Δευτέρα, 03 Ιουλίου 2017

«Σταυρώνετε την ελευθερία μα η ψυχή των ανθρώπων δεν γνωρίζει δεσμά»

Κατηγορία Συνεντεύξεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο συνεντεύξεις Παρεμβάσεις Τεύχος 77
Ο Γιούρι Ριμπακόφ. Ο Γιούρι Ριμπακόφ. Αρχείο Γιούρι Ριμπακόφ

Συνέντευξη με τον Γιούρι Ριμπακόφ, εικαστικό και υπερασπιστή των ανθρώπινων δικαιωμάτων στη Ρωσία. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 77, Μάιος 2017.

Ο άνθρωπος πάντα, ανά πάσα στιγμή, είναι το σύνολο των επιλογών του, οι οποίες εν τέλει και καθορίζουν τον βίο, το ήθος και την παρουσία του σε τούτον τον κόσμο. Υπάρχουν επιλογές ανώδυνες και επιλογές με κόστος, πολλές φορές βαρύ. Στο χέρι του είναι να διαλέξει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει.

Γύρω μας, δίπλα μας, ζουν άνθρωποι που με τις επιλογές τους λειτουργούν σαν φάροι και μας βοηθούν να παραμείνουμε στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Κάθε φορά, οι συναντήσεις με τέτοιους ανθρώπους αφήνουν ίχνη βαθιά μέσα μας και αποτελούν τον αστρολάβο με τους οποίον βρίσκουμε την πορεία μας στη μακρά, ανάστερη νύχτα των περιόδων, όταν ο ζόφος, ο τρόπος και η ανέλπιδη βιωτή κυριαρχούν στη ζωή των ανθρώπων.

Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και ο Γιούλι Ριμπακόφ, ένας θαυμάσιος καλλιτέχνης, ένας επίμονος υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μια ατσάλινη ασπίδα του ανυπεράσπιστου ανθρώπου απέναντι στις αυθαιρεσίες της εξουσίας.

Παιδί ποιητή, γεννήθηκε στα γκουλάγκ όπου και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Μεγάλωσε σε μικρή επαρχιακή πόλη της ρωσικής ενδοχώρας και επέστρεψε στη γενέθλια πόλη του, το Λένινγκραντ, όταν πια «έλιωναν οι πάγοι» μετά το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Πνεύμα ανυπότακτο και ανήσυχο, γρήγορα πέρασε στην «απέναντι όχθη» και εναντιώθηκε στη σοβιετική εξουσία, πραγματοποιώντας πράξεις αντίστασης. Εντάχθηκε στο μεγάλο κίνημα των Αντιφρονούντων και της παράλληλης, μη λογοκριμένης, παράνομης διακίνησης πολιτικών, ποιητικών και λογοτεχνικών κειμένων. Οργάνωσε μη εγκεκριμένες εκθέσεις ζωγραφικής. Έγραψε το περιβόητο σύνθημα «Σταυρώνετε την ελευθερία μα η ψυχή των ανθρώπων δεν γνωρίζει δεσμά» στην προκυμαία της εμβληματικής φυλακής της Ρωσίας, στο φρούριο Πετροπάβλοσκ, πράγμα που του στοίχισε επτά χρόνια κάτεργα.

Σήμερα, ο Γιούλι Ριμπακόφ, παρά την προχωρημένη του ηλικία, παραμένει ενεργός, δραστήριος και ανυποχώρητος μαχητής των ανθρώπινων δικαιωμάτων στη Ρωσία, όπου για άλλη μια φορά δοκιμάζονται οι αντοχές των πολιτών.

Η συνέντευξη μαζί του είναι ένα μάθημα ζωής. Ένα μάθημα πολύτιμο, σε μια εποχή που δοκιμάζεται σκληρά η πίστη στον άνθρωπο, στις αξίες και τις αρχές του, μέσα σε ένα περιβάλλον ψευδεπίγραφης δημοκρατίας και οικοδόμησης ενός ανελεύθερου, αυταρχικού καθεστώτος στην πατρίδα του.

 

Μπορεί ο άνθρωπος να είναι ελεύθερος με την πραγματική σημασία της λέξης και πώς;

Με την «πραγματική σημασία;» Άθελά μου έρχεται στο νου το ευαγγελικό ερώτημα που παραμένει αναπάντητο μέχρι σήμερα, το ερώτημα του Πιλάτου: «Τι είναι η αλήθεια;» Όταν λέμε «αλήθεια», συνήθως, αναφερόμαστε σε διάφορες έννοιες. Ελευθερία για τι; Ελευθερία από τι; Κάποτε, ο μελλοντικός δήμιος της Ρωσίας, ο κομμουνιστής Ουλιάνοφ-Λένιν,  ζώντας στη Ζυρίχη, συζητώντας θεωρητικά περί ελευθερίας, είπε: «Δεν μπορείς να ζεις στην κοινωνία και να είσαι ελεύθερος από αυτή». Η σκέψη είναι κοινότοπη, αν ως ελευθερία εννοούμε την απουσία κάποιων εξωτερικών επιδράσεων. Ακόμη όμως και σε ένα ακατοίκητο νησί ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι ελεύθερος από εκείνες τις προσωπικές του ανάγκες οι οποίες διαμορφώθηκαν κατά την προηγούμενη ζωή του και από την κληρονομικότητα...

Από αυτή όμως την ερμηνεία της ελευθερίας μπορούμε να εξαγάγουμε διάφορα συμπεράσματα. Μπορούμε να πούμε ότι αν ο άνθρωπος είναι προϊόν της κοινωνίας, είναι απολύτως εξαρτημένος, μπορεί να λειτουργήσει μόνο στο πλαίσιο εκείνων των περιορισμών που του έχει επιβάλει η κοινωνία, και αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ελευθερία, είναι μύθος η ελευθερία... Αλλά, αν δεν υπάρχει η ελευθερία και η ζωή είναι άδικη, τότε αξιοποιούμε τη μη ελευθερία με την ακραία της μορφή, τη βία, για να μην περιμένουμε την εξέλιξη να αλλάξει την ανθρωπότητα και να κάνουμε ευτυχισμένη την τάξη μας ή το λαό μας. Όπως έγραψε και ο ρώσος ποιητής της επαναστατικής εποχής του 20ού αιώνα, ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι: «Πρέπει να ζούμε σύμφωνα με το νόμο που μας κληροδότησαν ο Αδάμ και η Εύα. Μ’ ένα κάρο θα διώξουμε την ιστορία με ψωράλογο. Με το αριστερό, αριστερό, αριστερό!» Το αποτέλεσμα αυτής της αντιμετώπισης της ελευθερίας είναι το Άουσβιτς και τα γκουλάγκ.

Εκτός από τις εξωτερικές ελευθερίες και τις ανελευθερίες, υπάρχουν και οι εσωτερικές, όταν η πίστη, η αίσθηση της ηθικής ή οι πεποιθήσεις, περιορίζουν τη συμπεριφορά μας ή μας υποχρεώνουν να κάνουμε τη μια ή την άλλη πράξη. Οι άνθρωποι, μάλιστα, μπορούν να θεωρούν αυτές τις πράξεις ως έκφραση της προσωπικής τους ελευθερίας. Η επαναστάτρια του 19ου αιώνα, Βέρα Φίνγκερ, συμμετείχε στη δολοφονία του ρώσου τσάρου Αλέξανδρου Β'. Αργότερα, στα απομνημονεύματά της, εξήγησε την πράξη της ως εξής: «κάθε αλήθεια, από τη στιγμή που θα θεωρούνταν ως τέτοια, αποκτούσε αυτομάτως υποχρεωτικό χαρακτήρα για τη βούλησή μου». Βεβαίως, αυτός ο καταναγκαστικός χαρακτήρας των πεποιθήσεων δεν εκλαμβανόταν από αυτή ως ανελευθερία. Απεναντίας, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι ήταν ελεύθερη... Φυσικά, η ίδια επέλεξε εκείνες τις πεποιθήσεις από τις οποίες συναγόταν ότι έπρεπε να ρίξει βόμβα στον τσάρο...

Ο Τζορντάνο Μπρούνο είχε κι αυτός επιλογή, θα μπορούσε να πει στους ιεροεξεταστές ότι έκανε λάθος, ότι ο Ήλιος περιστρέφεται γύρω από τη Γη και θα έσωζε τη ζωή του...

Αυτή η ελευθερία είναι ελευθερία της επιλογής κάτω από όλες τις συνθήκες. Δεν μπορούν να μας την καταργήσουν τελείως, την ελευθερία της επιλογής μπορείς μόνο να την αρνηθείς. Αλλά και αυτή η απόφαση θα είναι αποτέλεσμα επιλογής. Γι’ αυτό, κατά τη γνώμη μου, η δυνατότητα επιλογής είναι η καθολική φόρμα ελευθερίας. Αξίζει να παλέψουμε για τη διεύρυνση αυτής της ελευθερίας, για το δικαίωμα και τη δυνατότητα επιλογής. Η ανθρωπότητα, με σταδιακά βήματα, προωθεί τα όρια αυτής της ελευθερίας καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της.

 

Ο πατέρας σας εξορίστηκε στα γκουλάγκ γιατί έγραψε «λάθος ποιήματα». Μπορεί η ποίηση να σώσει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου ή πρόκειται για μια ψευδαίσθηση;

Η ποίηση (αν δεν έχει γίνει εργαλείο για την επίτευξη κάποιων στόχων: χρήματα, επιτυχία, σταδιοδρομία) είναι μια φόρμα ενσάρκωσης του υποσυνείδητου, διαισθητικού αισθήματος της συμφωνίας του ανθρώπινου Εγώ και του κόσμου που μας περιβάλλει. Γεννάει στον ποιητή την αίσθηση της ενότητας και, συνεπώς, της ισότητας στην αξιοπρέπεια και τη μεγαλοπρέπεια του Είναι. Η πραγματική ποίηση είναι διάλογος με τον κόσμο, διάλογος ίσων, και θεραπεύει την ψυχή όχι μόνο του ποιητή αλλά και του αναγνώστη του.

 

Ποια είναι τα αισθήματα του ανθρώπου που παράνομα του στέρησαν την ελευθερία;

Αν του στέρησαν την ελευθερία παράνομα, άδικα, ο άνθρωπος, φυσικά, θα δυσανασχετήσει. Στην περίπτωσή μου, όταν με συνέλαβαν και στη συνέχεια με καταδίκασαν σε έξι χρόνια εγκλεισμό σε φυλακή υψίστης ασφαλείας, στον Πολικό Κύκλο, δεν είχα το αίσθημα της δυσαρέσκειας, όπως δεν το έχει ο στρατιώτης ή ο παρτιζάνος που αιχμαλωτίστηκε. Ήμουν εχθρός εκείνου του πολιτικού συστήματος, το πολεμούσα όπως μπορούσα. Το καθεστώς πολεμούσε εναντίον μου και εναντίον άλλων σαν κι εμένα. Η εξουσία ήταν πιο δυνατή, η αιχμαλωσία μου όμως ήταν φυσιολογική και αναπόφευκτη. Όταν με συνέλαβαν το εξέλαβα ως δοκιμασία την οποία έπρεπε να περάσω για να συνεχίσω να πολεμάω. Όταν όμως ήρθε η στιγμή της απελευθέρωσής μου, η πίστη μου στη συνέχιση του αγώνα είχε αρχίσει να δοκιμάζεται. Μέχρι τη σύλληψή μου συναναστρεφόμουν ομοϊδεάτες μου, έναν κύκλο ανθρώπων οι οποίοι καταλάβαιναν τις αμαρτίες του σοβιετικού πολιτικού συστήματος και πίστευαν ότι ο λαός δεν θέλει να ζει κάτω από αυτές τις συνθήκες. Όταν βρέθηκα στη φυλακή, όπου υπήρχαν πολύ διαφορετικοί άνθρωποι, τότε είδα ότι η πλειονότητα κάθε άλλο παρά σκέφτεται κατ' αυτόν τον τρόπο, πράγμα που προκαλούσε την οργή και τη διαμαρτυρία μας. Αποδείχτηκε πως εκείνη η ελευθερία για την οποία παλεύαμε δεν τους χρειάζεται, δεν καταλαβαίνουν την αξία της. Τους απασχολούσαν μόνο τα προσωπικά τους πάθη. Γι’ αυτό και μετά την απελευθέρωσή μου δεν ήμουν σίγουρος ότι θα συνεχίσω αυτά που έκανα παλιά. Κατάλαβα ότι ο λαός μου χρειάζεται πάρα πολλά χρόνια προκειμένου να απαλλαγεί από τη δουλική ψυχολογία. Αποφάσισα τότε ότι δεν χρειάζεται να πολεμήσω το καθεστώς, αλλά τις επιπτώσεις του στην ανθρώπινη φύση. Πρέπει να υπερασπιστούμε και να αφυπνίσουμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Ωστόσο, λόγω του χαρακτήρα μου, αναγκάστηκα να συνεχίσω τον πόλεμο κατά των κομμουνιστών. Κι αν δεν είχαν αρχίσει τότε οι μεγάλες αλλαγές στη Ρωσία θα βρισκόμουν ξανά στη φυλακή. Ευτυχώς, στη χώρα μας αποκτήσαμε τη δυνατότητα της νόμιμης πολιτικής δραστηριότητας. Έγινα ακτιβιστής υπέρ των ανθρώπινων δικαιωμάτων και, στη συνέχεια, βουλευτής.

 

Μπορείτε να μας περιγράψετε την κατάσταση στην οικογένειά σας και στη σοβιετική κοινωνία, όταν άρχισε η αποκατάσταση των πολιτικών κρατουμένων μετά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ;

Μετά την απελευθέρωση του πατέρα μου από τη φυλακή, του απαγορεύτηκε να ζει σε μεγάλες πόλεις. Γι’ αυτό και εγκατασταθήκαμε σε μια μικρή, επαρχιακή πόλη. Εκεί ζούσαν πολλοί σαν κι εμάς, πρώην πολιτικοί κρατούμενοι και εκτοπισμένοι από τη Μόσχα και την Πετρούπολη, μα ο τρόμος δεν μας επέτρεπε τις συναναστροφές. Στην κοινωνία μέσα υπήρχαν πολλοί κρυφοί πληροφοριοδότες και υπήρχε ο κίνδυνος της προδοσίας, γι’ αυτό και συναναστρέφονταν μόνο εκείνους που εμπιστεύονταν, αλλά και πάλι ήταν πολύ επιφυλακτικοί. Η μητέρα μου, κατά τη διάρκεια του πολέμου, έχοντας δύο παιδιά από τον πρώτο της γάμο, βρέθηκε στη Σιβηρία, εκεί βρήκε δουλειά στο νοσοκομείο του στρατοπέδου. Εκεί έσωσε από τη δυστροφία όχι μόνο τον μελλοντικό μου πατέρα, αλλά και πολλούς άλλους καλούς ανθρώπους που βρέθηκαν στη φυλακή για πολιτικούς λόγους. Γι’ αυτό, στο σπίτι όπου ζούσαμε, συχνά έρχονταν άνθρωποι, ευχαριστούσαν τη μητέρα μου, ζούσαν για ένα διάστημα μέχρι να βρουν μια θέση εργασίας και κατοικία... Ήμουν μικρό παιδί, αλλά άκουγα και καταλάβαινα όλα όσα έλεγαν οι μεγάλοι – και έτσι, σταδιακά, διαμορφώθηκαν οι πεποιθήσεις μου...

Όταν άρχισε η αποκατάσταση των πολιτικών κρατουμένων, είχαμε μεγάλες ελπίδες. Ο πατέρας είχε πλέον τη δυνατότητα να επιστρέψει στην Πετρούπολη (τότε την έλεγαν Λένινγκραντ) όπου έζησαν τέσσερις γενιές προγόνων μας. Η πικρή όμως εμπειρία από την προδοσία φίλων και γνωστών του πατέρα μου, οι οποίοι μετά τη σύλληψή του ομολόγησαν ότι απήγγελλε μπροστά τους τα ποιήματά του, ήταν κάτι που δεν μπορούσε να ξεχάσει. Γι’ αυτό και, στη συνέχεια, όλο το δημιουργικό του έργο παρέμεινε άγνωστο στο ευρύ κοινό. Τα ποιήματά του κατόρθωσα να τα δημοσιεύσω μόνο μετά το θάνατό του, την εποχή της περεστρόικα.

Μετά την καταδίκη της προσωπολατρίας του Στάλιν και των μαζικών διώξεων, ήρθε η δεκαετία του επονομαζόμενου «λιώσιμου των πάγων», η οποία όμως στην πραγματικότητα οδήγησε σε νέες διώξεις. Η νεολαία, η οποία στην πλειονότητά της πίστευε τους κομμουνιστές και στις υποσχέσεις τους ότι η ζωή θα βελτιωθεί και θα γίνει πιο ελεύθερη, εξαπατήθηκε. Όλες οι απόπειρες κοινωνικών πρωτοβουλιών για τον εξανθρωπισμό του σοσιαλισμού κατεστάλησαν με σκληρότητα. Από το 1956 έως και το 1965, την περίοδο του «λιωσίματος των πάγων», συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν με βάση το  περί «αντισοβιετικής δραστηριότητας» 5.747 άνθρωποι. Αυτό σημαίνει ότι για την κριτική των ανεπαρκειών του συστήματος, για τις δειλές προσπάθειες μιας πορείας προς τον εκδημοκρατισμό στο πλαίσιο του σοσιαλισμού, τα δικαστήρια, κατά τη διάρκεια εννέα ετών που κράτησε το «λιώσιμο των πάγων», έστελναν πίσω από τα συρματοπλέγματα, κατά μέσο όρο, δυο ανθρώπους ημερησίως. Το αποκορύφωμα αυτών των διώξεων ήταν η διετία 1957-1958, όταν φυλακίστηκαν 3.380 ελευθερόφρονες. Σε σύγκριση με τις σταλινικές διώξεις, που γινόταν λόγος για εκατομμύρια θύματα, μπορεί οι αριθμοί αυτοί να δείχνουν μικροί. Βασικά, επρόκειτο για αθώους φοιτητές, για ρομαντικούς ανθρώπους που πίστευαν στο σοσιαλισμό. Δεν τους περνούσε καν από το μυαλό η κατάργηση του κομμουνιστικού συστήματος, αλλά δημιουργούσαν κύκλους προσώπων και οργανώσεις όπου συζητούσαν πως είναι δυνατόν να διορθωθούν τα σφάλματα και να κάνουν καλύτερη τη σοβιετική εξουσία. Αυτό όμως αρκούσε για να τους χαρακτηρίσουν εχθρούς του λαού, ρεβιζιονιστές και να τους στείλουν στα κάτεργα για 7- 8 χρόνια.

 

Μπορούμε, μετά τα γκουλάγκ να μιλάμε για τον ανθρωπισμό κατά τον 20ό αιώνα;

Τα γκουλάγκ και το Άουσβιτς δεν είναι τα πρώτα μαζικά τερατουργήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δυστυχώς, δεν θα είναι ούτε τα τελευταία. Ο ανθρωπισμός είναι η απάντηση σε εκείνο το Κακό, το οποίο υπάρχει τον κόσμο. Υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει, όσο δεν χάνουμε το δικαίωμα να αποκαλούμε εαυτούς ανθρώπους.

 

Ο έλληνας αναγνώστης δεν γνωρίζει την ιστορία με το σύνθημα που γράψατε στην προκυμαία της φυλακής Πετροπάβλοφσκ. Μπορείτε να μας μιλήσετε γι’ αυτό το επεισόδιο της πολιτικής σας δράσης;

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήμουν εκείνος που οργάνωσε μια μικρή, παράνομη ομάδα νεολαίων, η οποία ασχολήθηκε με την κατασκευή και τη διάδοση απαγορευμένων πολιτικών κειμένων, φυλλαδίων και συνθημάτων που ζητούσαν τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας. Εκτός απ’ αυτό, ήμουν ένας νεαρός αντικομφορμιστής ζωγράφος. Εκείνη την εποχή, στη Σοβιετική Ένωση, δικαίωμα να ασχοληθούν με δημιουργικό έργο σε επαγγελματική βάση είχαν μόνο τα μέλη της ενώσεων. Σε ολόκληρη τη χώρα υπήρχε μία Ένωση Ζωγράφων, μία Ένωση Συνθετών, μία Ένωση Συγγραφέων κ.λπ. Τα μέλη αυτών των ενώσεων είχαν το δικαίωμα να μην κάνουν οποιαδήποτε άλλη δουλειά (για όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους η εργασία για το κράτος ήταν υποχρεωτική, κάθε παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα τιμωρούνταν αυστηρά). Τα μέλη αυτών των ενώσεων είχαν προνόμια, όπως κρατικές παραγγελίες και διάφορες πρόσθετες αμοιβές. Για όλα αυτά, όμως, το τίμημα ήταν η αφοσίωση και η εκτέλεση των πολιτικών εντολών. Στα καταστατικά αυτών των ενώσεων υπήρχε ευθέως διατυπωμένη η απαίτηση – το μέλος της Ένωσης με το δημιουργικό του έργο υπηρετεί την υπόθεση της οικοδόμησης του κομμουνισμού.  Όσους δημιουργικοί άνθρωποι δεν συμφωνούσαν με αυτό δεν τους έκαναν δεκτούς στις ενώσεις, ακόμη κι αν το ταλέντο τους ήταν οφθαλμοφανές. Στην κοινωνία, εκείνη την εποχή, τους αποκαλούσαν αντικομφορμιστές.

Ήμουν μέλος μιας άτυπης ένωσης τέτοιων ζωγράφων.

Το 1974-75 καταφέραμε να πάρουμε άδεια για δύο μεγάλες, συλλογικές εκθέσεις, όπου παρουσιάζαμε ένα ευρύ φάσμα δημιουργικών κινημάτων της σύγχρονης τέχνης. Οι δικές μας εκθέσεις όμως είχαν τόση μεγάλη επιτυχία που τρόμαξαν οι αρχές και απαγόρευσαν τη συνέχισή τους. Εμείς δεν θέλαμε να τα παρατήσουμε κι αρχίσαμε τις προετοιμασίες μιας μεγάλης πανεθνικής έκθεσης αντικομφορμιστών στην Μόσχα. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στην Επιτροπή Κρατικής Ασφάλειας (ΚGΒ) και αποφάσισαν να τιμωρήσουν σκληρά τους ακτιβιστές. Άρχισαν να μας επιτίθενται στο δρόμο, έναν φίλο ζωγράφο προσπάθησαν να τον δηλητηριάσουν, έβαλαν φωτιά στην πόρτα του διαμερίσματος ενός άλλου, ενώ το ίδιο έκαναν με το εργαστήριο του ζωγράφου Ρούχιν, που πέθανε στην πυρκαγιά.

Στη μνήμη του δολοφονημένου συντρόφου μας, προσπαθήσαμε δύο φορές να διοργανώσουμε καλλιτεχνικού τύπου διαμαρτυρίες στο κέντρο της πόλης, στους τοίχους της φυλακής Πετροπάβλοφσκ. Αυτές μας οι απόπειρες κατεστάλησαν ανελέητα. Κηρύξαμε μαζική απεργία πείνας, αλλά μας είπαν «ψοφήστε, καλύτερα θα είναι»!

Τότε, μαζί με τον σύντροφό μου, ζωγράφο Ολέγκ Βολκόφ, πήγαμε τη νύχτα στους τοίχους της φυλακής Πετροπάβλοσκ, στο σημείο όπου δεν μας είχαν αφήσει να συγκεντρωθούμε και γράψαμε το σύνθημα: «Σταυρώνετε την ελευθερία, μα η ψυχή του ανθρώπου δεν γνωρίζει δεσμά!» Το σύνθημα ήταν τεράστιο, είχε μήκος 40 μέτρα και 1,2 ύψος, φαινόταν από όλες τις πλευρές και μπορούσε άνετα να διαβαστεί από την απέναντι όχθη του ποταμού Νέβα. Το πρωί οι άντρες της KGB αντιλήφθηκαν τι είχε συμβεί και προσπάθησαν να καλύψουν τα γράμματα  τοποθετώντας καλύμματα φερέτρων που βρήκαν σε ένα γειτονικό εργαστήριο. Δεν ήταν όμως τόσο εύκολο, γιατί ο ποταμός Νέβα μας στήριξε, πράγμα σπάνιο για τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο ποταμός πλημμύρισε και για αρκετές ώρες δεν επέτρεπε στους άντρες της KGB να πλησιάσουν τον τοίχο.

Στη συνέχεια ξεκίνησαν οι έρευνες για την αναζήτηση των υπευθύνων. Δεν ήταν το πρώτο πολιτικό σύνθημα, μερικές φορές νέοι άνθρωποι, από εκείνους που ασχολούνταν με την παραγωγή παράνομης λογοτεχνίας (Το Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ), κουρασμένοι από τη μονότονη εργασία, έβγαιναν τις νύχτες στους δρόμους και πετούσαν προκηρύξεις ή έγραφαν συνθήματα. Έτσι, για παράδειγμα, τα χαράματα που έβγαιναν τα τρόλεϊ από το αμαξοστάσιο, οι διαβάτες έβλεπαν συνθήματα γραμμένα στο πλάι τους, όπως «Ελευθερία στους πολιτικούς κρατούμενους!».

Προκειμένου ο οδηγός να κρύψει αυτό το τρόλεϊ, ήταν υποχρεωμένος να διασχίσει όλη την πόλη, σύμφωνα με την καθορισμένη διαδρομή, μέχρι το τέλος της, για να μπορέσει να στρίψει και να επιστρέψει πίσω.

Υπήρχαν κι άλλα συνθήματα, όπως εκείνα που γράφονταν στην Ανωτάτη Κομματική Σχολή: «ΚΚΣΕ - εχθρός του λαού!» κ.λπ.

Μας αναζητούσαν καιρό, ώσπου τελικά μας βρήκαν.

 

Ποια πρέπει να είναι η στάση του ανθρώπου, ο οποίος αντιστέκεται στις αυθαιρεσίες της εξουσίας, ενώπιον του ανακριτή;

Εδώ και χρόνια ισχύει η βασική αρχή που διέπει τις σχέσεις του ανακριτή με τον ανακρινόμενο: «Μην πιστεύεις, μη φοβάσαι, μη ζητάς!». Οι ανακριτές όμως το γνωρίζουν αυτό και, όπως διαπίστωσα μόνος μου, είναι πολύ δύσκολο να τηρήσεις αυτόν τον κανόνα.

 

Το δικαστήριο σάς θεώρησε, μαζί με τον σύντροφο Βολκόφ, ένοχο για ιδιαίτερως ειδεχθή μορφή αλητείας και για κλοπή κρατικής ιδιοκτησίας. Τώρα, μετά το πέρασμα τόσων δεκαετιών, πώς αντιμετωπίζετε αυτή την κατηγορία;

Μας συνέλαβαν με την κατηγορία της «αντισοβιετικής προπαγάνδας με σκοπό την υπονόμευση ή την αποδυνάμωση της σοβιετικής εξουσίας» σύμφωνα με το άρθρο Νο 70 του σοβιετικού Ποινικού Κώδικα. Μαζί με εμένα και τον Ολέγκ Βολκόφ συνέλαβαν και δύο γυναίκες, τις ποιήτριες Ναταλία Λεσνιτσένκο και την Γιούλια Βοζνεσένσκαγια. Για να τις απελευθερώσουν, ομολογήσαμε ότι είναι δικό μας έργο τα συνθήματα στους τοίχους, οι προκηρύξεις, οι αυτοσχέδιες εκδόσεις (samizdat) αλλά και η κατοχή παράνομου τυπογραφείου. Άφησαν τις γυναίκες, οι ανακριτές όμως είχαν μάθει ποιο είναι το αδύναμο σημείο μας. Αρνούμασταν να ομολογήσουμε τον αντισοβιετικό χαρακτήρα των πράξεών μας και δηλώναμε πως δεν είμαστε εναντίον της σοβιετικής εξουσίας, αλλά υπέρ της σοβιετικής εξουσίας, μόνο που αυτή θα δεν θα πρέπει να έχει κομμουνιστές και να μην είναι δικτατορία. Η στάση μας αυτή προκάλεσε την ανησυχία των ανακριτών ότι κατά τη διάρκεια της δίκης θα μιλήσουμε για όλα αυτά και έτσι θα την μετατρέψουμε σε κόλαφο κατά του κομμουνισμού. Τότε η KGB προχώρησε σε μια ίντριγκα: μας έδειξαν μια μεγάλη λίστα με ονόματα ανθρώπων, τους οποίους είχαν εντοπίσει για φύλαξη και διάδοση παράνομης λογοτεχνίας. Μας είπαν ότι αν συνεχίσουμε να επιμένουμε στη θέση ότι είμαστε υπέρ της σοβιετικής εξουσίας χωρίς κομμουνιστές, οι πράξεις μας θα θεωρηθούν πολιτικού χαρακτήρα και τότε όλοι αυτοί οι άνθρωποι θα καταλήξουν στη φυλακή. Αν όμως συμφωνήσουμε με την κατηγορία της ειδεχθούς αλητείας και της κλοπής χωρίς πολιτικά κίνητρα, τότε θα μείνουν ελεύθεροι.

Το σκεφτήκαμε και συμφωνήσαμε. Κατά τη διάρκεια της δίκης μείναμε σιωπηλοί. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η KGB κράτησε το λόγο της και εγώ δεν μετανιώνω για την επιλογή μου. Για μας προσωπικά δεν άλλαξε τίποτα. Μας καταδίκασαν στην ίδια ποινή φυλάκισης στην οποία θα μας καταδίκαζαν με βάση το άρθρο Νο 70. Η μοναδική μας απώλεια είναι ότι στη φυλακή βρεθήκαμε ανάμεσα σε ποινικούς και όχι ανάμεσα σε πολιτικούς κρατούμενους όπως εμείς. Με τους πολιτικούς η συναναστροφή θα είχε ενδιαφέρον, με τους αλήτες και τους κακοποιούς ήταν πληκτικά.

Στη συνέχεια, όταν έληξε η ποινή μου, άρχισα να δραστηριοποιούμαι δημόσια στην πολιτική, και συγκεκριμένα άρχισα να κατεβαίνω υποψήφιος βουλευτής. Τότε, η KGB και οι ανταγωνιστές μου προσπάθησαν να μου κολλήσουν την ταμπέλα του συνηθισμένου κακοποιού, αλλά δεν τα κατάφεραν. Η ιστορία με τις ψεύτικες κατηγορίες έγινε αντιληπτή από τους ανθρώπους, οι οποίοι γνώριζαν τι θα πει σοβιετική εξουσία, σοβιετικά δικαστήρια και πολύ περισσότερο ΚGB, και έτσι ήταν αδύνατο να την πιστέψουν.

Οι κάτοικοι της πόλης μας αρχικά με εξέλεξαν βουλευτή. Όταν ανέλαβα την πρωτοβουλία της ίδρυσης της πρώτης στην ιστορία της Ρωσίας κρατικής, Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τότε για τρεις ακόμη φορές, ως υπερκομματικό υποψήφιο, με εξέλεξαν βουλευτή στην Κρατική Δούμα, όπου για δέκα ολόκληρα χρόνια συνέχισα τον αγώνα για την προάσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

 

Την εποχή εκείνη πολλοί ισχυρίζονταν πως η τήρηση του νόμου είναι η εγγύηση για την σταθερότητα της κοινωνίας. Πώς όμως πρέπει να αντιδρούμε όταν ο νόμος εφαρμόζεται για να καλυφθούν οι αυθαιρεσίες της εξουσίας;

Το κίνημα των Αντιφρονούντων και, στη συνέχεια, το κίνημα υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων στη σοβιετική εποχή έχει υποστεί ολοκληρωτικού τύπου διώξεις. Για να προστατευτούν από αυτές, τα μέλη του κινήματος σκέφτηκαν την ιδέα ότι εμείς δεν θέλουμε να καταργήσουμε την εξουσία, αλλά υπερασπιζόμαστε την κείμενη νομοθεσία.

Καλούσαν την εξουσία: «Τηρείτε τους νόμους σας!»

Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος της σοβιετικής νομοθεσίας, στα λόγια, προασπιζόταν το δίκαιο. Η Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε υπογραφεί και από την ηγεσία της ΕΣΣΔ. Αν την τηρούσαν, τότε στη χώρα μας θα είχαμε περισσότερη ελευθερία και δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και οι υπερασπιστές των ανθρώπινων δικαιωμάτων συγκεντρώναμε στοιχεία μη τήρησης του νόμου, της ψευδεπίγραφης ερμηνείας του και διαδίδαμε αυτές τις πληροφορίες τόσο στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ όσο και στο εξωτερικό. Παράνομα τυπώναμε και κυκλοφορούσαμε την περιοδική έκδοση Χρονικό των γεγονότων. Μερικές φορές αυτό βοηθούσε, αλλά όλοι οι συνεργάτες της έκδοσης βρέθηκαν στη φυλακή με τις κατηγορίες της συκοφαντίας της σοβιετικής εξουσίας ή της υπονόμευσής της. Στη θέση εκείνων που πήγαιναν φυλακή έρχονταν οι επόμενοι, οι οποίοι έλεγαν πάλι και πάλι: «Τηρείτε τους νόμους σας!», και όταν έρχονταν να τους συλλάβουν άλλοι έπαιρναν τη θέση τους. Δεν είχαμε άλλες δυνατότητες. Αυτό συνεχίστηκε για όλα τα χρόνια μέχρι να έρθει η Περεστρόικα.

 

Ως βουλευτής της Δούμα, είχατε το προνόμιο να πάρετε κρατικό διαμέρισμα, μα εσείς το αρνηθήκατε. Μπορεί, άραγε, ο πολίτης ή ο πολιτικός να δέχεται δώρα για την πολιτική του δραστηριότητα, υπηρετώντας ταυτόχρονα την κοινωνία;

Αν θεωρούσα πως ο πολιτικός έχει δικαίωμα όχι μόνο αμοιβής για την εργασία του, αλλά και προνομίων και δώρων, δεν θα ήμουν αρνητικός να δεχτώ το διαμέρισμα στην πρωτεύουσα. Θεωρώ όμως κάτι τέτοιο απαράδεκτο, γιατί από τη στιγμή που δέχεσαι δώρα από την εξουσία, είτε άθελα σου είτε ηθελημένα, τότε αρχίζεις να εξαρτάσαι από αυτή.

 

Αν σας ζητούσαμε να συνοψίσετε την εμπειρία σας ως βουλευτής, τι θα μας λέγατε;

Μέσα στα δώδεκα χρόνια της κοινοβουλευτικής μου δραστηριότητας, από το πολιτικό μου γραφείο πέρασαν χιλιάδες άνθρωποι και κατάφερε να βοηθήσω τους μισούς από αυτούς. Κατάφερα μάλιστα να θεσμοθετήσω και να διατηρήσω στην πόλη μας την κομμούνα των ζωγράφων και των μουσικών, το ArtCenter «Οδός Πούσκιν 10» (www.p-10.ru), η οποία εδώ και είκοσι οκτώ χρόνια λειτουργεί δημιουργικά και ανεξάρτητα. Ήμουν αντίθετος στον πόλεμο της Τσετσενίας και, χάρη στην ιδιότητα του βουλευτή και με προσωπική μου πρωτοβουλία, κατάφερα να σώσω χιλιάδες ανθρώπους εκεί. Συνολικά, με τη συμμετοχή μου, απελευθερώθηκαν από την αιχμαλωσία στην Τσετσενία περισσότεροι από χίλιοι Ρώσοι στρατιώτες και αξιωματικοί. Η βουλευτική ιδιότητα μου επέτρεψε να σώσω ομήρους των τρομοκρατών στο Μπουντένοφσκογιε και να υπογραφεί η συμφωνία για το τέλος του πολέμου. Εργάστηκα πολύ στον τομέα της επεξεργασίας της νέας νομοθεσίας, η οποία αντικατέστησε τους σοβιετικούς νόμους. Τα χρόνια της πολιτικής μου δραστηριότητας, καθώς και εκείνα που αφιέρωσα στην υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αντικατέστησαν εκείνα τα οποία θα μπορούσα να αφιερώσω στη δημιουργία. Δεν λυπάμαι γι’ αυτό. Πολύ περισσότερο που, ολοκληρώνοντας αυτό το στάδιο της ζωής μου, ξαναέγινα ζωγράφος.

 

Η χώρα σας μετράει εκατοντάδες δολοφονημένους και αγνοούμενους δημοσιογράφους. Πόσο αξίζει, τελικά, η ελευθερία του λόγου στη Ρωσία;

Φευ, σήμερα στη χώρα μου για άλλη μια φορά δεν υπάρχει ελευθερία του λόγου, η τιμή της είναι πολύ υψηλή – είναι η ζωή την οποία έχασαν πολλοί έντιμοι δημοσιογράφοι. Η αιτία γι’ αυτό πρέπει να αναζητηθεί στην κρατική πολιτική, η οποία πριν από είκοσι χρόνια έπεσε στα χέρια των διαδόχων της KGB και έπαψε να εκφράζει τα συμφέροντα της δημοκρατικής ανάπτυξης.

 

Είστε, πέραν όλων των άλλων, και γνωστός ζωγράφος. Με ποιο τρόπο η τέχνη επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοαντίληψής σας;

Η τέχνη μου, είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, έκφραση αυτής της κοσμοαντίληψης.

 

Μαζί με τον ζωγράφο Γιεβγκένι Ουχναλέβι, τοποθετήσατε, και μάλιστα με δικά σας έξοδα, ένα μνημείο για τους πολιτικούς κρατουμένους. Ποιος είναι ο συμβολισμός αυτής της πράξης;

Θελήσαμε να αφήσουμε στους απογόνους τη φωτεινή μνήμη των θυμάτων ενός τρομακτικού πειράματος επί της κοινωνίας, ώστε οι άνθρωποι να μην επιτρέψουν στους νέους σκληρόκαρδους τυχοδιώκτες να αρχίσουν ξανά. Φέραμε από τα νησιά Σολοβκί το βράχο που τοποθετήσαμε, από εκεί όπου βρίσκεται το πρώτο σοβιετικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Τον βρήκαμε στο μέρος όπου εκτελέστηκαν οι τελευταίοι ρομαντικοί επαναστάτες που είχαν εξοριστεί εκεί επειδή δεν υποτάχθηκαν στους κομμουνιστές. Τώρα, ο βράχος αυτός έχει μετατραπεί σε σημείο συγκεντρώσεων και διαδηλώσεων της κοινωνίας κατά τις ημέρες μνήμης των θυμάτων των διώξεων, τις ημέρας μνήμης των νέων θυμάτων στον αγώνα για ελευθερία.

 

Τα τελευταία χρόνια είστε επικεφαλής της οργάνωσης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Πετρούπολη. Ποιοι είναι οι στόχοι αυτής της δραστηριότητάς σας και ποια είναι τα μέλη αυτής της οργάνωσης;

Είμαι απλά ένα από τα είκοσι μέλη της Επιτροπής Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Είναι μια άτυπη οργάνωση που αποτελείται από εκπροσώπους οργανώσεων προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην πόλη μας και στόχος της είναι ο συντονισμός των δράσεων, η συλλογή πληροφοριών για τις παραβιάσεις, η δημοσιοποίηση των ετήσιων εκθέσεων.

 

Ποια εμπόδια σάς θέτει σήμερα η εξουσία, με δεδομένο ότι πολύ συχνά δραστηριοποιείστε κατά των αυθαίρετων ενεργειών της;

Προς το παρόν, σοβαρά εμπόδια δεν μας βάζουν. Νομίζω πως αυτό γίνεται γιατί οι αρχές δεν θεωρούν τη δράση μας επικίνδυνη γι’ αυτές. Όντως, η δράση μας δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, δεν έχουμε σχεδόν καθόλου πόρους. Η εξουσία όμως έχει πλεόνασμα πόρων και είναι πολύ αυτάρεσκη. Δεν δίνει την παραμικρή προσοχή στη λαϊκή δυσαρέσκεια. Είναι λάθος της, η δυσαρέσκεια μεγαλώνει. Σήμερα, η εξουσία καταφέρνει να πείσει το λαό ότι ζει άσχημα όχι γιατί η ίδια δεν είναι καλή, αλλά γιατί υπάρχουν εξωτερικοί εχθροί, οι οποίοι θέλουν να αφανίσουν τη Ρωσία. Νομίζω όμως ότι η ψευδαίσθηση αυτή δεν θα μακροημερεύσει.

 

Μνήμη ή συγχώρεση; Ποιο δρόμο πρέπει να επιλέξει η κοινωνία στην εποχή μας;

Μνήμη, μνήμη και άλλη μια φορά μνήμη. Και αγώνα για την ελευθερία, για την ελευθερία της επιλογής!

 

Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας: αισιόδοξο ή απαισιόδοξο;

Σκυθρωπό αισιόδοξο.

 

Αν σας καλούσαν στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και σας παρακαλούσαν να δώσετε μια διάλεξη προς τους φοιτητές της, ποιο θέμα θα επιλέγατε και γιατί;

Θα τους μιλούσα για τον αγώνα που έδωσαν οι αντικομφορμιστές για την ελευθερία της δημιουργίας στην ΕΣΣΔ και για το παιδί μου, την κομμούνα ζωγράφων και μουσικών, το μικρό ελεύθερο κράτος, το οποίο πρώτο απ' όλα τα άλλα αποχώρησε από την ΕΣΣΔ, ανακοινώνοντάς το μέσω του BBC, για το πώς υψώσαμε τη σημαία μας και φτιάξαμε οδοφράγματα σε ένα άδειο κτίριο που καταλάβαμε. Θα καλούσα τους φοιτητές σας να έρθουν να δουλέψουν στους τοίχους μας, να πιουν μαζί μας ένα ποτήρι κρασί και να οργανώσουν σ’ εμάς την έκθεσή τους. Ο καλύτερος δρόμος για την αλληλοκατανόηση είναι η τέχνη.

 

Ποιο από όλα τα ποιήματα του πατέρα σας είναι το αγαπημένο σας;

Είναι πολύ δύσκολο για μένα να επιλέξω. Αγαπάω πολλά.  Να όμως ένα (του 1988) που το διαβάζω συχνά.

Τελευταίες μέρες πάνω στη γη

Πλατύς κι αγαθός ο ουρανός,

Η μυρωδιά καυτού ψωμιού

Και πάνω στο τραπέζι η αχτίδα του ήλιου.

Εδώ, άμμος,  κύματα και πέτρες,

Των πουλιών οι λαρυγγισμοί απ’ τις φωλιές.

Κι ένα κάστρο από σύννεφα ιπτάμενο

Θαρρείς κι αυτά πρώτη φορά τα βλέπω.

Μα τώρα πια τίποτα, για κανέναν.

Μήτε δουλειά, μήτε φιλία, μήτε αξίωμα.

Μόνο η θλίψη η οικογενειακή,

Και ο αιώνας μου που δεν αναγνωρίζω.

Στη βελόνα του Θεού να είναι η κλωστή.

Δεν ξέρω από μένα τι έβγαλαν υφάδι.

Στο κενό και στην ηρεμία παραληρώ

Τις τελευταίες μου μέρες πάνω στη γη.

 

 

 

Αρχείο Γιούρι Ριμπακόφ

 

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά