Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Αθηνά Κακούρη: αιρετική

Κατηγορία Συνεντεύξεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο συνεντεύξεις Λογοτεχνία Ιστορία Πρόσωπα Τεύχος 92
Η Αθηνά Κακούρη από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αφηγούμενη ιστορίες από τη θητεία της στο περιοδικό Ταχυδρόμος, η συγγραφέας θυμάται τον γελοιογράφο Κώστα Μητρόπουλο, που της έλεγε ότι θα της κόψει το κεφάλι. Εκείνος δεν την πείραξε, το όνειρό του όμως το πραγμάτωσε ο εικονογράφος μας. Η Αθηνά Κακούρη από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αφηγούμενη ιστορίες από τη θητεία της στο περιοδικό Ταχυδρόμος, η συγγραφέας θυμάται τον γελοιογράφο Κώστα Μητρόπουλο, που της έλεγε ότι θα της κόψει το κεφάλι. Εκείνος δεν την πείραξε, το όνειρό του όμως το πραγμάτωσε ο εικονογράφος μας. Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Συνέντευξη στον Στέφανο Καβαλλιεράκη και στον Ηλία Κανέλλη

 

Με την Αθηνά Κακούρη συναντηθήκαμε στο βιβλιοπωλείο της εκδότριάς της, της Ραχήλ Καπόν. Ο Στέφανος Καβαλλιεράκης είναι εντυπωσιασμένος περισσότερο από την ιστορική προσέγγισή της στον 20ό αιώνα, γι’ αυτό και αμέσως της θυμίζει παλιότερες χρεοκοπίες της Ελλάδας, παλιότερες περιπέτειες που θυμίζουν τη σημερινή, παλιότερους πολιτικούς ηγέτες – τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο. Απαντά στις προκλήσεις του επαγγελματία ιστορικού, συχνά προσγειώνοντας τις απόψεις της στο πεδίο των κοινωνιών και του βιώματος. Κατάγεται από την Πάτρα και ασφαλώς γνωρίζει τη σημασία που είχε για την περιοχή της η καλλιέργεια και η εμπορία της σταφίδας, η άνοδος και η κατάρρευση της τιμής της, που προκάλεσε τεράστιο πλήγμα στις τοπικές οικονομίες. Η αναφορά στο σταφιδικό πηγαίνει τη συζήτηση στη χρεωκοπία του 1893, στον Χαρίλαο Τρικούπη, στο περίφημο «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» - όπου όλα ξεκίνησαν από την κατάρρευση του εμπορίου της σταφίδας που νέκρωσε όλη την  Πάτρα. Η συζήτηση θα μπορούσε να έχει αρχίσει από τη μεγάλη λογοτεχνική επιτυχία της, τα Πριμαρόλια, αλλά είναι άτοπο να κάνεις αναδρομή σε μια πλούσια ζωή αρχίζοντας από τη μέση της. Πάμε λοιπόν πολύ πιο παλιά, στα πρώτα κείμενά της – και σε ένα αστυνομικό αφήγημά της που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Ταχυδρόμος, πριν από τη χούντα. Ήταν μια ιστορία μυστηρίου, αναζητούνταν ο ένοχος ενός εγκλήματος στην ταχεία Καλαμάτα-Αθήνα, που άλλαζε μηχανή και φορά στον Αχλαδόκαμπο, κι εκεί, σε αυτό το μπρος-πίσω, βρισκόταν η λύση του μυστηρίου. Κάπως έτσι, με ένα αφήγημα που η ίδια δεν το θυμόταν, βρεθήκαμε να συζητάμε για την εισαγωγή της στη δημοσιογραφία, στη μετάφραση και στη λογοτεχνία. Πώς εκείνη, γυναίκα στη συντηρητική Πάτρα, αποκτά πρόσβαση στο μεγάλο περιοδικό της εποχής της και παίρνει απ’ αυτό την πρώτη επαγγελματική της ταυτότητα;

Αθηνά Κακούρη: Την εποχή που μεγάλωνα, οι νέοι δεν διαλέγαμε. Ζούσαμε σε μια Ελλάδα τελείως κατεστραμμένη και ο καθένας άρπαζε να κάνει ό,τι δουλειά ήταν μπροστά του, ό,τι μπορούσε. Επομένως, ακόμα και η ιδέα να ζητήσω από τους γονείς μου να με βοηθήσουν να σπουδάσω δεν μου ερχόταν, γιατί έβλεπα σε τι αγώνα βρίσκονταν εκείνοι. Επομένως, μετά το σχολείο ξεκίνησα, ας πούμε, τη βιοπάλη. Δούλευα με τον πατέρα μου στο ναυτικό του γραφείο, ήταν πολύ ωραία εκεί, αλλά και κάτι μου έλειπε. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο, λέω λοιπόν: θα γράφω τώρα αστυνομικά μυθιστορήματα και θα γίνω πλουσία και διάσημη. Και όντως, πέρασα πάρα πολύ καλά γράφοντας. Βέβαια, διάσημη δεν έγινα. Πλουσία δεν έγινα επίσης - τώρα πλέον ξέρω ότι έχουμε ένα πολύ μικρό αναγνωστικό κοινό και ότι απλώς πρέπει να καταπιαστούμε να το μεγαλώσουμε.

Ηλίας Κανέλλης:  Διάβασα ότι, αρχικά, στείλατε ένα κείμενό σας στην Ελένη Βλάχου της Καθημερινής. Αληθεύει;

Α.Κ.: Ναι. Αλλά δεν έλαβα καμία απάντηση. Θύμωσα τότε και το ίδιο κείμενο το έστειλα στον Ταχυδρόμο, χωρίς να πολυσυνειδητοποιώ τι επιδιώκω.

Η.Κ.: Ήταν τα χρόνια που το περιοδικό το διηύθυνε  ο Γ.Π. Σαββίδης;

Α.Κ.: Όντως το διηύθυνε ο Γιώργος Σαββίδης – αλλά εγώ ήμουν βυθισμένη στο βιοπορισμό και δεν γνώριζα τι σήμαινε Γιώργος Σαββίδης. Εκείνος, όμως, δέχτηκε το κείμενο πολύ ευνοϊκά. Μου είπε, θέλω ένα την εβδομάδα. Εγώ δεν μπορούσα να γράψω ένα την εβδομάδα, δεν είχα αυτή την ικανότητα της μεγάλης παραγωγής, αλλά ήταν πολύ καλά με τον Γιώργο – και η Λένα Σαββίδη ήταν εξαιρετική φίλη. Ο Γιώργος ήταν για μένα δάσκαλος, ήταν δηλαδή ένας άνθρωπος που ασχολούνταν – μπορούσε, ας πούμε, να πει: αυτό δεν μπορείς να το γράψεις, δεν είναι ωραίο, δεν στέκει, και να είναι πειστικός.

Η.Κ.: Σας υπεδείκνυε πώς να γράφετε;

Α.Κ.: Όχι, αλλά μου έκανε τόσο εύστοχες παρατηρήσεις. Θυμάμαι μια χαρακτηριστική: είχα γράψει τη διατύπωση: «ο πατέρας σου, σαν συνοικιακός γόης». Αυτό Αθηνά δεν γίνεται, με μάλωσε ο Σαββίδης, τι θα πει συνοικιακός γόης; Προφανώς είχα στο μυαλό μου κάτι. Επίσης, κάποτε του ξεφούρνισα ένα μυθιστόρημα, γιατί είπα να γράψω και ένα μυθιστόρημα. Το διάβασε, «πολύ ωραίο», μου λέει, «θα το ξαναγράψεις». Δεν έκανε σκόντο ο Γιώργος – σήμερα τους θυμάμαι με πάρα πολλή αγάπη και τους δύο. Άλλωστε τους χρωστάω πολλά, αυτοί με λανσάρανε, και μου δώσανε και κάποια αυτοπεποίθηση.

Η.Κ.: Εργαζόσασταν από την Πάτρα, όπου ζούσατε; Ήταν αμειβόμενη εργασία;

Α.Κ.: Βεβαίως. Το Συγκρότημα, έτσι λέγαμε τότε τα έντυπα του Λαμπράκη, τουλάχιστον όπου εργάστηκα εγώ, ήτανε πάρα πολύ εντάξει. Σε μια εποχή όπου όλοι οι εκδότες προσπαθούσαν να αποσπάσουν απλήρωτη εργασία, το Συγκρότημα φρόντιζε τους ανθρώπους του, να ζουν αξιοπρεπώς.

Η.Κ.: Έμοιαζε λίγο με τη δική μας εποχή, ε; Τότε γνωρίσατε και τον Μποστ;

Α.Κ.: Βέβαια, ναι. Τα πρώτα διηγήματά μου τα εικονογράφησε ο Μποστ. Ήταν εξωτερικός συνεργάτης…

Η.Κ.: Είχατε ιδεολογικές συγκρούσεις με συναδέλφους σας;

Α.Κ.: Μερικές φορές. Ορισμένα πράγματα για εμένα ήτανε τελείως αυτονόητα και όταν γνώριζα ανθρώπους με διαφορετικές απόψεις έπεφτα λίγο από τα σύννεφα. Το ότι αγαπάς την πατρίδα σου ήταν τελείως αυτονόητο, το ότι δεν προσπαθείς να τη μικρύνεις ήταν επίσης τελείως αυτονόητο. Ούτε τα συζητούσα αυτά.

Η.Κ.: Οι βάσεις των ιδεών σας για τα πράγματα είχαν τεθεί στην εκπαίδευσή σας; Κάνατε, φαντάζομαι, δημόσιο σχολείο στην Πάτρα.

Α.Κ.: Το Γυμνάσιο. Μετά τον βομβαρδισμό της Πάτρας και την κατάρρευση του μετώπου, ήρθαμε στην Αθήνα. Επιθυμούσαμε να γυρίσουμε πίσω, ξεκίνησε ο πατέρας μου να εκτιμήσει την κατάσταση αλλά έμαθε ότι τον κυνηγούσανε οι Ιταλοί. Οι Ιταλοί είχαν συλλάβει τις μεγάλες προσωπικότητες των Πατρών και τις στείλανε στην Ιταλία, ήταν εκεί εξορία σε όλη τη διάρκεια του πολέμου. Θέλανε να αποκεφαλίσουνε την πόλη γιατί, όπως ξέρετε, η δυτική Ελλάδα θα γινόταν Ιταλία.

Στέφανος Καβαλλιεράκης: Δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό αυτό που λέτε για τη δυτική Ελλάδα. Υπήρξε η προσάρτηση των Επτανήσων, είναι γνωστές οι βλέψεις της Ιταλίας για τα Δωδεκάνησα αλλά ελάχιστοι γνωρίζουν τα σχέδιά τους για τη δυτική Ελλάδα…

Η.Κ.: Με το χαρτί του γυμνασίου, λοιπόν…

Α.Κ.: Ακριβώς. Και ύστερα δουλειά.

Η.Κ.: Θέλατε να γίνετε συγγραφέας. Με ποια διαβάσματα για εφόδιο;

Α.Κ.: Ο πατέρας μου διάβαζε, ήτανε από τους ανθρώπους που αγαπούσε το βιβλίο και εκτιμούσε τη μόρφωση. Αλλά, βέβαια, τότε, πολλά βιβλία δεν είχαμε. Κάποια από εκείνα τα έχω διαβάσει 15 φορές, και 20 – π.χ. τα διηγήματα του Καρκαβίτσα. Δεν πάθαμε τίποτα που ξαναδιαβάσαμε κάποια αναγνώσματα, πολλά από αυτά είναι μέσα στο μυαλό μας. Ήταν πάντως δύσκολα, στην Πάτρα δεν υπήρχε καν βιβλιοπωλείο. Ένα χαρτοπωλείο υπήρχε και μερικά βιβλία που διέθεταν μάλλον ήταν της κακιάς ώρας. Άνοιξε τότε στην Πάτρα το Γιούσις όπως το λέγαμε, πνευματικό κέντρο των United States of America,που είχε μία μεγάλη ή, τέλος πάντων, καλούτσικη βιβλιοθήκη αμερικανικής λογοτεχνίας, όπου μπορούσες να πας και να δανειστείς. Εκεί μας άνοιξαν ορίζοντες.

Η.Κ.: Ξένη γλώσσα πώς μάθατε; Μόνη σας;

Α.Κ.: Ε, όχι, δεν την έμαθα μόνη μου. Μακάρι να είχα το ταλέντο. σαν τον Παπαδιαμάντη. Με το σύστημα που υπήρχε τότε, μια δασκάλα σε μάθαινε γερμανικά και αγγλικά. Ε, μετά από δίπλα μαθαίνεις και γαλλικά, ξέρεις και λίγα λατινικά από το σχολείο οπότε καταλαβαίνεις και ιταλικά.

Η.Κ.: Πριν γράψετε στον Ταχυδρόμο, είχατε δημοσιεύσει και κάπου αλλού;

Α.Κ.: Στην εφημερίδα Ο Λόγος των Πατρών. Όπως σας είπα εργαζόμουν ως ναυτική πράκτωρ. Με είχε προσέξει τότε ο γενικός πράκτορας, ένας πολύ ισχυρός άνθρωπος,  ο Ευγένιος Ευγενίδης, ο οποίος είπε «να το στείλουμε αυτό το κορίτσι κάπου να μάθει τίποτε…». Και με έστειλε, με κάτι πολύ ωραία σουηδικά πλοία, για ένα γύρο στην Ανατολική Μεσόγειο. Όταν γύρισα, είχα δει τόσα πράγματα κι είπα ότι πρέπει να τα γράψω. Έγραψα λοιπόν χρονογραφήματα, επί της ουσίας διηγήσεις από τα ταξίδια μου. Αυτά είναι τα πρώτα γραπτά μου που δημοσιεύτηκαν.

Η.Κ.: Στον Ταχυδρόμο, εκτός από τους επαγγελματίες των περιοδικών, διάβασα ότι γνωρίσατε και κάποιες άλλες προσωπικότητες που σας βοήθησαν στη διαδρομή σας. Τότε γνωρίσατε και τον ιστορικό Άλκη Αγγέλου;

Α.Κ.: Ο Άλκης Αγγέλου ήταν συνεργάτης της Λένας και του Γιώργου Σαββίδη όταν άνοιξαν τον εκδοτικό οίκο τους, τον Ερμή. Ο Άλκης Αγγέλου είναι ένας ακόμα άνθρωπος στον οποίο οφείλω πάρα πολλά. Με τους Σαββίδηδες πήρα λίγο αέρα ότι κάτι κάνω κι εγώ. Είχε βλέπετε δημοσιευτεί και μια μικρή μελέτη του Γιώργου Σαββίδη, που παρουσίαζε τον πνευματικό κόσμο, τους σύγχρονους συγγραφείς της Ελλάδας, τους νέους… Εκεί, ανάμεσα σε μερικά ονόματα, πιο ηχηρό ήταν θυμάμαι το όνομα του Φραγκόπουλου, ανέφερε και το δικό μου. Δεν ήξερα πού να πάω να κρυφτώ, δεν είχα βλέπετε μεγάλη αυτοπεποίθηση. Τότε με φώναξε ο Αγγέλου και μου είπε «γιατί δε δοκιμάζετε να γράψετε ένα μυθιστόρημα, να δείτε αν μπορείτε να κινήσετε ανθρώπους; Να το τοποθετήσετε στην εποχή του Διαφωτισμού». Ό Αγγέλου είχε μανία με την εποχή του Διαφωτισμού. Και εγώ του είπα «δεν ξέρω τίποτε για την εποχή του Διαφωτισμού, έχω τεράστια κενά». Κι εκείνος μου λέει: «ανάγνωση δεν γνωρίζετε κυρία Κακούρη;» Και διάβασα περί τα δέκα χρόνια για να γράψω τα δύο πρώτα μυθιστορήματά μου, Της τύχης το μαχαίρι και Στη φορά του ανέμου. Δεν είναι σπουδαία μυθιστορήματα, δεν συναρπάζουνε τον αναγνώστη, αλλά τότε ήταν μυθιστορήματα που, ένας δυστυχής Έλληνας, τόσο στερημένος από γνώσεις για το παρελθόν του, μπορεί να τα εμπιστευτεί. Γιατί δεν υπάρχει λεπτομέρεια που να μην την έψαξα όσο μπορεί να ψαχτεί.

Η.Κ: Ο Αγγέλου είχε διάφορες ιδέες, ρηξικέλευθες τότε, μεταξύ των οποίων οι απόψεις του για το κρυφό σχολειό – απέδειξε ότι κρυφό σχολείο δεν υπήρξε. Τις γνωρίζατε εσείς τότε αυτές τις απόψεις;

Α.Κ.: Ναι, βέβαια.

Η.Κ.: Συγκρουστήκατε καμιά φορά μαζί του;

Α.Κ.: Όχι, καθόλου, γιατί να συγκρουστώ. Εγώ είμαι άνθρωπος της λογικής. Αυτό που περιγράφει ο Αγγέλου και στο βιβλίο του για το κρυφό σχολειό είναι απολύτως κατανοητό. Και καταλαβαίνετε, ο Αγγέλου την αγαπούσε πολύ την πατρίδα του. Ήξερε τι είναι. 

Η. Κ.: Μα ως συνεισφορά στην εθνική αυτογνωσία κατεδάφισε έναν κραταιό μύθο.

Α.Κ.: Καταλαβαίνετε ότι ο μύθος έχει μία χρησιμότητα. Και ο συγκεκριμένος μύθος λειτούργησε,  πολύ καλά λειτούργησε. Αλλά όπως όλοι οι μύθοι, για να σταθούνε, πρέπει να έχουν κάποιο κόμπο αλήθειας.  Ποιος ήταν ο  κόμπος της αλήθειας στο μύθο του κρυφού σχολειού; Ότι σχολεία υπήρχανε, αλλά οι Τούρκοι έβλεπαν με δυσαρέσκεια τα πολλά μαθηματικά, την πολλή φυσική, επειδή όλα αυτά μπορεί να σχετίζονταν με όπλα. Μπορεί να σχετίζονταν με πράγματα που αισθάνονταν ότι τους απειλούν. Είχανε δεχτεί το αίτημα του πατριάρχη, ο οποίος έλεγε ότι αν δεν έχει σχολεία πώς θα έφτιαχνε καινούργιους ιερείς – γι’ αυτό ανήκανε στην εκκλησία τα σχολεία.

Η.Κ.: Στον Ερμή συναντήσατε και άλλους που σας βοήθησαν στις ιστορικές αναγνώσεις σας;

Α.Κ.: Όχι. Είχα να κάνω μόνο με τον Αγγέλου. Και τον έβλεπα κι αργότερα, με καλούσε και στο σπίτι του. Συγκέντρωνε νέους ανθρώπους γύρω του. Αλλά κατόπιν είχα κι εγώ μια ζωή που διακοπτότανε από κάτι περίεργα ταξίδια – έφυγα κάποια στιγμή και έμεινα σχεδόν δεκαπέντε χρόνια στην Αμερική. Επομένως, κράτησα μόνο μια κοινωνική επαφή, επισκεπτόμουν πάντα όταν μπορούσα τον Γιώργο και τη Λένα Σαββίδη.

Σ.Κ.:  Στο βιβλίο σας Τα δύο βήτα ευχαριστείτε τον Μιχάλη Σακελαρίου...

Α.Κ.: Εννοείτε τον μελετητή της ιστορίας και ακαδημαϊκό, που πέθανε το 2014. Ήταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος, κάποιος έπρεπε να είχε γράψει τη βιογραφία του. Αλλά το βιβλίο μου αφιερώνεται στον παππού του, σημαντικό δημοσιογράφο της εποχής του. Αυτόν ο οποίος έγραψε, το 1917, το περίφημο άρθρο «Αντί ολίγων πλίνθων». Έτσι τελειώνω και το  βιβλίο, προσπαθώντας να δώσω στον σημερινό αναγνώστη να καταλάβει ποια ήταν τα διλλήματα εκείνης της εποχής.

Η.Κ.: Στο μεταξύ, τυποποιείστε ως συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων. Στην ουσία, κατακτήσατε το ιστορικό πλαίσιο και τοποθετήσατε μέσα εκεί τους ήρωές σας.

Α.Κ.: Αυτό δουλεύει, ξέρετε, κάπως εμπειρικά.  Η πρώτη μου σχετική εμπειρία ήταν όταν βρέθηκα στην Αμερική, όπου υπήρχαν θαυμάσιες βιβλιοθήκες, πάρα πολύ προσιτές – θυμάμαι είχα βρει όλους τους περιηγητάς και γενικώς βιβλία που δεν τα βρίσκεις, διάβαζα συνεχώς. Διάβαζα περίπου δέκα χρόνια κάνοντας διάφορες βλακείες, γιατί δεν είχα περάσει από πανεπιστήμιο και δεν ήξερα με τι σύστημα διαβάζεις. Νόμιζα ότι τα διαβάζεις μια φορά και τα θυμάσαι. Όταν λιγάκι κατέκτησα το σύστημα και το επόμενο, αυτό που ήθελα να καταπιαστώ, άρχισα πάλι να διαβάζω γύρω γύρω – και ξέρετε, εκεί που διαβάζεις, εκεί διαμορφώνονται και οι χαρακτήρες και αποφασίζεις περί τίνος πρόκειται, και τα επεισόδια ακόμη τότε διαμορφώνονται. Όταν ξεκίνησα να γράφω τα Πριμαρόλια δεν είχα ιδέα πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε η τοκογλυφία, πόσο σημαντικό ήταν ότι δεν είχαμε τράπεζες της προκοπής και, άρα, ανθούσανε οι τοκογλύφοι – από ό,τι κατάλαβα, όχι μόνο στη σταφίδα αλλά και σε άλλα πάρα πολλά πράγματα.

Σ.Κ.: Διαβάζοντάς σας, διαπιστώνω ότι είναι σαφής η επιρροή σας από τον αγγλοσαξωνικό τρόπο προσέγγισης της ιστορίας , το social history, την κοινωνική ιστορία. Είναι ενδιαφέρον ότι δείχνετε με αδρές περιγραφές πώς ζούσανε οι άνθρωποι στις περιόδους με τις οποίες καταπιάνεστε. Πώς το πετυχαίνετε αυτό;

Α.Κ.: Οι Άγγλοι έχουν μία πάρα πολύ καλή παράδοση ιστοριογραφίας , ενώ εμείς δεν έχουμε. Αν και αυτό που περιγράφετε θα έγινε αυτομάτως, χωρίς να το καταλαβαίνω, είναι τελικά σπουδαίο να μπορείς να ζωντανέψεις αυτό το παρελθόν.

Η.Κ.: Οπότε με αυτόν τον τρόπο προσεγγίζετε το σταφιδικό ζήτημα και στο πιο συζητημένο βιβλίο σας, τα Πριμαρόλια;

Α.Κ.: Το σταφιδικό ζήτημα ήταν ένα τεράστιο ζήτημα το οποίο αρχίζει από τον Τρικούπη και στην πραγματικότητα λύνεται στην κατοχή, όταν το κράτος δεν έχει λεφτά. Κατάγομαι από την Πάτρα, ήξερα πρόσωπα και περιστατικά, μπορούσα να αντεπεξέλθω στις υποχρεώσεις της πλοκής. Καταπιάστηκα να διαβάζω εφημερίδες, σημειώματα, όλες τις μελέτες που γράφτηκαν την εποχή, ενώ συζητούσα με πρόσωπα που έζησαν τα γεγονότα – όσους κατέθεσαν τη μαρτυρία τους τους αναφέρω και στην εισαγωγή, όπως π.χ. τον Νιόνιο Τσερώνη, σταφιδέμπορο και ναυτικό πράκτορα της εποχής εκείνης. Σταφιδέμποροι και ναυτικοί πράκτορες ήταν πολλοί. Το αποτέλεσμα καθόρισαν, όμως, δύο εξαιρετικοί άνθρωποι: ο Κώστας Τριανταφύλλου, ιστορικός και μελετητής της Πάτρας, και ο δημοσιογράφος Νίκος Πολίτης. Όσο έγραφα, συζητούσαμε και απαντούσαν συνεχώς στις ερωτήσεις μου, όταν τελείωσα τους έδωσα το χειρόγραφο να μου διορθώσουν τα λάθη.

Σ.Κ.: Γνωρίζω ότι στην περιοχή σας η σταφίδα περνάει μια δεύτερη άνθιση. Μου μετέφεραν μάλιστα ότι, πρόσφατα, ο πρόεδρος του συνεταιρισμού στο Αίγιο, όπου παράγεται η περίφημη βοστίτσα, λέει ότι η εξέλιξη πρέπει να έρχεται αργά, η σταφίδα, λέει, μπορεί να σε καταπιεί. Μεταφέρει στο σήμερα μια ζωντανή ακόμα μνήμη.

Α.Κ.: Μα και τότε γι’ αυτό καταστράφηκε η σταφίδα. Ξαφνικά αρχίσανε να κάνουν όλοι σταφίδα. Μετατρέψανε την Πελοπόννησο σε μονοκαλλιέργεια. Ενώ δεν μεγάλωνε η αγορά, ήταν τυχαίο. Εκεί ανακάλυψα τι υπέστησαν οι κακόμοιροι αγρότες που ούτε ήξεραν ούτε είχανε καμία καθοδήγηση. Ξερίζωναν τις ελιές τους , βάζανε σταφίδες και μετά χρεώνονταν. 

Η.Κ.: Τα πρώτα χρόνια του 2000 εργάζεστε για τη Θέκλη, μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αλλά πρωτίστως μυθιστόρημα με φόντο τους Βαλκανικούς Πολέμους.

Α.Κ.: Κοιτάξτε, είμαστε παλαβοί.  Οι Βαλκανικοί πόλεμοι είναι ένα τεράστιο γεγονός για την ελληνική ιστορία. Ώς το τέλος του 19ου αιώνα δεν είχαμε καθόλου στρατό. Και κανένας δεν είχε διάθεση να μας αφήσει να έχουμε στρατό. Ο Γλάδστων (Γουίλιαμ Γκλάντστοουν, William Ewart Gladstone, 29 Δεκεμβρίου 1809 - 19 Μαΐου 1898), που υποτίθεται ότι ήταν και φιλέλλην, έλεγε ότι «οι Έλληνες δεν χρειάζονται στρατό, αφού τους έχουμε εγγυηθεί τα σύνορά τους».  Τα σύνορά μας ήτανε στη Λάρισα.  Ασφυκτιούσαμε εξ αρχής, η Ελλάδα ήταν μια στραβοπλασμένη κατασκευή. Αλλά έγινε μια πολύ σιωπηρή και αποτελεσματική δουλειά στις γραμμές που χαράζει ο Τρικούπης. Και έχει πολύ πιστούς ανθρώπους που συνέχισαν το έργο του και ξαφνικά, το 1912, η Ελλάδα ξαφνιάζει και τους Βούλγαρους και τους Σέρβους που ήδη έχουν μεγάλους στρατούς και γερούς χρηματοδότες – τη Ρωσία τη Γαλλία. Μας θέλανε μόνο για το ναυτικό μας, γι’ αυτό μας έστειλαν να σταματήσουμε την αποστολή του τουρκικού στρατού από την Κωνσταντινούπολη που συγκεντρωνόταν να περάσει και να χτυπήσει προς τη Μακεδονία. Αλλά βρεθήκαμε με στρατό κι αυτός ο στρατός έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Όσο πιο πολύ διάβαζα για αυτό το επίτευγμα, τόσο πιο πολύ ενθουσιαζόμουν. Και επίσης οι πόλεμοι, που είναι φρικτά πράγματα, φέρνουνε από δίπλα και κοινωνικές αλλαγές. Αναπόφευκτα. Όχι πάντοτε, όχι τις καλύτερες , αλλά πάντως φέρνουν αλλαγές. Μια από τις αλλαγές αυτές στην Ελλάδα είναι η έξοδος των γυναικών στην αγορά.

Σ.Κ: Ήταν σκοτεινός, μοιραίος, βιαστικός, υπερφιλόδοξος ή απλοϊκός, όπως έχετε πει σε μια άλλη σας συνέντευξη, ο Ελευθέριος Βενιζέλος;

Α.Κ.: Επίσης κάπου αλλού πρέπει να έχω πει ότι τον Βενιζέλο πρέπει να τον βιογραφήσουν οι άνθρωποι που τον αγαπάνε. Εγώ δεν τον καταλαβαίνω, ίσως γιατί δεν τον αγαπάω αρκετά για να τον καταλάβω, όπως καταλαβαίνω πάρα πολύ, αισθάνομαι ότι καταλαβαίνω τους Βαλκανικούς πολέμους, γιατί αγαπάω αυτή την ιδέα. Εγώ έχω ζήσει το 1940. Έχω ζήσει τον Έλληνα τον 1,53 ύψος και πηγαίναμε στα στραβά μας ποδαράκια αλλά κάναμε πράγματα, ανατριχιάζω και που τα θυμάμαι. Αυτόν τον στρατιωτάκο, ο οποίος πήρε τα όπλα και είπε «εμείς θα πάμε να κατακτήσουμε, θα πάμε να φτιάξουμε ένα κράτος που να μπορούμε να ζήσουμε», τον αγαπάω ιδιαίτερα. Τον Βενιζέλο, αντίθετα, δεν τον καταλαβαίνω. Οι άνθρωποι που τον αγαπάνε πρέπει να τον βιογραφήσουν, να τον βιογραφήσουν σωστά όμως. Δηλαδή να τα βάλουνε κάτω όλα. Όχι επιλεκτικά για να βγάλουνε κάτι που μοιάζει ωραίο. Γιατί δεν πείθει. Καταλήγεις να αισθάνεσαι ότι σου προσβάλλουν την νοημοσύνη σου. Ας καθίσουν να φτιάξουν μια βιογραφία για τον Βενιζέλο οι άνθρωποι που τον αγαπάνε, με όλα τα άλλα, για να τον δούμε και εμείς ως άνθρωπο.

Σ.Κ.: Του αναγνωρίζετε ικανότητες, όμως… Την πρώτη του θητεία την θεωρείτε κάπως θετική.

Α.Κ.: Βεβαίως. Και πάλι σας λέω, δεν είμαι ειδική, αλλά αυτό το γράφει και ο Μεταξάς σε κάποιο σημείο, λέει ότι του αναγνωρίζουμε ότι έδωσε τον ενθουσιασμό, είναι σπουδαίο πράγμα και αυτό. Το στρατό όμως δεν τον έφτιαξε ο Βενιζέλος. Έδωσε όμως τον ενθουσιασμό.

Σ.Κ.: Τι ήταν λοιπόν για σας ο Βενιζέλος;

Α.Κ.: Μα δεν ξέρουμε ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος .

Σ.Κ.: Δεν ξέρουμε;

Α.Κ.: Μα δεν ξέρουμε.

Η.Κ.: Από την ήττα του 1897 μέχρι το 1905, τι μεσολαβεί και μια ηττημένη χώρα καταφέρνει και πατάει στα πόδια της;

Α.Κ.: Ήταν μια χώρα την οποία σιγά σιγά προσπαθούσε να τη φτιάξει κράτος ο Γεώργιος. Έχει κάνει μικρά βήματα που δεν φαίνονται, αλλά αυτά ήταν οι στέρεες βάσεις. Όταν ήρθε ο πόλεμος του 1897 και πάθαμε ό,τι πάθαμε, υπήρξαν αρκετά πρόσωπα που κατάλαβαν ότι έπρεπε να διορθώσουμε πολλά. Αλλά τι θα αντιγράφαμε; Θα αντιγράφαμε το πιο επιτυχημένο σύστημα της Ευρώπης, το γερμανικό. Κι αν καταστραφήκαμε και χρεοκοπήσαμε, είναι κυρίως επειδή έκανε έργα ο Τρικούπης, μια μεγάλη φυσιογνωμία. Επομένως ήτανε υγιέστερο το έδαφος απ’ ό,τι φαινόταν, κι ας είχαμε διεθνή οικονομικό έλεγχο. Γινότανε τακτική και σοβαρή δουλειά, γι’ αυτό η χώρα συνήλθε και οικονομικά σε λίγα χρόνια. Δεν τα είχαμε σκορπίσει, δεν είχαμε πολλαπλασιάσει τη δημοσιοϋπαλληλία μας, δεν είχαμε δώσει συντάξεις σε τριαντάρηδες...

Η.Κ.: Αν υποθέσουμε ότι έχετε δίκιο, δεν πρέπει να παραδεχτούμε ότι, στην αρχή του εικοστού αιώνα, το πολιτικό σύστημα και ο βασιλιάς συνεργάζονται αρμονικά για την υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας;

Α.Κ.:  Η Μεγάλη Ιδέα, μια ιστορία που την εφηύρε ο Κωλλέτης, είναι μπούρδα. Η επανάσταση του 1821, με χιλιάδες νεκρούς, δεν έγινε για να απελευθερωθούν η Πελοπόννησος και ένα κουτσουλάκι από πάνω που θέλανε οι Εγγλέζοι... Ο στόχος, εξ αρχής, ήταν να μεγαλώσουμε, να γίνουμε κράτος, κράτος ευρωπαϊκό. Νομίζω σταθήκαμε τυχεροί με τους βασιλείς. Πρώτα ήμασταν τυχεροί με τον Όθωνα και την Αμαλία, οι οποίοι αγαπούσανε πολύ και τον τόπο και την ιδέα της Ελλάδας και έκαναν ό,τι μπορούσαν και ό,τι τους επέτρεπαν οι συνθήκες – στις συνθήκες ας υπολογίσουμε τις λίγες γνώσεις του πολιτικού κόσμου, που μπορούσες εύκολα να τον παρασύρεις, που μπορούσαν εύκολα να τον παρασύρουν οι ξένοι παράγοντες. Τυχεροί ήμασταν και με τον Γεώργιο Α’, γιατί ήταν μεγάλης αξίας άνθρωπος. Ήρθε στη χώρα ένα παιδαρέλι, που όμως έδειξε μεγάλη πολιτική οξυδέρκεια. Έτσι νομίζω ότι τα πράγματα μέχρις ενός σημείου έβαιναν καλώς και το βλέπαμε και στα αποτελέσματα. Και στην οικονομία μπορούσαμε να προχωρήσουμε .

Η.Κ.: Πώς περιγράφετε τον Γεώργιο, ιδίως σε σχέση με το ελληνικό πολιτικό σύστημα, το οποίο εσείς περιγράφετε ως στελεχωμένο με χαμηλής παιδείας και εμπαθείς πολιτικούς;

Α.Κ.: Εδώ δεν θα απαντήσω, αλλά θα ρωτήσω: πού είναι τα αρχεία;

Σ.Κ.: Τα αρχεία του Γεωργίου Α’;

Α.Κ.: Τα αρχεία μας γενικώς. Πού είναι τα αρχεία μας, ας πούμε, για τον Γεώργιο Α’. Για έναν άνθρωπο ο οποίος διοίκησε την Ελλάδα 50 χρόνια; Πού είναι; Προσωπικώς δεν είμαι ιστορικός, δεν έχω σπουδάσει ιστορία. Εκφράζω όμως ένα τεράστιο παράπονο: πώς μελετούν την περίοδο οι ιστορικοί μας; Δεκαετία μπαίνει, δεκαετία βγαίνει, και να μην ξέρουμε πού είναι τα χαρτιά;  Πού είναι βρε παιδί μου τα χαρτιά του Γεωργίου, να δούμε τι έγραφε αυτός; Χάθηκαν από εδώ;

Σ.Κ.: Όντως, υπάρχει τεράστιο κενό στην ιστορία της βασιλείας – όπως και στην ιστορία του στρατού…

Α.Κ.: Για το στρατό δεν ξέρω, νομίζω ότι εκεί υπάρχουν περισσότερα πράγματα. Αλλά για τη βασιλεία δεν μπορεί να μην παραπέμπει κανείς σε ένα αρχείο. Αν δεν μπορώ να παραπέμψω κάπου, και μελετώ την περίοδο, τι θα σας πω; Θα σας πω ότι φαντάζομαι. Πολλοί μελετητές λένε ότι φαντάζονται. Ωραία, δεν μας αρέσει η βασιλεία σήμερα – αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Ή κάνουμε ιστορία ή κάνουμε μπούρδες. Επικρατεί,  φοβούμαι, μια αντίληψη ότι όποιος αναφέρει το όνομα ενός βασιλιά είναι βασιλόφρων. Επίσης ότι μπορείς να πεις για τους βασιλιάδες ό,τι σου κατέβει. Υπάρχει σελίδα βιβλίου, το οποίο έχει πωληθεί σε 20.000 αντίτυπα, όπου αναφέρεται ότι όταν πρωτοήρθε 19 χρονών στην Ελλάδα ο Γεώργιος, επειδή ήταν αυταρχικός, δεν ήθελε να ακολουθήσει τις κοινοβουλευτικές παραδόσεις, γι’ αυτό οι Άγγλοι του έβαλαν δίπλα του τον Τζουμπέ – τον Δημήτριο Βούλγαρη. Πού το βρήκε αυτό ο ιστορικός; Παρακάτω, στην ίδια σελίδα, αναφέρεται ότι ο Γεώργιος διαμαρτυρήθηκε στον πρέσβη της Γαλλίας, και δήθεν αυτά έγιναν πριν από τη στέψη του. Δεν έχει αντιληφθεί ο άνθρωπος, δεν μπήκε στον κόπο να μάθει ότι οι έλληνες βασιλείς δεν στέφονται, ορκίζονται στο σύνταγμα. Και συνεχίζει ο ιστορικός ότι πριν από τη στέψη του είπε στον Γάλλο ότι του φέρονται απαίσια οι Άγγλοι και γι’ αυτό θα πάει να διαμαρτυρηθεί στην αδερφή του. Και επεξηγεί ο συγγραφέας ότι η αδερφή του ήταν η βασίλισσα Βικτωρία, τα συνήθιζαν λέει τότε οι βασιλείς κάτι τέτοια. Δεν σκέφτεται ότι εάν η βασίλισσα Βικτωρία είχε αδερφό δεν θα ήταν βασίλισσα.Αυτά λοιπόν που ξέρουμε για τον Γεώργιο είναι ελάχιστα. Τα βγάζουμε από την κοιλιά μας. Ο μόνος που ξέρει δέκα πράγματα γι’ αυτόν, εκ βεβαίου, ως αποτέλεσμα ερεύνης, είναι ο ιστορικός Κώστας Μ. Σταματόπουλος. Προσωπική μου εντύπωση είναι ότι ο Γεώργιος ήταν άνθρωπος ψυχρός μεν πανέξυπνος δε. Στην οικογένειά του διοικούσαν επί αιώνες. Μετά την έλευσή του στην Ελλάδα, σύντομα κατάλαβε ότι εδώ δεν ήξεραν τι τους γίνεται, γι’ αυτό στην αρχή προσπαθεί να εναλλάσσει διαρκώς το πολιτικό προσωπικό, για να μην μπορέσει κανένας να μείνει πολύ και να κάνει πολλή ζημιά. Πρώτα ζήτησε να φτιαχτεί σύνταγμα, κι επειδή η διαδικασία καθυστερούσε πίεσε, χρειαζόταν έναν καταστατικό χάρτη για να δουλέψει. Άρα δεν ήταν ένας αυταρχικός άνθρωπος, όπως νομίζεται. Αντίθετα, ήταν ένας άνθρωπος που έλεγε: «πείτε μου τους νόμους σας για να τους υπακούσω». Το μυαλό του ήταν στα συμφέροντα της Ελλάδας. Ήξερε τι συμβαίνει στην Ευρώπη, έφευγε μάλιστα περί τους δυο μήνες κάθε χρόνο, προφανώς όχι για να ξεσκάσει. Δουλειά του βασιλιά, και όλων των βασιλιάδων εκείνη την εποχή, ήταν να χαράζει εξωτερική πολιτική.

Σ.K.: Με ποιον συνεργάστηκε ο Γεώργιος σε αυτή την περίοδο της Α’ Συνταγματικής Δημοκρατίας; Με τον Κουμουνδούρο; Τον Δεληγιώργη; Τον Βούλγαρη;

A.Κ.: Αναλόγως, όποιος του πέσει στο κεφάλι.Νομίζω πάντως με τον Κουμουνδούρο. Ήτανε ο πιο σώφρων.

Η.Κ.: Τι ήταν το Γουδί;

Σ.Κ.: Το Γουδί έχει σχεδόν αγιοποιηθεί από τους ακαδημαϊκούς ιστορικούς. Η επανάσταση του 1909, της φρουράς της Αθήνας, του Στρατιωτικού Συνδέσμου, στο στρατόπεδο του Γουδιού, επί της ουσίας ήταν μια κοινωνική κίνηση με μικρές επιπτώσεις. Με την έννοια ότι μετά το Γουδί δεν έγινε τίποτα δεν οδήγησε πουθενά. Εσείς για το Γουδί εκφράζετε μεγάλες απορίες.

Α.Κ.: Πάντα απορώ, τι ουσιαστικά έφερε το Γουδί. Ήταν μια κοινωνική επανάσταση που δεν άφησε ίχνη; Το μόνο ουσιαστικό που βγαίνει μετά το κίνημα στο Γουδί είναι ότι έχουμε μετακαλέσει τους Γάλλους για εκπαιδευτάς.

Σ.Κ.: Και εκτός από τους Γάλλους, μετακαλείται στην Αθήνα ο Βενιζέλος. Ποιος τον έφερε στην Αθήνα;

Α.Κ.: Δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος. Ήρθε ο Μεσσίας, αλλά δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος τον έφερε.Σας λέω, μας λείπει μία καλή βιογραφία του Βενζέλου. Όχι μία, 115 καλές βιογραφίες.

Η.Κ.: Τι ήταν οι Βαλκανικοί πόλεμοι;

Σ.Κ.: Είναι η ευτυχέστερη στιγμή της σύγχρονης Ελλάδας;

Α.Κ.: Νομίζω ναι.

Σ.Κ.: Υπάρχει χημεία Κωνσταντίνου-Βενιζέλου; Πώς ήταν η συνεργασία τους;

Α.Κ.: Κατά τη γνώμη μου, το χαρακτήρα του Κωνσταντίνου μπορείς να τον διαβάσεις εύκολα. Ο χαρακτήρας του Βενιζέλου, αντίθετα, είναι απροσπέλαστος. Δεν έχουμε μαρτυρίες για τον Βενιζέλο. Πάντως, ας κάνω μια ανθρωπολογικού τύπου παρατήρηση, δεν τον έχω δει πουθενά σε καμιά στιγμή της ζωής του να συνεργάζεται με κάποιον ή με κάποιους. Ο ίδιος είναι πάντα από πάνω ενώ οι άλλοι από κάτω. Δεν υπάρχει μαρτυρία συνεργασίας με κάποια πρόσωπα, δεν έχει κανένα φίλο.

Σ.Κ.: Ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Κρίνοντας από μεταγενέστερους ηγέτες, γνωρίζουμε ότι π.χ. ο Καραμανλής είχε συνεργάτες τον Παπαληγούρα ή τον Αβέρωφ, ο Ανδρέας Παπανδρέου τον Χαραλαμπόπουλο και κάποιους άλλους...

Α.Κ.: Ο Βενιζέλος δεν ξέρουμε αν έχει έμπιστους συνεργάτες. Δεν εννοώ τους θαυμαστές του.

Σ.Κ.: Τον Κωνσταντίνο πώς τον αποκωδικοποιήσατε;

Α.Κ.: Είναι εύκολο να πλησιάσεις έναν άνθρωπο απλό. Και οι περιγραφές που έχουμε παραπέμπουν σε πράγματα που τα καταλαβαίνεις αμέσως. Νομίζω ότι λόγω της απλότητας και της ευθύτητας του χαρακτήρα τους αγαπήθηκε τόσο πολύ από τον ελληνικό λαό. Δεν είναι περίπλοκος δεν είναι δύσκολος χαρακτήρας. Ενώ ο Βενιζέλος είναι αληθινά περίπλοκος.

Η.Κ.: Η συγκυρία των ελληνικών θρίαμβον έχει να κάνει με την επικείμενη κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας; Δεν ήταν περίπου νομοτελειακό οι Έλληνες να επωφεληθούν από αυτή την κατάρρευση;

Α.Κ.: Ωστόσο, το ίδιο διάστημα οι Βούλγαροι ξεκινούν να φτάσουν στην Κωνσταντινούπολη και κολλάνε στις λάσπες. Η προέλαση των Βουλγάρων ήταν μηδαμινή, αν σκεφτεί κανείς ότι είχαν τον διπλό στρατό από εμάς. Οι Σέρβοι, ναι, είχαν ισχύ, κατέβηκαν νότια, κατέλαβαν και το Μοναστήρι. Αλλά από την Ελλάδα δεν περίμενε κανένας να κάνει γρήγορη και αποτελεσματική στρατιωτική προέλαση. Θα άξιζε μάλιστα να δούμε και την αντίδραση που δημιούργησαν οι στρατιωτικές επιτυχίες της Ελλάδας στην Ευρώπη.

Σ.Κ.: Ήμασταν η μοναδική βαλκανική χώρα που ήταν με τους νικητές και στους δύο βαλκανικούς πολέμους. Θεωρείτε ότι αυτό δημιούργησε μια αντισυσπείρωση των μεγάλων δυνάμεων εις βάρος της Ελλάδας;

Α.Κ.: Όχι αντίσυσπείρωση, αλλά ασφαλώς κάποιες βλέψεις. Οι Ρώσοι και οι Γάλλοι, άραγε, γιατί ήρθαν εδώ και μετά δεν έφευγαν. Η κάθε μεγάλη δύναμη έχει βλέψεις, φυσικό είναι.

Η.Κ.: Τι είναι αυτό που ενέπνευσε τον ελληνικό στρατό ώστε να συμβάλει στον στρατιωτικό θρίαμβο;

Α.Κ.: Αυτά τα πράγματα τα πιστεύουμε, μέχρι το 1940 και το 1950. Τώρα είναι που οι νέοι δεν πιστεύουνε σε τίποτα. Υπήρχε λοιπόν μια βαθιά πίστη ότι αυτά τα χώματα μας ανήκουν. Με αυτή την πίστη κινηθήκαμε να ελευθερώσουμε αυτό το κομματάκι που ελευθερώσαμε.

Σ.Κ.: Είχe διαφορά αντιλήψεως ο Βενιζέλος από τον βασιλιά; 

Α.Κ.: Καμία διαφορά αντιλήψεως δεν είχαν. Διέφερε ο τρόπος με τον οποίο ο καθένας έβλεπε τα πράγματα. Πού περιχαρακώνονταν τα δικαιώματά του και μέχρι πού είχε ελευθερία να κινηθεί. Ο συνταγματικότερος εκ των δύο είναι ο βασιλιάς, όχι ο Βενιζέλος.

Η.Κ.: Γιατί οδηγηθήκαμε στη Μικρασιατική Καταστροφή;

Α.Κ.: Τη Μικρασιατική Καταστροφή, ομολογώ, από ένα σημείο και ύστερα δεν την ξέρω, δεν την έχω μελετήσει. Αλλά το ερώτημα, νομίζω, δεν είναι γιατί χάσαμε αλλά γιατί πήγαμε. Το τι θα γινόταν ύστερα ήταν γνωστό, το είχε πει ο Μεταξάς, υπασπιστής τότε του Βενιζέλου, από το 1915, στην έκθεση που είχε υποβάλει. Όλα θα τα βρείτεεκεί γραμμένα. Τα γράφει και ο Έλιοτ Σμιθ, εξάλλου. Το γιατί πήγαμε πρέπει να εξετάσει κανείς. Γιατί μας πήγε ο Βενιζέλος, γιατί μας άρπαξε από τα μαλλιά και μας πήγε. Αυτό τότε θεωρήθηκε μια μεγάλη κίνηση – και ώς σήμερα δεν βλέπω κανέναν από τους ιστορικούς να λέει ξεκάθαρα ότι ήτανε αυτοκτονική πράξη. Λοιπόν, γιατί πήγαμε; Προσωπικώς, έχω ακόμα ένα ερώτημα: γιατί ο Λόυντ Τζορτζ ήθελε να μείνουμε; Ο Λόυντ Τζορτζ έπεσε τον Δεκέμβριο του 1922, λίγο μετά την Καταστροφή. Διότι σηκώθηκε κάποιος στη Βουλή και είπε: εδώ είναι η απόρρητος επιστολή του Γούναρη που σας έστειλε το Φεβρουάριο, όπου αναφέρεται ότι ο ελληνικός στρατός έχει εξαντληθεί, πολεμοφόδια δεν υπάρχουν, χρήματα δεν υπάρχουν, σας παρακαλώ να μας βοηθήσετε – κι εσείς απαντήσατε: «να μείνετε εκεί όπου είσαστε». Έγινε μέγας θόρυβος στην αγγλική Βουλή. Έγραψαν και οι εφημερίδες πάρα πολλά. Όταν σκεφτείς ότι, ύστερα, τα αγγλικά πλοία μας κοίταζαν να πνιγόμαστε στη Σμύρνη, έχει νόημα, νομίζω, ακόμα και σήμερα, να απαντηθεί το ερώτημα των ευθυνών που είχε η Αγγλία – ευθυνών που δεν είναι άμοιρες της τπώσης του Λόυντ Τζορτζ.

Η.Κ.: Τι ήταν η εκτέλεση των έξι, στους οποίους φορτώθηκε η ευθύνη της Καταστροφής;

Α.Κ.: Ήταν μία άθλια λύση.

Η.Κ.: Θέλετε να επιστρέψουμε στη λογοτεχνία σας και να μιλήσουμε για τις μεθόδους σας. Πώς εργάζεται η Αθηνά Κακούρη;

Α.Κ.: Πριν απ’ όλα, αγαπάω πολύ τα θέματα για τα οποία γράφω. Πλάθοντας χαρακτήρες που θα κινήσουν τη δράση, προσπαθώ να εμβαθύνω σ’ αυτούς, να τους κατανοήσω. Πάρα πολλά από τα πρόσωπα είναι γυναίκες. Γυναίκες σε μυθιστορήματα εποχής. Συχνά αντλώ από γνωστούς μου,έχω περιγράψει π.χ. το χαρακτήρα της νονάς μου και άλλων γνωστών μου γυναικών. Σταθμίζω πάντα τι μπορούσανε να κάνουνε στην εποχή τους, αλλά και τι δεν μπορούσανε να κάνουνε. Τέλος, γράφω για τον τόπο μου, την Ελλάδα, που την αγαπάω, γι’ αυτό που είναι και για την τεράστια κληρονομιά της. Πιστεύω ότι έχουμε μια ευθύνη, να αναδείξουμε αυτή την κληρονομιά. Ο Έλληνας είναι ένα εξαιρετικό υλικό, όταν η διοίκηση της χώρας βρεθεί στα σωστά χέρια ο Έλληνας είναι ασυναγώνιστος, είναι θαυματουργός. Ε, συνήθως τέτοια πρόσωπα περιγράφω. 

Η.Κ.: Θέλετε να μας μιλήσετε για τις συγγραφικές σας επιρροές;

Α.Κ.: Δεν μου είναι εύκολο, επειδή κατ’ ουσίαν δεν έχω σκεφτεί σοβαρά ποτέ γι’ αυτές. Υποθέτω ότι οι περισσότερες επιρροές μου είναι στα, ασυστηματοποίητα και ακατάτακτα, αναγνώσματα που διάβασα και ξαναδιάβασα ως παιδί, ή που απήγγελλε ο πατέρας μου. Κάποια αναγνώσματα που τα νιώθω βαθιά μέσα μου. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, ας πούμε. Ή αυτό που έμαθα χάρη σε μια καταπληκτική δασκάλα που είχε αναλάβει να μας ξεστραβώσει όταν ήταν κλειστά τα σχολεία στην Κατοχή: μου είχε αναθέσει να μάθω τον εθνικό ύμνο, δηλαδή τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν του Σολωμού, απ’ έξω. 158 στροφές. Τις περισσότερες τις θυμάμαι, είναι δυνατόν να μη με έχουν επηρεάσει – και στο γλωσσικό, και στις ιδέες. Όσον αφορά την πλοκή των ιστοριών μου, θα έχετε καταλάβειδιαβάζοντάς με ότι είμαι οπαδός της αγγλοσαξωνικής αφηγηματικής σχολής. Όχι μόνο στο ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά και στο αστυνομικό, όπου επιδιώκω να συνδυάζω το ελαφρό και το ολίγον αστείο με τις πνευματώδεις πλοκές της Άγκαθα Κρίστι. Απεχθάνομαι, όπως καταλάβατε, το αιματηρό στοιχείο στις αστυνομικές πλοκές.

Σ.Κ.: Μετάφραση, αστυνομικό, ιστορικό μυθιστόρημα, ιστορία. Πώς καταφέρνετε και διαχωρίζετε τα διάφορα είδη του λόγου; Ή δεν τα διαχωρίζετε;

Α.Κ.: Α μπα, τίποτα δεν διαχωρίζω. Κι όσο για τη μετάφραση, υπήρξαν εποχές της ζωής μου που έχω μεταφράσει δεκάδες χιλιάδες σελίδες.

Σ.Κ.: Μα έχετε κάνει σπουδαίες δουλειές. Θυμάμαι τη θαυμάσια μετάφρασή σας στο Μυστήριο του Έντγουιν Ντρουντ, του Ντίκενς. Έχετε βραβευτεί κιόλας.

Α.Κ.: Μετέφραζα στις εκδόσεις Πάπυρος την εποχή των συνταγματαρχών, πολλά βιβλία – από τα οποία βλέπω ότι πολλά ξαναβγαίνουν με εκείνες τις μεταφράσεις. Φυσικά, κανείς δεν πληρώνει δικαιώματα για τη μετάφραση.

Η.Κ.: Ήταν η χρυσή εποχή των ΒΙΠΕΡ, των βιβλίων περιπτέρου του Παπύρου.

Α.Κ.: Έχω μεταφράσει πολλά, για βιοπορισμό. Και σπουδαία κείμενα, και της σειράς. Ήταν η εποχή που μετέφραζα ένα ΒΙΠΕΡ-Νόρα την εβδομάδα. Συχνά και από τα ιταλικά, που δεν γνωρίζω.

Σ.Κ.: Πόσες ώρες δηλαδή μεταφράζατε την ημέρα;

Α.Κ.: Σε εποχές δύσκολες, τα χρόνια του Ταχυδρόμου π.χ., μετέφραζα από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Έχω κάνει μέχρι και προφορική μετάφραση, διάβαζα κατευθείαν το μεταφρασμένο κείμενο, prima vista, στο μαγνητόφωνο και μετά απομαγνητοφωνούσε το κείμενο μια δακτυλογράφος. Ήταν θυμάμαι η εποχή που είχε έρθει ο Γεώργιος Ρούσσος στον Ταχυδρόμο. Με το που ήλθε, μας έφερε κάτι στοίβες ιταλικά περιοδικά, τα είχε αγοράσει στην Ιταλία. Τώρα θα μεταφράζετε από εδώ, μας είπε, δεν θα γράφετε καινούργια δικά σας.

Σ.Κ.: Μεταφράζατε για βιοπορισμό. Ήταν προσοδοφόρο και το συγγραφικό σας έργο;

Α.Κ.: Το συγγραφικό ήταν τίποτα. Οι μεταφράσεις πλήρωναν.

 

 

The Books' Journal

Το Books' Journal είναι μια απολύτως ανεξάρτητη επιθεώρηση με κείμενα παρεμβάσεων, αναλύσεις, κριτικές και ιστορίες, γραμμένα από τους κατά τεκμήριον ειδικούς. Πανεπιστημιακούς, δημοσιογράφους, συγγραφείς και επιστήμονες με αρμοδιότητα το θέμα με το οποίο καταπιάνονται.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά