Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Λεωνίδας Κύρκος: «Υπάρχει ακόμα ελπίδα…»

Κατηγορία Συνεντεύξεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο συνεντεύξεις web only
Ο Λεωνίδας Κύρκος με τη γάτα του, την οποία υπεραγαπούσε. Ο Λεωνίδας Κύρκος με τη γάτα του, την οποία υπεραγαπούσε. Φωτογραφία αρχείου

Έξι χρόνια μετά το θάνατό του, δημοσιεύουμε σήμερα μια άγνωστη συνέντευξη του Λεωνίδα Κύρκου στον συγγραφέα, και δρώντα πολίτη από την Κοζάνη, Μάκη Καραγιάννη. Η συνέντευξη καταχωρίστηκε στο περιοδικό Παρέμβαση, τχ. 54, Ιούνιος 1992 και, στην ουσία, παρέμεινε άγνωστη στο ευρύ κοινό. Σήμερα, υπό το βάρος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, έχει νόημα να ξαναδιαβαστεί.

 

Με αφορμή τη συμπλήρωση έξι χρόνων από το θάνατο του Λεωνίδα Κύρκου δημοσιεύουμε μια άγνωστη και διαφορετική συνέντευξη του Λεωνίδα Κύρκου πριν από 25 χρόνια, στην οποία μιλάει  για τον Εμμανουήλ Ροΐδη, την ευθύνη των πολιτών και των κομμάτων, για το γεγονός ότι  δεν είχαμε σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα αφού επικράτησε ο σταλινισμός και προπαντός για την υποκρισία και τις ευθύνες της αριστεράς, που υποστήριζε την αποθέωση του ανθρώπου και την ίδια στιγμή δόξαζε την καταβαράθρωση, την καταπίεση των ανθρώπων και τα εγκλήματα στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Υπογραμμίζει την  εθνικιστική δημαγωγία της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, τα πλέγματα του  αντιευρωπαϊσμού και του ανάδελφου έθνους που μας οδηγούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο περιθώριο. Διακρίνει κανείς μια  καθαρή σκέψη μακριά από λαϊκισμό. Ήταν η εποχή που ο κόσμος, όπως φαίνεται και από τη συνέντευξη, υποδεχόταν τους πολιτικούς της αριστεράς όπως ο Λ. Κύρκος με τριαντάφυλλα. Αν μας λείπει είναι γιατί ήταν από τους λίγους πολιτικούς άνδρες που είχε τη δυνατότητα να συνδυάζει στον λόγο του συγκεκριμένες προτάσεις και  ταυτόχρονα να εμπνέει το λαό, να αγγίζει τις καρδιές των πολιτών. Μας λείπει, σ’ αυτή την εποχή της κρίσης που κυριαρχούν στη Βουλή τα πολιτικά κνώδαλα, το όραμα, η αισιοδοξία και η ελπίδα του.

 

Κύριε Κύρκο, ο Ροΐδης έλεγε πριν 100 χρόνια ότι τίτλος του διορθωτή του ρωμαίικου αμιλλάται κατά την γελοιότητα εκείνον του τετραγωνισμού του κύκλου. Όσα καταμαρτυρούσε από τότε Ροΐδης για την ελληνική κοινωνία, δηλαδή η συναλλαγή, ο μικροκομματισμός, το ατομικό συμφέρον διατηρούνται ακέραια μέχρι σήμερα. Εσείς που έχετε μία θητεία 50 χρόνων στην πολιτική βλέπετε ότι η ελληνική κοινωνία είναι ανεπίδεκτη αλλαγής;

Όχι βέβαια. Θα ήταν κακό να τα αποδώσουμε όλα στην μοίρα του Έλληνα, όπως θα έλεγαν μερικοί σχολιαστές. Αυτά που είπε ο Ροΐδης εγώ τα υπογράφω όχι γιατί ανήκουν στο χαρακτήρα του Έλληνα, αλλά γιατί αυτό το πολιτικό σύστημα επιβιώνει και έχει τις ρίζες του και σε εκείνα που ο Ροΐδης με τόση σκοπιμότητα καταμαρτυρούσε συναλλαγή, διαφθορά πελατειακή σχέση, ιεραρχική δομή έλλειψη κοινωνικού ελέγχου, τον αυθάδη κομματισμό, το κομματικό εκτραχηλισμό που με όλα τα μέσα προσπαθεί για την άνοδο στην εξουσία. Τα χαρακτηριστικά ενός συστήματος, που έχει χαρακτηριστικά μισοφεουδαρχικά, π.χ. τα αρχηγικά κόμματα μην πει κανένας ότι αποτελούν αντανάκλαση των σημερινών αναγκών ή μία αντίληψη σύγχρονη που θέλει τα κόμματα συντελεστές μιας δραστηριότητας μεγάλης, μιας δραστηριοποίησης των ανθρώπων κ.λπ.

Τα κόμματα είναι φορείς μιας σύγχρονης αντίληψης ή αποτελούν ένα από τα βασικά εμπόδια για τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας;

Αναμφισβήτητα το δεύτερο γιατί και αυτά είναι έκφραση αυτών των δομών που κυριαρχούν και που ως τώρα δεν βρέθηκαν δυνάμεις, παρά τα εύηχα οράματα που χρησιμοποιήθηκαν από την Νέα Δημοκρατία π.χ. που εκφράζοντας το πιο συντηρητικό τμήμα του κατεστημένου δεν είχε κανένα λόγο και τώρα προσεγγίζει στα αδιέξοδα και θα εκραγεί και αυτή. Το ΠΑΣΟΚ από την άλλη μεριά αξιοποίησε αυτά τα στοιχεία και αντί να φέρει μία ριζοσπαστικά καινούργια κουλτούρα και προσπάθεια ανασυγκρότησης αφομοιώθηκε, αφού χρησιμοποίησε μία υφιστάμενη κατάσταση και κατέπνιξε μέσα στο εσωτερικό της ριζοσπαστικές φωνές, χωρίς να αμφισβητήσει κανείς τα κάποια βήματα που έγιναν και προετοιμάζουν τις ουσιαστικότερες αλλαγές που θα γίνουν αύριο.

Ποια είναι, όμως, η ευθύνη των πολιτών, οι οποίοι συνήθως χαϊδεύονται από τα κόμματα; Μήπως υπάρχει μία συνενοχή ανάμεσα στα κόμματα και τον πολίτη, αφού τα πρώτα φρόντιζαν μόνο να αναπαράγονται με ένα πελατειακό σύστημα, ο δε πολίτης να βολεύεται; Μήπως υπάρχει ένα «ζωτικό ψεύδος» που τους συνδέει, αφού όλοι γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται τίποτε να αλλάξει και όλοι συνεχίζουν στον ίδιο ρυθμό;

Η ευθύνη των πολιτών είναι ότι δεν ωρίμασαν σαν πολίτες κι αυτό μπορεί να φανεί πάρα πολύ βαρύ, αλλά η πολιτική ζωή δεν έδωσε την ευκαιρία λόγω των διαδοχικών περιπετειών στις οποίες έμπαινε από στρατιωτικό πραξικόπημα στο μεσοπόλεμο, από πολιτικά κινήματα σε άλλα πολιτικά κινήματα, από τις εντάσεις που οδήγησαν στην επάνοδο του βασιλιά, στη δικτατορία της 4ης  Αυγούστου. Από εκεί κι ύστερα ο εμφύλιος πόλεμος, το κλίμα της αντεπανάστασης που κυριάρχησε, το ελάχιστο διάλειμμα της Ένωσης Κέντρου, οι συμβιβασμοί της και η Χούντα, δεν έδωσε τη δυνατότητα σ’ αυτή την πορεία να διαμορφωθεί η περιλάλητη κοινωνία των πολιτών και οι άνθρωποι κάθε φορά που πήγαιναν να κινητοποιηθούν η να διαμορφώσουν κινήματα συνέχιζαν τη δραστηριότητά τους στα ξερονήσια, διότι η οποιαδήποτε δραστηριότητα κοινωνική ταυτιζόταν με το κομμουνιστικό κίνημα. Έτσι, λοιπόν, ας μην τους αποδώσουμε την πρώτη ή την κεντρική ευθύνη, ας αποδώσουμε την κεντρική ευθύνη στα κόμματα.

Τώρα θα μιλήσω και για την αριστερά. Υπάρχει μία ιστορική ιδιομορφία στην Ελλάδα την οποία κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει και στην οποία πρέπει να μαθαίνουμε. Οι σοσιαλιστικές ιδέες όταν  πήραν μία μορφή οργανωμένη σφραγίστηκαν από την κυριαρχία των κομμουνιστικών απόψεων. Δεν υπήρξε στην Ελλάδα σοσιαλιστικό κίνημα, σοσιαλδημοκρατικό κίνημα με παράδοση. Οι ελάχιστες προσπάθειες που υπήρξαν συντρίφτηκαν μπροστά στον κομμουνιστικό όγκο. Το δυστύχημα είναι ότι στον όγκο αυτό κυριάρχησε η σταλινική κουλτούρα. Έτσι, λοιπόν, το εντύπωμα που έμεινε στο ελληνικό εργατικό και αριστερό κίνημα ήταν το σταλινικό εντύπωμα. Αυτό οδήγησε στο ξεστράτισμα και την καταστροφή. Βεβαίως και οι άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν διέπραξαν μόνο λάθη, αλλά και τρομερά εγκλήματα σε βάρος των ανθρώπων και σε βάρος της κοινωνίας ευρύτερα.

Στην Ελλάδα οι κομμουνιστές πρωτοστάτησαν σε ό,τι πιο υψηλό υπήρχε από την άποψη της επιδίωξης των βαθιών δημοκρατικών αλλαγών και των απαλλαγών της χώρας από την ξένη εξάρτηση.  Μία παρατήρηση που έκανε Γερμανός σοσιαλδημοκράτης είναι ότι οι κομμουνιστές εκεί που κυριάρχησαν επέβαλαν τη δικτατορία τους και φέρθηκαν απάνθρωπα, οι κομμουνιστές εκεί που υφίσταντο την κυριαρχία της αστικής τάξης εκεί ήταν παράδειγμα προς μίμηση. Αυτά συνέβησαν και στην Ελλάδα, αλλά το γεγονός ότι αυτή η κουλτούρα κυριάρχησε είχε τον ευρύτερο αντίκτυπο της όχι μόνο στο αριστερό κίνημα αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία. Αυτό αν το συνδυάσει κανείς με το βαθύ σεβασμό και την αγάπη που είχε αυτός ο λαός και προς το ξανθό γένος και προς την κομμουνιστική εξαλλαγή των πραγμάτων στη Σοβιετική Ένωση θα δείτε την Ελληνική αριστερά με το εντύπωμα του σταλινισμού και με τη συνέχιση της ρωσικής επιρροής και παράδοσης απέκτησε μία ιδιόμορφη σχέση με την Ελληνική κοινωνία.

Έτσι και από τη μεριά του το αριστερό κίνημα μολονότι έκανε πολλά για να ενθαρρυνθεί η διαμόρφωση κινημάτων, ιδιαίτερα του εργατοσυνδικαλιστικού, από την άλλη δημιούργησε φραγμούς στη δημοκρατική ανάπτυξη, στον εμπλουτισμό της ελληνικής κοινωνίας με βαθιά δημοκρατικές ιδέες, όπως επίσης την ανάληψη της ευθύνης του πολίτη. Υπήρξαν όμως και μεγάλες στιγμές στις οποίες ο πολίτης έδειξε το δικό του μεγαλείο και η αριστερά έδειξε μία ανάταση που έσπαγε, διότι αντάμωση με τις ευρύτερες μάζες, έσπαγε την καθιερωμένη, την εξευτελιστική της αντίληψη.  Η στιγμή της Εθνικής Αντίστασης δείχνει ότι όταν τα πράγματα εμπνεύσουν αυτό το λαό και βρεθούν και οι ηγετικές του δυνάμεις, εκείνη την εποχή το ΕΑΜ και το ΚΚΕ ήταν μία τέτοια ηγετική δύναμη που ενέπνεε, που εμψύχωνε και έδινε πολύ υψηλά παραδείγματα και ήθος και δημοκρατικής καλλιέργειας, όταν λοιπόν τέτοιες δυνάμεις βρεθούν και τέτοιες ιστορικές συνθήκες διαμορφωθούν, τότε το άνοιγμα προς τα εμπρός γίνεται σε εκπληκτικό βάθος και με εκπληκτική ταχύτητα.

Μετά τις κοσμογονικές αλλαγές που έγιναν το 1989 και την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης ο αριστερός πολίτης μήπως τα έχει σήμερα λίγο χαμένα; Δικαιούται δηλαδή να αναφωνήσει όπως ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός διατελώ εν πλήρει συγχύσει αθώος;

Όχι λίγο χαμένα, θα μπορούσε να πει κανείς τα έχει πολύ χαμένα. Επίσης του Μιχάλη Κατσαρού η κραυγή κι αυτή αποτελεί μία απάντηση. Διατελώ εν πλήρει συγχύσει και βεβαίως είμαι πλήρως αθώος. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία γιατί αυτά που συνέβησαν εκεί ήταν ιλιγγιώδη και οι πιο τολμηροί από όσους παρακολουθούσαν, το ανανεωτικό ρεύμα, δεν φαντάζονταν και δεν εύχονταν τέτοια ιλιγγιώδη κατάρρευση, ακριβώς γιατί ο κάθε στοιχειωδώς αριστερά σκεπτόμενος θα αντιλαμβανόταν ότι μία τέτοια κατάρρευση θα δημιουργούσε τρομακτικά κενά κυρίως στη διεθνή ισορροπία. Δε μιλάω για τις εσωτερικές εξελίξεις, τις οποίες θα επωφελούνταν ο άλλος πόλος για να διεκδικήσει την απόλυτη ηγεμονία, όπερ και πράττει.

Αλλά θα πρέπει να κάνει κανείς διάκριση ανάμεσα σε μία σχολή σκέψης, την προσπάθεια εφαρμογής των ιδεών και όχι πια μόνο στο σύστημα των ιδεών, αλλά στις αξίες. Ο αριστερός ξεκινώντας από τις αξίες που μένουν αναλλοίωτες, και που θα έλεγε κανένας ότι πιθανόν διεκδικούνται από άλλους και όχι μόνον στην αριστερά, αλλά σε κάθε περίπτωση υπηρετούνται με τον πιο αφοσιωμένο τρόπο, τις αξίες δηλαδή που γέννησε η Γαλλική Επανάσταση και πλούτισε ύστερα με την κοινωνική διάσταση η Οκτωβριανή επανάσταση, αυτές οι αξίες εμπνέουν και δείχνουν ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να υπηρετηθούν και αξίζει να υπηρετηθούν. Από κει κι ύστερα μένει ανοιχτό το πεδίο της κριτικής και του ελέγχου όλου του συστήματος των ιδεών που οδήγησε σε μία εκτρωματική εφαρμογή, για την οποία ας μου επιτραπεί η άποψη ότι η σταλινική ηγεσία θα έχει την πιο μεγάλη ευθύνη.

Τώρα αναφερόμενος και σ’ ένα στοιχείο που πρέπει να το θυμόμαστε, πρέπει να δει κανένας ότι οι αναλύσεις μας για το ρόλο των προσώπων θα πρέπει να πλουτιστούν πολύ περισσότερο. Ο Λένιν, τον οποίον μία σχολή αριστερής σκέψης θέλει να ταυτίσει με τα εγκλήματα του Στάλιν και την πολιτική κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο Λένιν προειδοποιούσε πριν πεθάνει στο συνέδριο του μπολσεβίκικου κόμματος να μην εκλέξει στη θέση του γενικού γραμματέα του κόμματος τους δύο τους πιο επιφανείς από τους ηγέτες του κόμματος εκείνης της εποχής.  Τον Τρότσκι που ήταν αναμφισβήτητα, κατά τον Λένιν, τη διαθήκη του και τα γραπτά του, ο πιο προικισμένος από τους ηγέτες, αλλά είχε μία ροπή στις διοικητικές μεθόδους και τον Στάλιν, ο οποίος φερόταν απάνθρωπα στους συνεργάτες του και κατ’ επέκταση στο κόμμα. Διότι αυτή η θανάσιμη διαπάλη των δύο ανθρώπων θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταστροφή την Οκτωβριανή επανάσταση. Ήταν μία πρόβλεψη η οποία όμως φέρνει στο επίκεντρο όχι τον άνθρωπο σαν κοινωνικό προϊόν, γιατί θα ρωτούσε κανένας ποια είναι η ανάλυση η κοινωνική που ερμηνεύει τη συμπεριφορά του ενός ή του άλλου, φέρνει στην επιφάνεια τα χαρακτηριολογικά στοιχεία της μιας προσωπικότητας και της άλλης και σε αυτή την κατεύθυνση προειδοποιούσε ο Λένιν και δεν ακούστηκε γιατί είχε πεθάνει και ήδη η γραφειοκρατική δομή είχε κάνει την επιλογή της.

Στην αριστερά παρατηρούμε μία αντίφαση. Τις προηγούμενες δεκαετίες που της έλειπαν οι συγκεκριμένες προτάσεις αλλά τις περίσσευε ο μύθος εκλογικά τουλάχιστον πήγαινε καλά.  Σήμερα έχει αναλύσεις και ρεαλιστικές προτάσεις. Μήπως όμως έχει αρκεστεί στην αναπτυξιολογία και την ελλειμματολογία; Τελικά μπορεί να υπάρξει αριστερά χωρίς όνειρα, χωρίς μύθο;

Δεν μπορεί να υπάρξει. Δεν μπορεί να υπάρξει μεγάλο αναγεννητικό κίνημα στη διαδρομή της ιστορίας χωρίς όνειρα, χωρίς μύθο, χωρίς στοιχεία που εμπνέουν μία πίστη. Η αριστερά σε μία ιδιόμορφη κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας όπου η βία εμφανιζόταν με έναν ώμο τρόπο και όπου ο κάθε δημοκρατικός άνθρωπος ταυτιζόταν με τον αριστερό και τις αριστερές ιδέες έφτασε στην ακμή της. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι δέκα χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου η αριστερά με τη μορφή της ΕΔΑ έφτασε να καταλάβει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Επρόκειτο για ένα θαυμαστό αποτέλεσμα των ιδιόμορφων συνθηκών, της απίστευτης εργατικότητας, της έμπνευσης που είχαν οι αριστεροί την εποχή εκείνη, καθώς στην προφυλακή της ελληνικής κοινωνίας αγωνίζονταν για να διευρύνουν τις δημοκρατικές κατακτήσεις και τους δημοκρατικούς ορίζοντες.

Από κει κι ύστερα η αριστερά πρώτον, δείχτηκε ανίκανη να αντιληφθεί τη δικτατορία που ερχόταν, να εργαστεί ενάντια στην άνοδό της στην εξουσία. Αυτό πρέπει να το ερμηνεύσει κανείς με πολιτικούς όρους κι όχι κατά ανάγκη με δυναμικούς και το δεύτερο, σημειώθηκε η ιστορική ήττα της ελληνικής κοινωνίας ευρύτερα κι αυτό ας μη φανεί πως είναι παράδοξο. Όταν στη διάσπαση του 1968, που έγινε γιατί στους κόλπους του ΚΚΕ είχαν αρχίσει να συγκρούονται τα δύο μεγάλα ρεύματα, το ένα που ένωνε το σοσιαλισμό με τη δημοκρατία και το άλλο που συνέχιζε την αντίληψη, την πιο ωμή και αφιλοσόφητη εκδοχή, της δικτατορίας του προλεταριάτου.  Όταν λοιπόν σε αυτή τη σύγκρουση ηττήθηκε το ανανεωτικό ρεύμα αυτό δεν είχε συνέπειες μόνο στο κομμουνιστικό αριστερό κίνημα, είχε συνέπειες στην ευρύτερη ελληνική κοινωνία. Γιατί όσο η αριστερά είναι γεμάτη ρώμη, γεμάτη οράματα και πίστη, τόσο εμπνέει και την ίδια την κοινωνία και δραστηριοποιεί αυτήν, κι όσο κι αν φανεί παράδοξο οδηγεί σε μία άμιλλα πολιτική ή σε έναν ανταγωνισμό και δραστηριοποιεί τις λοιπές δυνάμεις.  Αντίστροφα, όταν η αριστερά βρίσκεται διχασμένη, βρίσκεται σε μία ένταση στις σχέσεις ανάμεσα της, μία ένταση που μεταφέρεται και στο επίπεδο της κοινωνίας. Ολόκληρη η κοινωνία υφίσταται ένα αρνητικό αντίκτυπο και κάνοντας μία αναδρομή στα παλιά προτείνω σε όλους τους συντρόφους μας τους αριστερούς να κάνουν μία εκτίμηση με βάση αυτόν τον κανόνα που διατύπωσα για να δουν αν πράγματι είναι αλήθεια ότι το 1968 ολόκληρη η ελληνική κοινωνία υπέστη μία ήττα.

Διότι από κει και ύστερα η αριστερά δεν μπόρεσε να ανασυγκροτηθεί, δεν μπόρεσε να βρεθεί στις προφυλακές του αγώνα για μία διεύρυνση της δημοκρατίας. Το μεγάλο του τμήμα, χάρη και στην εξωτερική πολυποίκιλη βοήθεια, μπόρεσε να επιβληθεί βοήθησε τις πιο συντηρητικές απόψεις μέσα στον κύκλο της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής αντίληψης. Αν αυτά τα πράγματα είναι δυνατόν να χωρέσουν. Οι συντηρητικές απόψεις απέναντι στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι λ.χ. Κάτω η ΕΟΚ των μονοπωλίων, των διαβόλων, κ.τ.λ., οι συντηρητικές απόψεις σε ότι αφορά τη συνάντηση των ευρύτερων δυνάμεων της ελληνικής κοινωνίας για την ανασυγκρότησή της, την καταπολέμηση της άλλης αντίληψης της κριτικής και ενωτικής πολιτικής του τότε ΚΚΕ εσωτ.,  η καλλιέργεια ενός τυφλού εργατισμού που δεν έβλεπε ότι η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι με την ευρύτερη σημερινή τους έννοια, έχουν μία ιστορική ευθύνη να τραβήξουν όλη την κοινωνία προς τα εμπρός κι όχι να πάρουν 10 δραχμές, 20 δραχμές περισσότερες μεροκάματο. Λειτουργική καθυστέρηση το γεγονός ότι έμεινε προσδεμένη σε αντιλήψεις έσχατα υποκριτικές, που υποστήριζαν την αποθέωση του ανθρώπου και την ίδια στιγμή εδόξαζαν την καταβαράθρωση και την καταπίεση των ανθρώπων στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού.  Έτσι η αριστερά στερήθηκε από εκείνα τα στοιχεία που θα της έδιναν τη δυνατότητα να συμβάλλει στην αναγέννηση της κοινωνίας και πήρε και η αριστερά την ευθύνη για την κατάπτωση και το κατάντημα.

Πρέπει να ξεχωρίσει κανείς το ανανεωτικό τμήμα αυτής της αριστεράς το οποίο όμως δεν μπόρεσε να αποκτήσει συνείδηση μαζικού κόμματος, κι έτσι ήταν σε μία απόσταση από την ελληνική κοινωνία. Ήταν ένας ηρωικός κύκλος ανθρώπων με μία μεγάλη εμβέλεια στο χώρο της σκέψης και της κουλτούρας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι έδειξε μία απίστευτη αντοχή στην πίεση που υφίστατο από όλες τις πλευρές. Όμως επαναλαμβάνω δεν αρκούσε για να ζωογονήσει  και να δημιουργήσει το μεγάλο ρεύμα που θα μπορούσε να συμβάλει στην ελληνική αναγέννηση.

Η στιγμή της συνάντησης του Συνασπισμού ήταν μία μεγάλη ιστορική ευκαιρία κι αυτή την κατέστρεψε για άλλη μία φορά η δογματική ηγεσία του ΚΚΕ. Και πρέπει να πω ότι από το 74 κι ύστερα η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ διαβλέποντας στο ΚΚΕ εσωτ. την προφυλακή μιας αναγέννησης του αριστερού κινήματος που θα μπορούσε να φέρει τον κόσμο της εργασίας και του πολιτισμού στο κέντρο της πολιτικής ζωής, αλλά με μία έντονη τη σφραγίδα των αριστερών ιδεών, η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ προτίμησε να συμμαχήσει στην πράξη με τη δογματική πλευρά του κομμουνιστικού κινήματος, να κυνηγήσει κυριολεκτικά τις ανανεωτικές τάσεις και να σταθεί ένας πελώριος φραγμός στην ανάπτυξη της αριστεράς.

Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε διεθνή απομόνωση σε όλα τα κρίσιμα θέματα. Πέρα από τις δημαγωγίες υπάρχει προοπτική διεξόδου σε αυτή την κατάσταση;

Όπως καταλάβατε ως τώρα η φωνή αυτή δεν είναι μία φωνή απαισιοδοξίας και συμβιβασμού με το τέλμα και την συντριβή, μπροστά στη συντριβή μιας αριστερής συνείδησης, μπροστά σε όσα συνέβησαν. Αντίθετα, είναι μία φωνή μάχης αισιοδοξίας. Αυτή η κοινωνία ή θα κάνει το άλμα προς το 2000, έχει μέσα τις εκπληκτικές δυνάμεις και ανθρώπινες και υλικές, ή θα ακολουθήσει την πεπατημένη και μέρα με τη μέρα θα ανακαλύπτει τις χαμένες ευκαιρίες, όπως επίσης και την απώθηση της στο περιθώριο μιας γιγάντιας παγκόσμιας εξέλιξης, που πραγματοποιείται χωρίς ακριβώς να την καταλαβαίνουμε, χωρίς να το συνειδητοποιούμε.

Έτσι, λοιπόν, αυτή η ανασυγκρότηση πρέπει να γίνει σε όλα τα επίπεδα.  Είναι τρομερή η ευθύνη της Νέας Δημοκρατίας, πρωτίστως της ΝΔ, και του ΠΑΣΟΚ για το γεγονός ότι τα αμιλλώμενα σε εθνική η εθνικιστική δημαγωγία και φοβούμενα το ένα ότι θα πλαγιοκοπηθεί από το άλλο επί εθνική μειοδοσία κάρφωσαν τη σκέψη και της εξωτερικής πολιτικής και του ελληνικού λαού σε ένα συγκεκριμένο σημείο, στα Σκόπια, και ανήγαγαν το θέμα αυτό στο πρώτιστο, ενώ στο σύνολο μιας εξέτασης και της εξωτερικής πολιτικής και της εθνικής μας προοπτικής είχε τη θέση του ανάμεσα σε άλλα.

Έτσι καλλιέργησαν στον ελληνικό λαό το μύθο ότι ο μέγιστος κίνδυνος για την Ελλάδα προέρχεται από τα Σκόπια και την ίδια στιγμή εμμένοντας σε αυτή την άποψη και αφιερώνοντας όλες τις διπλωματικές προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση κατέστρεψαν, το λέω τώρα με πλήρη επίγνωση του ρήματος, κατέστρεψαν τις διεθνείς δυνατότητες της Ελλάδας για χρόνια και την ίδια στιγμή προσέφερε τη μεγαλύτερη υπηρεσία μπορούσε να φανταστεί η Άγκυρα. Η οποία καλύπτοντας το κενό που άφηνε αυτή η τελείως αφιλοσόφητη ελληνική στάση προχώρησε σε μία εκπληκτική διεύρυνση των δεσμών και των οριζόντων της αρχίζοντας από την Ουάσινγκτον, παίρνοντας στο τόξο που διαμόρφωσε από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, την Τουρκία ως την Κύπρο, το τόξο που πιέζει τώρα την Ελλάδα, προχώρησε τις σχέσεις με τις μουσουλμανικές Δημοκρατίες της πρώτης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και ανακύπτει τώρα και από την πελώρια βοήθεια που έχει από την δύση, κυρίως και τις ΗΠΑ, σε μία παγκόσμια δύναμη με παγκόσμιες βλέψεις. Διότι τα τουρκμανικά τα φύλα φτάνουν μέχρι και την ίδια την Κίνα, η οποία ας μην ξεχνούμε αποτελεί έναν από τους πάγιους στόχους προς τους οποίους η αμερικανική πολιτική της παγκόσμιας ηγεμονίας σκοπεύει.

Κατά συνέπεια θα έπρεπε να δει κανείς τη ραγδαία αναπροσαρμογή της ελληνικής πολιτικής και σε τούτο οι προτάσεις του Συνασπισμού έχουν μία δραματική επικαιρότητα και σημασία. Η πρόσφατη πρόταση της Μαρίας Δαμανάκη για μία φιλειρηνική πρωτοβουλία, ώστε μία διεθνής φιλειρηνική διάσκεψη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ με πιθανή έδρα τη Θεσσαλονίκη, να αντιμετωπιστούν και να λυθούν με συμβιβασμούς αμοιβαίους τα προβλήματα που ανέκυψαν από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, είναι για τη στιγμή μία μεγάλη πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς, ώστε στη ριζική αναδιοργάνωση των βαλκανικών σχέσεων, εμπορικά, οικονομικά, πολιτικά, η Ελλάδα να διαδραματίσει έναν έξοχο ρόλο. Καταλαβαίνει κανένας ότι η διάσκεψη υπερφαλαγγίζει και το πρόβλημα που δημιουργήθηκε. Πράγματι από την πορεία προς την ανεξαρτησία της μικρής πρώην ομόσπονδης Δημοκρατίας των Σκοπίων, ως ομόσπονδη Μακεδονική Δημοκρατία, και την ίδια στιγμή δίνει μία διέξοδο στην άνθηση της Ελλάδας και στα πλαίσια των Βαλκανίων και στα πλαίσια της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Τίθενται έτσι οι στόχοι που συνδέουν το ένδοξο χθες με ένα μεγάλο αύριο, περνώντας από μία προσέγγιση που θα δίνει τη δυνατότητα στον ελληνικό λαό να δείξει όλο τον πλούτο τη σημερινής συνεισφοράς, χωρίς να αγκιστρώνεται απλώς στη σάρισα του Μέγα Αλέξανδρου ή στο μεγαλείο της δημοκρατίας των αρχαίων προγόνων μας.

Μία πολιτική που δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να αμφισβητήσει την ελληνική ιστορική και πολιτιστική παράδοση, που θα κατοχυρώνει απόλυτα τα σύνορα, που θα απέκλειε την έγερση μειονοτικών θεμάτων σε βάρος της χώρας μας σε αυτήν την περιοχή και που την ίδια στιγμή θα προχωρούσε μέσω συμφωνιών φιλίας με όλες τις άλλες βαλκανικές χώρες στην έγερση ενός μετώπου απέναντι στον Τουρκικό επεκτατισμό, που ονειρευόμενος την ανασύσταση στα σημερινά δεδομένα της οθωμανικής αυτοκρατορίας θα προσέκρουε στο τείχος που συμμαχικές σχέσεις ανάμεσα σε παλιές ορθόδοξες χώρες που προήλθαν από την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας θα μπορούσε να δημιουργήσει.

Να ένα φιλόδοξο σχέδιο το οποίο όμως δεν ακούστηκε από κανέναν και, αντίστροφα, αρχίζει να καλλιεργείται, και αυτό θα πληρωθεί πάρα πολύ ακριβά ένα ξέφρενο πνεύμα αντιευρωπαϊσμού, μία αντίληψη ότι όλοι φταίνε, ότι είμαστε ένας ανάδελφος λαός, ότι κανένας δεν μας θέλει, γιατί με αυτούς τους λαούς θα ζήσουμε σε μία προσπάθεια διαμόρφωσης μιας νέας ευρωπαϊκής και παγκόσμιας κοινότητας.  Αν από αυτά τα πλέγματα κατεχόμαστε είναι ολοφάνερο ότι βαδίζουμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στο περιθώριο.

Χθες μιλώντας στην Πτολεμαΐδα, απαντώντας στην αγωνία των ανθρώπων τι θα γίνει ύστερα από 40 χρόνια, διατύπωσα την πρόταση, μισό-αστειευόμενος αλλά μία πρόταση που είναι και σοβαρή, η Πτολεμαΐδα να διεκδικήσει να γίνει πεδίο έρευνας για τις ήπιες μορφές ενέργειας, ώστε όταν στις δεκαετίες που έρχονται πραγματοποιηθεί ένα από τα μεγαλύτερα επιστημονικά επιτεύγματα, που θα είναι η μετατροπή της ηλιακής ακτινοβολίας σε ηλεκτρική ενέργεια, η Πτολεμαΐδα να είναι το κατεξοχήν πεδίο δέσμευσης αυτής της ενέργειας και κατά συνέπεια η μετατροπή της σε άλλου τύπου πανελλαδικό ενεργειακό κέντρο.  Νομίζω ότι το δικαιούται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πρέπει να μεταθέσει κανένας για ύστερα από 40-50 χρόνια τις εύλογες διεκδικήσεις, να παρθούν άμεσα μέτρα για να αναβαθμιστεί το περιβάλλον αυτής της περιοχής.

Θα ήθελα επίσης να πω ότι ένας από τους πρωταρχικούς στόχους αυτής της νέας ελληνικής αναγέννησης είναι μία ελληνικού τύπου, θα έλεγα, ανάπτυξη η οποία θα συνενώσει ποσοτικούς στόχους που έχουν σχέση με την άνοδο του επιπέδου της υλικής ευημερίας, με ποιοτικούς στόχους, που σημαίνουν ανάπτυξη με κριτήρια περιβαλλοντικά, και την ίδια στιγμή μία αναγέννηση της κουλτούρας μας σε όλα τα επίπεδα της λαϊκής κουλτούρας και επίσης τις επίδοσής μας σε όλους τους τομείς της πολιτιστικής δραστηριότητας.

Χαίρομαι γιατί εδώ στην Κοζάνη, παρά τις περιορισμένες δυνατότητες, υπάρχει ένα έξοχο Λαογραφικό Μουσείο που συνδέει το χθες με το σήμερα, χαίρομαι γιατί τα ΤΕΙ που υπάρχουν και είναι από τα λαμπρότερα στην Ελλάδα και τον ενθουσιασμό με τον οποίο οι μαθητές και δάσκαλοι εργάζονται και συνεργάζονται για την κατάκτηση της προχωρημένης γνώσης και ελπίζω για τη σύνδεση αυτής της γνώσης με την παραγωγή. Χαίρομαι για τη δημιουργία σε όλους τους τομείς του πολιτισμού, όπως χαίρομαι και για την ίδια την εφημερίδα σας που είναι μία έπαλξη πάνω από την οποία όχι μόνο ιδέες πολιτικές, αλλά και οι ιδέες που έχουν σχέση με την καλλιτεχνική και πολιτιστική δημιουργία διακινούνται.

Και θα ήθελα να πω ότι είναι παράδοξο, εγώ δεν είχα άλλωστε σχέση με τον κόσμο της Δυτικής Μακεδονίας, ο πατέρας μου είναι από την Ανατολική Θράκη, η μάνα μου από την Κρήτη, εγώ είμαι ένας περιπλανώμενος βουλευτής, διότι εκλέχτηκα πρώτη φορά στο Ηράκλειο, ύστερα στην Αθήνα, ύστερα στη Θεσσαλονίκη. Σαν μοναδικός όμως βουλευτής σε μία φάση ενός κόμματος ήμουνα πράγματι αυτό που έλεγε ο Γεώργιος Παπανδρέου ότι οι βουλευτές ανήκουν στο έθνος και όχι στην περιφέρειά τους.  Έτσι κι εγώ με το δισάκι του οδοιπόρου τριγύρισα  παντού στην Ελλάδα, δέθηκα με ορισμένες γωνιές της και μία από αυτές ήταν και η Κοζάνη. Αισθάνομαι τόση νοσταλγία όταν λείπω μακριά και τόση συγκίνηση σαν να είμαι στο σπίτι μου όταν βρίσκομαι στην Κοζάνη, γιατί σε όλες μας τις συναντήσεις συνάντησα μία τέτοια ανθρώπινη κατανόηση και ζεστασιά που μου έδειξε ότι αυτός ο λαός έχει ποιότητες έξοχες, τις οποίες αν σωστά καλλιεργήσει, τότε οι ορίζοντες που ανοίγονται μπροστά του είναι πελώριοι.

Και το τελευταίο.  Επειδή είμαι μάλλον θρασύς στις κοινωνικές μου σχέσεις που συνδέονται και με την πολιτική, χθες ρώτησα τρία κορίτσια που έβγαιναν από το σχολείο αν ήξεραν για τη συγκέντρωση κι όταν μου είπαν όχι, τις προσκάλεσα να ’ρθουν. Ρώτησα τα ονόματά τους και είπα ότι θα προσέξω αν έρθουν. Πράγματι ήρθαν εκείνο το βράδυ, ετίμησαν και την υπόσχεσή τους και τη συγκέντρωση και στο τέλος μου έφεραν τρία τριαντάφυλλα, που είχαν μία μυρωδιά που πάρα πολύ καιρό είχα να οσφρανθώ.  Ήταν γνήσια τριαντάφυλλα. Αλλά η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν όταν έφευγα από το ξενοδοχείο με τον Σάκη Καραλιώτα. Το βράδυ και έξω από το ξενοδοχείο μας περίμενε μία ομάδα από παιδιά 10 -12 χρόνων που ήρθαν και έπεσαν στην αγκαλιά μου. Με φίλησαν σαν να ’μασταν παλιοί γνώριμοι, παλιοί φίλοι και μου ζήτησαν ένα αυτόγραφο.  Δεν είχα δώσει ποτέ στη ζωή μου αυτόγραφο, αλλά δεν ήταν δυνατόν να τους το αρνηθώ. Αλλά σκεφτόμουνα αν μπορεί κανείς να επικοινωνεί με τα παιδιά και να γεννιούνται τέτοια αμοιβαία αισθήματα, ε, τότε κάτι καλό υπάρχει.

Μάκης Καραγιάννης

Συγγραφέας. Είναι συνιδρυτής του περιοδικού Παρέμβαση και συμμετείχε στη διεύθυνσή του (1988-1993). Βιβλία του: Ο καθρέφτης και το πρίσμα (1997), Το όνειρο του Οδυσσέα (2011).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά