν.

Ενδοοικογενειακή βία

19. Η Επιτροπή παραμένει ανήσυχη σχετικά με το γεγονός ότι παρά την υιοθέτηση ειδικής νομοθεσίας συνεχίζονται οι καταγγελίες για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας εναντίον των γυναικών στο συμβαλλόμενο Κράτος (CCPR/CO/83/GRC, παρ. 7). Η Επιτροπή είναι ιδιαιτέρως ανήσυχη για τον περιορισμένο αριθμό δικαστικών ανακρίσεων και διώξεων καθώς και για την επιείκεια των ποινών που επιβάλλονται στους δράστες. Η Επιτροπή ανησυχεί επίσης για τη συχνότητα διαμεσολάβησης στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας καθώς και για την έλλειψη επαρκούς αριθμού ξενώνων φιλοξενίας για τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας (άρθρο 3, 7 και 24).

20. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να υιοθετήσει ολοκληρωμένη στρατηγική για την πρόληψη και αντιμετώπιση της έμφυλης βίας σε όλες της τις μορφές και εκδηλώσεις. Από αυτή την άποψη, οφείλει να εντείνει τα μέτρα ευαισθητοποίησης αστυνομικών, εισαγγελικών και διωκτικών αρχών, κοινοτικών αντιπροσώπων, ανδρών και γυναικών αναφορικά με τη σοβαρότητα της ενδοοικογενειακής βίας και τις αρνητικές επιπτώσεις στις ζωές των θυμάτων. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να εξασφαλίσει την ενδελεχή ανάκριση για περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και τη δίωξη των δραστών, και σε περίπτωση καταδίκης την τιμωρία τους με τις δέουσες ποινές, καθώς και την εξασφάλιση εύλογης αποζημίωσης στα θύματα. Οφείλει επίσης να διασφαλίσει τη διαθεσιμότητα ικανού αριθμού ξενώνων φιλοξενίας με επαρκείς πόρους, καθώς και να σταματήσει να ζητά ή να πιέζει τα θύματα να καταφεύγουν σε εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης των διαφορών, μεταξύ αυτών σε διαμεσολάβηση και συμφιλίωση, σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας.

Εμπορία ανθρώπων και καταναγκαστική εργασία

21. Η Επιτροπή εξακολουθεί να ανησυχεί (CCPR/CO/83/GRC, παρ.10) για υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων παιδιών για εργασιακή και σεξουαλική εκμετάλλευση. Ανησυχεί για τον ανεπαρκή εντοπισμό και διερεύνηση των υποθέσεων εμπορίας ανθρώπων, το μικρό αριθμό καταδικαστικών αποφάσεων που έχουν επιβληθεί σε δράστες και την ανεπαρκή υποστήριξη που παρέχεται στα θύματα. Η Επιτροπή εκφράζει, επιπλέον, την ανησυχία της σχετικά με αναφερόμενες υποθέσεις μεταναστών εργαζομένων υπό καθεστώς δουλείας στον τομέα της γεωργίας (αρθ. 2, 8, 9, 14, 24 και 26).

22. Σύμφωνα και με τις προηγούμενες καταληκτικές παρατηρήσεις της Επιτροπής (CCPR/CO/83/GRC, παρ.10), το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να συνεχίσει τις προσπάθειες για την καταπολέμηση της εμπορίας προσώπων, μεταξύ άλλων, με την ενίσχυση των προληπτικών μέτρων, ενισχύοντας τον εντοπισμό θυμάτων και την προστασίας τους, καθώς και εξετάζοντας τη δημιουργία εθνικής βάσης δεδομένων για τα θύματα εμπορίας ανθρώπων, και με τη συστηματική και δυναμική διερεύνηση των καταγγελιών εμπορίας προσώπων, τη δίωξη και την τιμωρία των υπευθύνων και την παροχή αποτελεσματικής αποκατάστασης στα θύματα. Το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να αναθεωρήσει τους νόμους και κανονισμούς του ώστε να εξασφαλίζει πλήρη προστασία από καταναγκαστική εργασία για όλες τις κατηγορίες των εργαζομένων, και να διασφαλίσει τον αποτελεσματικό έλεγχο των εργασιακών συνθηκών. Θα πρέπει επίσης να παρέχει επιμόρφωση στους συνοριακούς υπαλλήλους, στο σχετιζόμενο με τη μετανάστευση προσωπικό και στο προσωπικό επιβολής του νόμου καθώς και σε άλλους σχετικούς φορείς, όπως στις υπηρεσίες επιβολής του εργατικού δικαίου και στους οργανισμούς παιδικής πρόνοιας.

Δωρεάν νομική βοήθεια και απονομή της δικαιοσύνης

23. Η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για την υπερβολικά αργή ανταπόκριση στα αιτήματα νομικής συνδρομής ή απαλλαγής από δικαστική τέλη, για την αύξηση των δικαστικών τελών στην ποινική διαδικασία, και για την έλλειψη σαφήνειας όσον αφορά στο ποιά από τα εγκλήματα που διώκονται αυτεπάγγελτα απαλλάσσονται των τελών, όλα ζητήματα που μπορούν να εμποδίσουν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Η Επιτροπή εκφράζει, επιπλέον, την ανησυχία της σχετικά με τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στις αστικές και ποινικές δίκες, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα ένα σημαντικό όγκο δικαστικών υποθέσεων που εκκρεμούν (αρθ. 14).

24. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να απλοποιήσει και να καταστήσει περισσότερο διαφανή τη διαδικασία με την οποία υπολογίζονται τα δικαστικά έξοδα και να διασφαλίσει ότι η δωρεάν νομική αρωγή ή η απαλλαγή από την καταβολή δικαστικών τελών παρέχεται έγκαιρα, σε όλες τις περιπτώσεις όπου απαιτείται προς το συμφέρον της απονομής δικαιοσύνης (σε συμφωνία με το άρθρο 14 του Συμφώνου). Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να παράσχει επαρκείς πόρους για το σύστημα παροχής δωρεάν νομικής βοήθειας και να διασφαλίζει την απόλαυση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Συμφώνου.

Διαδικαστικές εγγυήσεις κατά την κράτηση

25. Αν και σημειώνεται ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις για τα άτομα που κρατούνται και προβλέπονται από το Σύμφωνο έχουν νομοθετηθεί, η Επιτροπή επισημαίνει ισχυρισμούς ότι στην πράξη τα δικαιώματα αυτά συχνά παραβιάζονται. Ειδικότερα, η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία ότι το δικαίωμα σε συνήγορο από την πρώτη στιγμή της στέρησης της ελευθερίας δεν αναγνωρίζεται συστηματικά ως αυτονόητο στις νομικές διαδικασίες και ότι ο αυτεπάγγελτα διορισμένος δικηγόρος ίσως διαδραματίζει παθητικό ρόλο κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων (αρθ. 9 και 14).

26. Το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει ότι στα άτομα που στερούνται της ελευθερίας τους παρέχονται στην πράξη όλες οι διαδικαστικές εγγυήσεις σε σχέση με τις ποινικές διώξεις εναντίον τους, σε πλήρη συμφωνία με τα άρθρα 9 και 14 του Συμφώνου. Τέτοια μέτρα περιλαμβάνουν την αυτεπάγγελτη παρακολούθηση από ανεξάρτητες αρχές των διαδικασιών κράτησης, προσβάσιμες διαδικασίες υποβολής παραπόνων, αποτελεσματική νομική εκπροσώπηση σε όλα τα στάδια της νομικής διαδικασίας και ευαισθητοποίηση των κρατικών αξιωματούχων.

Υποδοχή και κράτηση μεταναστών και αιτούντων άσυλο

27. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το συμβαλλόμενο κράτος από την εξαιρετικά υψηλή ροή μεταναστών και αιτούντων άσυλο που φθάνουν στο έδαφός του και εκτιμά τα πολλά βήματα που έγιναν από το συμβαλλόμενο κράτος στο θέμα αυτό. Παρότι η Επιτροπή σημειώνει την πρόσφατη πολιτική της απελευθέρωσης προσώπων των οποίων η κράτηση υπερβαίνει τους έξι μήνες, ανησυχεί για αναφερθείσες περιπτώσεις προσώπων που κρατούνται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι το προεδρικό διάταγμα 116/2012, το οποίο παρατείνει τη μέγιστη διάρκεια της κράτησης μεταναστών από τους 12 στους 18 μήνες, εξακολουθεί να ισχύει. Η Επιτροπή ανησυχεί ότι η κράτηση των μεταναστών που, μερικές φορές, λαμβάνει χώρα για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ατομικές συνθήκες τους, μπορεί να εγείρει ζητήματα σε σχέση με το άρθρο 9 του Συμφώνου. Τέλος, αν και υπήρξαν κάποιες βελτιώσεις στις υλικές συνθήκες κράτησης, η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός πως οι συνθήκες κράτησης των μεταναστών και των αιτούντων άσυλο εξακολουθούν να είναι ανεπαρκείς, ειδικά σε εγκαταστάσεις κράτησης, οι οποίες αναφέρονται ως χρονίως υπερπλήρεις, με ανθυγιεινές συνθήκες και με ανεπαρκή πρόσβαση σε τρόφιμα και υγειονομική περίθαλψη (αρθ. 7, 9 και 10).

28. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να διασφαλίσει ότι η κράτηση όλων των παράνομων μεταναστών λαμβάνει χώρα όταν είναι ευλόγως αναγκαία και αναλογική και για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, και ότι οι εναλλακτικές λύσεις από την κράτηση είναι διαθέσιμες στο δίκαιο και εφαρμόσιμες στην πράξη. Πρέπει, συγκεκριμένα, να εξασφαλίζει ότι οποιαδήποτε απόφαση για κράτηση αιτούντων άσυλο και προσφύγων λαμβάνει υπόψη την ατομική τους κατάσταση και τη δυνατότητα λήψης λιγότερο επεμβατικών μέσων για την επίτευξη του ίδιου σκοπού. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει επίσης να ενισχύσει τις προσπάθειές του για να εξασφαλίσει, σε συνεργασία με τους περιφερειακούς και διεθνείς εταίρους του, αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης σε όλα τα κέντρα υποδοχής και κράτησης μεταναστών και αιτούντων άσυλο με το να παρέχει επαρκείς υπηρεσίες υγείας, τρόφιμα και υγειονομικές συνθήκες και πρόσβαση στις μεταφορές. Το κράτος θα πρέπει, επίσης, να διασφαλίσει την επάρκεια των συνθηκών στα νέα κέντρα υποδοχής «hot spots».

Διαδικασίες καθορισμού της προσφυγικής ιδιότητας

29. Ενώ η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της για τη μεταρρύθμιση του συστήματος ασύλου και τη δημιουργία της νέας Υπηρεσίας Ασύλου, της Αρχής Προσφυγών και της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής (ΥΠΠ), ανησυχεί για τις ανεπαρκείς αριθμητικά ΥΠΠ για την έλλειψη προσωπικού στην Υπηρεσία Ασύλου, για την έλλειψη διερμηνέων και για την ανεπάρκεια νομικών υπηρεσιών αρωγής για τους αιτούντες άσυλο. Η Επιτροπή ανησυχεί για την αναφερόμενη έλλειψη θεσμικής ανεξαρτησίας της Επιτροπής Ασύλου και για την έλλειψη ανασταλτικού χαρακτήρα των προσφυγών κατά των αποφάσεων απέλασης της Επιτροπής Ασύλου (αρθ. 6, 7 και 13).

30. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να διασφαλίσει ότι όλα τα πρόσωπα που ζητούν διεθνή προστασία έχουν πρόσβαση σε μια δίκαιη και πλήρη διαδικασία αναγνώρισης της προσφυγικής τους ιδιότητας και έχουν πρόσβαση σε συνήγορο και διερμηνέα από το ξεκίνημα της διαδικασίας. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι, σε όλες τις περιπτώσεις που αφορούν επαναπροωθήσεις, οι προσφυγές στα δικαστήρια έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα.

Ασυνόδευτοι ανήλικοι

31. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει τις προηγούμενες ανησυχίες της (CCPR/CO/83/GRC, παρ17) σχετικά με την κατάσταση των ασυνόδευτων ανηλίκων που ζητούν άσυλο ή διαμένουν παράνομα στο συμβαλλόμενο κράτος. Ειδικότερα, η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για (α) τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το συμβαλλόμενο κράτος στην ανάθεση κηδεμονίας (β) τις ακατάλληλες συνθήκες των εγκαταστάσεων κράτησης στις οποίες κρατούνται ασυνόδευτοι ανήλικοι και την τοποθέτησή τους σε κρατητήρια μαζί με ενήλικες, και (γ) τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το συμβαλλόμενο Κράτος κατά τον προσδιορισμό της ηλικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων.

32. Το κράτος πρέπει να διασφαλίσει ότι η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού λαμβάνεται δεόντως υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν τα ασυνόδευτα παιδιά, μεταξύ άλλων:

(α) Διασφαλίζοντας ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι που εισέρχονται στη χώρα με παράτυπο τρόπο δεν κρατούνται, ή παραμένουν υπό κράτηση μόνο ως έσχατο μέτρο και για το συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα,

(β) Δημιουργώντας νέες εγκαταστάσεις υποδοχής και την αυξάνοντας τον αριθμό των χώρων κράτησης σε ήδη υφιστάμενες δομές, με παράλληλη εξασφάλιση κατάλληλων συνθηκών για τους ασυνόδευτους ανηλίκους σε αυτές τις εγκαταστάσεις, συμπεριλαμβανομένου του διαχωρισμού των ασυνόδευτων ανηλίκων από τους ενήλικες,

(γ) Συνεχίζοντας τις προσπάθειές του για τον επανασχεδιασμό της διαδικασίας ανάθεσης κηδεμόνα και τη διασφάλιση ενός νόμιμου κηδεμόνα για κάθε ασυνόδευτο παιδί, και

(δ) Διασφαλίζοντας ότι η διαδικασία αξιολόγησης της ηλικίας βασίζεται σε ασφαλείς και επιστημονικές μεθόδους, λαμβάνοντας υπόψη την παιδική ψυχική ευεξία και αποτρέποντας κάθε κίνδυνο παραβίασης της σωματικής τους ακεραιότητας.

Απελάσεις αιτούντων άσυλο και μεταναστών χωρίς χαρτιά

33. Η Επιτροπή ανησυχεί για τις αναφορές στη συνεχιζόμενη πρακτική των άτυπων απελάσεων, επίσης γνωστές και ως «επαναπροωθήσεις», από την Ελλάδα προς την Τουρκία στα χερσαία και θαλάσσια σύνορα. Η Επιτροπή φοβάται πως αυτές οι άτυπες απελάσεις πραγματοποιούνται χωρίς επαρκείς εγγυήσεις ως προς την τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης προσφύγων. Η Επιτροπή ανησυχεί περαιτέρω σχετικά με τις αναφορές καταγγελιών κακομεταχείρισης κατά την απέλαση μεταναστών και μέσα στα κέντρα κράτησης (αρθ. 6 και 7).

34. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να διασφαλίσει ότι όλα τα πρόσωπα που αιτούνται διεθνούς προστασίας έχουν πρόσβαση σε δίκαιες και εξατομικευμένες διαδικασίες αξιολόγησης, σε προστασία από την επαναπροώθηση χωρίς διάκριση και σε ανεξάρτητο θεσμό που έχει την εξουσία να αναστέλλει αρνητικές αποφάσεις. Το συμβαλλόμενο κράτος ενθαρρύνεται να επιτρέπει -σε συνεννόηση με τους διεθνείς και περιφερειακούς εταίρους του και τους γείτονές του- στους μετανάστες που επιθυμούν να εισέλθουν στο έδαφός του, την πρόσβαση σε ασφαλή σημεία εισόδου, όπου θα μπορούν να αξιολογηθούν οι αιτήσεις τους για άσυλο. Επιπλέον, το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα που θα εξασφαλίζουν ότι δεν λαμβάνουν χώρα άτυπες απελάσεις και ότι οι μετανάστες δεν υπόκεινται σε κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της απέλασης ή στα προαναχωρησιακά κέντρα κράτησης. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίσει ότι υποθέσεις κακομεταχείρισης προσφύγων και μεταναστών μπορούν να καταγγέλλονται αποτελεσματικά και να αναλάβει, κατά προτεραιότητα, την έγκαιρη, αποτελεσματική και ανεξάρτητη διερεύνηση όλων των υποθέσεων παράτυπων επιστροφών και κακομεταχείρισης μεταναστών, την τιμωρία των δραστών, όπου αυτή απαιτείται, και την παροχή αποζημιώσεων στα θύματα.

Φυλάκιση για μη πληρωμή χρέους

35. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει την ανησυχία της (CCPR/CO/83/GRC, παρ. 10) για την αποτυχία του συμβαλλόμενου κράτους να τροποποιήσει τη νομοθεσία που επιτρέπει τη φυλάκιση για μη πληρωμή χρέους (άρθρο 11).

36. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει να συμμορφωθεί με το άρθρο 11 του Συμφώνου τροποποιώντας τη νομοθεσία που προβλέπει φυλάκιση σε περίπτωση μη πληρωμής χρέους, καταργώντας όλες τις εξαιρέσεις από την απαγόρευση φυλάκισης.

Αντίρρηση συνείδησης στην υποχρεωτική στρατιωτική θητεία

37. Η Επιτροπή επαναλαμβάνει εκ νέου την ανησυχία της (CCPR/CO/83/GRC, παρ. 15) όσον αφορά (α) τη χρονική έκταση της εναλλακτικής θητείας η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη σε διάρκεια από τη στρατιωτική θητεία· (β) τη σύνθεση της Ειδικής Επιτροπής και την καταγγελθείσα έλλειψη ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, ιδίως στις περιπτώσεις όπου λαμβάνουν χώρα ακροαματικές διαδικασίες χωρίς την παρουσία όλων των μελών της· (γ) καταγγελίες που υποδεικνύουν διάκριση βάσει διαφορών στο λόγο αντίρρησης στη θητεία· και (δ) επανειλημμένη τιμωρία σε αντιρρησίες συνείδησης, παραβιάζοντας την αρχή ne bis in idem (άρθρα 14 και 18).

38. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να λάβει μέτρα τροποποίησης της νομοθεσίας του ώστε να αναγνωρίζεται το δικαίωμα αντίρρησης συνείδησης στη στρατιωτική θητεία, που θα περιλαμβάνει εναλλακτική στη στρατιωτική θητεία η οποία θα είναι διαθέσιμη σε όλους τους αντιρρησίες συνείδησης και η οποία δεν θα είναι τιμωρητική ή δεν θα εισάγει διάκριση όσον αφορά τη φύση, το κόστος ή τη διάρκειά της. Το συμβαλλόμενο κράτος οφείλει επίσης να αποφεύγει την επαναλαμβανόμενη τιμωρία σε παραβίαση της αρχής ne bis in idem και να μεριμνήσει ούτως ώστε η αξιολόγηση των αιτήσεων για καθεστώς αντίρρησης συνείδησης να τεθεί υπό τον πλήρη έλεγχο των πολιτικών αρχών.

Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι

39. Παρότι η Επιτροπή σημειώνει την εκπεφρασμένη πρόθεση του συμβαλλόμενου Κράτους να προχωρήσει στην εγγραφή των συλλόγων ομάδων που διεκδικούν καθεστώς μειονοτικών ομάδων, σε συμφωνία με τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 2008 και του 2015, η Επιτροπή εκφράζει την ανησυχία της για το ρυθμό εφαρμογής των αποφάσεων αυτών (αρθ. 22).

40. Το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να επισπεύσει τα μέτρα εγγραφής συλλόγων διακριτών κοινοτήτων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που διεκδικούν καθεστώς μειονοτικών ομάδων, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Συμφώνου.

Ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης

41. Η Επιτροπή ανησυχεί γιατί, κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων στο συμβαλλόμενο κράτος, ειρηνικοί διαδηλωτές και δημοσιογράφοι υπέστησαν απειλές, εκφοβισμούς και παρενοχλήσεις από μέλη εξτρεμιστικών ομάδων, όπως η Χρυσή Αυγή. Η Επιτροπή ανησυχεί επίσης για τα περιστατικά παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από τις δυνάμεις ασφαλείας ή την αστυνομία κατά των διαδηλωτών. Η Επιτροπή ανησυχεί περαιτέρω λόγω της έλλειψης ολοκληρωμένης πληροφόρησης σχετικά με τις ανακρίσεις και τις διώξεις κατά των υπευθύνων (αρθ. 19, 21 και 22).

42. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να διασφαλίσει ότι όλες οι καταγγελίες σοβαρών παραβιάσεων ανθρώπινων δικαιωμάτων από τις δυνάμεις ασφαλείας εναντίον διαδηλωτών ερευνώνται επαρκώς και αμερόληπτα, ότι οι δράστες οδηγούνται στη δικαιοσύνη και τα θύματα λαμβάνουν εύλογη αποζημίωση. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να διοργανώνει επιμορφωτικά σεμινάρια για το προσωπικό επιβολής του νόμου διασφαλίζοντας ότι εκτελούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τα πρότυπα ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των Βασικών Αρχών σχετικά με τη Χρήση Βίας και Όπλων από το Προσωπικό Επιβολής του Νόμου.

Αναγνώριση των μειονοτήτων και στατιστικές

43. Ενώ καλωσορίζει τη δήλωση του συμβαλλόμενου κράτους πως η έλλειψη επίσημης αναγνώρισης άλλων μειονοτήτων, εκτός από τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, στην επικράτειά του δεν εμποδίζει την υιοθέτηση κατάλληλων πολιτικών που να αποσκοπούν στη διατήρηση και προώθηση της πολιτισμικής ποικιλομορφίας και δεν παρεμποδίζει το δικαίωμα των ατόμων στον ελεύθερο αυτοπροσδιορισμό, η Επιτροπή ανησυχεί για τις ανεπαρκείς εγγυήσεις για την ισότιμη και ουσιαστική απόλαυση της κουλτούρας, της έκφρασης και πρακτικής του θρησκεύματος και της χρήσης της γλώσσας από όλα τα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που διεκδικούν να ανήκουν σε εθνοτικές, θρησκευτικές ή γλωσσικές μειονότητες. Η Επιτροπή εκφράζει επίσης την ανησυχία της για την έλλειψη στατιστικών δεδομένων που να καταδεικνύουν την εθνοτική και πολιτισμική σύνθεση του συμβαλλόμενου κράτους, τη χρήση των μητρικών γλωσσών και των καθομιλούμενων γλωσσών (αρθ. 26 και 27).

44. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να διασφαλίσει ότι όλα τα πρόσωπα προστατεύονται αποτελεσματικά ενάντια σε κάθε μορφή διάκρισης και μπορούν να απολαμβάνουν πλήρως τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το Σύμφωνο, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 27.

Διάδοση των πληροφοριών σχετικά με το Σύμφωνο

45. Το συμβαλλόμενο κράτος πρέπει να διαδώσει ευρέως το Σύμφωνο, το κείμενο της δεύτερης περιοδικής έκθεσης και τις παρούσες καταληκτικές παρατηρήσεις, μεταξύ των δικαστικών, νομοθετικών και διοικητικών αρχών, της κοινωνίας των πολιτών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα, καθώς και στο ευρύ κοινό.

Σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 5, του κανονισμού της Επιτροπής, το συμβαλλόμενο κράτος θα πρέπει να παρέχει, μέσα σε ένα χρόνο, σχετικές πληροφορίες για την εφαρμογή των συστάσεων της Επιτροπής που διατυπώνονται στις ανωτέρω παραγράφους 16 (υπερβολική χρήση βίας και κακομεταχείριση), 32 (ασυνόδευτοι ανήλικοι) και 34 (απέλαση αιτούντων άσυλο και μεταναστών χωρίς χαρτιά).

46. Η Επιτροπή ζητά από το συμβαλλόμενο κράτος να υποβάλει την επόμενη περιοδική έκθεσή του ως τις 6 Νοεμβρίου 2020 και να συμπεριλάβει σε αυτήν συγκεκριμένες επικαιροποιημένες πληροφορίες για την εφαρμογή όλων των συστάσεών της και του Συμφώνου στο σύνολό του. Η Επιτροπή ζητά από το συμβαλλόμενο κράτος, στην προετοιμασία της έκθεσης, να συμβουλεύεται ευρέως την κοινωνία των πολιτών και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στη χώρα. Σύμφωνα με το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης 68/268, το όριο λέξεων για την έκθεση είναι 21.200 λέξεις.


Παναγιώτης Δημητράς

Εκπρόσωπος του Ελληνικού Παρατηρητηρίου των Συμφωνιών του Ελσίνκι (ΕΠΣΕ), μέλος της Γραμματείας της Ένωσης Ουμανιστών Ελλάδας (ΕΝΩ.ΟΥΜ.Ε.), μέλος του Εκτελεστικού Γραφείου της Ευρωπαϊκής Ουμανιστικής Ομοσπονδίας και μέλος της Συνέλευσης Εκπροσώπων της Παγκόσμιας Οργάνωσης Κατά των Βασανιστηρίων (OMCT). Συγγραφέας του βιβλίου Αναζητώντας τα χαμένα δικαιώματα στην Ελλάδα. Η σκοτεινή πλευρά της ελληνικής δημοκρατίας (2007).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά