Τετάρτη, 07 Ιουνίου 2017

Μακρονισμός, ο «τρίτος δρόμος» προς τη δημαγωγία

Κατηγορία Συνεντεύξεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο συνεντεύξεις Πολιτική web only
Γελοιογραφία του Εμμανουέλ Μακρόν από τον αινιγματικό LB του φανζίν Ζébra. Γελοιογραφία του Εμμανουέλ Μακρόν από τον αινιγματικό LB του φανζίν Ζébra. LB/Zébra

Τι είναι ο «μακρονισμός»; Η νίκη του Εμμανουέλ Μακρόν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών του Μαΐου, τροφοδοτώντας κύματα ενθουσιασμού στους ευρωπαϊστές, αλλά και απορίες στους αντιπάλους του, στάθηκε ικανή ώστε ο δημοσιογραφικά, κατ’ αρχήν, να κατασκευασθεί ο όρος «μακρονισμός». Όρος ο οποίος έγινε συνώνυμος της εκλογικής επιτυχίας αφού, για πρώτη φορά μετά το πείραμα του μπλαιρισμού, η φόρμουλα του νέου (και νεαρού) γάλλου προέδρου πέτυχε την από πολλούς προσδοκώμενη δημιουργία μιας κεντρώας συναίνεσης απωθώντας τα λαϊκιστικά «άκρα». Τη συναίνεση αυτή ορισμένοι αναλυτές τη χαρακτήρισαν «φιλελεύθερη», κάποιοι άλλοι «λαϊκιστική».

Στη συνέντευξη που ακολουθεί (και η οποία δόθηκε στις 20 Μαΐου, ένα πάρα πολύ μικρό απόσπασμά της δημοσιεύεται στο τχ. Ιουνίου του γαλλικού περιοδικού Technikart), ο Πιέρ-Αντρέ Ταγκιέφ εκλαμβάνει τον «μακρονισμό» ως έναν υπερ-κεντρώο δημαγωγικό λόγο, που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον «ελιτισμό» από ό,τι στο «λαϊκισμό», επισημαίνοντας ότι η καινοτομία του συνίσταται στο ότι το στοιχείο της «συγκίνησης», στη μακρονική αφήγηση, συναρθρώθηκε με τον «ορθολογισμό» ενός λόγου εν πολλοίς κενού συγκεκριμένου περιεχομένου.

Πώς αντιλαμβάνεστε τις δυνάμεις της προπαγάνδας που λειτουργούν στις σύγχρονες ευρωπαϊκές μας δημοκρατίες, κάπως πιο «ήπιες»; Γνωρίζετε να τις εντοπίζετε;
Ας αρχίσουμε από την επιχείρηση που είναι κοινή στην προπαγάνδα και τη δημαγωγία:τη χειραγώγηση ενός κοινού μέσω λόγων και εικόνων, που προκρίνουν την επιβεβαίωση και την επανάληψη. Η δημαγωγία είναι το σύνολο των επιχειρηματολογικών τεχνικών που επιτρέπουν σε έναν πολιτικό ρήτορα να κάνει τους άλλους να πιστέψουν με σκοπό να τους κάνει να πράξουν, ή, αν προτιμάτε, η τέχνη του πιστεύειν στην υπηρεσία ενός πολιτικού στόχου. Στη δημαγωγική ενέργεια, με την κλασική έννοια, έχουμε να κάνουμε με την κολακεία του λαού με σκοπό να τον γοητεύσουμε, να αποδυναμωθούν, έτσι, οι άμυνές του (όπως το κριτικό πνεύμα) και να τον οδηγήσουμε να αποδεχθεί (ή απλώς να μην απορρίψει) τους επιδιωκόμενους στόχους του δημαγωγού. Τονίζεται κυρίως ο εκθειασμός του λαού ή η καταγγελία των ελίτ (των ιθυνόντων, των κυρίαρχων ή των πλουσίων), αν και η προβαλλόμενη δημοτικότητα συνοδεύεται πάντα από μία μορφή αντι-ελιτισμού – εννοείται ότι οι στοχευόμενες ελίτ είναι αυτές που κυβερνούν. Η υπερ-ορατή δημαγωγία των ηγετών που εκλαμβάνονται ως εξτρεμιστές, οι οποίοι σήμερα κατηγορούνται ότι είναι «λαϊκιστές» –στην πραγματικότητα: εθνικιστές δημαγωγοί, αντικείμενο υποψίας για ξενοφοβία, ακόμα και ρατσισμό– σε καμία περίπτωση δεν εξαφάνισε τη μη πατενταρισμένη δημαγωγία, πολιτικά ορθή και αντι-εξτρεμιστική, των ηγετών που διατείνονται ότι ενσαρκώνουντη «σοβαρότητα», την ειδημοσύνη και το πνεύμα ευθύνης. Η ήπια και πατερναλιστική δημαγωγία τους, εκείνων οι οποίοι λένε ότι γνωρίζουν καλύτερα από τους πολίτες τι είναι καλό γι’ αυτούς, περνά γενικώς απαρατήρητη, και μόνον κατ’ εξαίρεση καταγγέλλεται ως τέτοια.
Συμβαίνει ωστόσο κάποιος παρατηρητής της πολιτικής ζωής να ερμηνεύει την εκλογική νίκη ενός, θεωρούμενου «καλού», πολιτικού φορέα ως νίκη ενός «καλού» και «νέου» λαϊκισμού, συνετά αισιόδοξου και φιλο-ευρωπαϊκού, άρα αντιεθνικιστικού, «αντιρατσιστικού» και αντι-παρακμιακού. Αυτή είναι η περίπτωση του γεω-πολιτολόγου Ivan Krastev που επιχαίρει για τη «νίκη του ονείρου επί των θρήνων», απόδειξη της οποίας είναι, κατ’ αυτόν, η εκλογή του Εμμανουέλ Μακρόν:

Θα ήταν λάθος να ανάγουμε τη λαϊκιστική στιγμή στην Ευρώπη στην εκλογική επίδοση της άκρας Δεξιάς και της άκρας Αριστεράς. […]Η επιτυχία του Μακρόν στην κατασκευή ενός λαϊκισμού –έννοια όχι αναγκαστικά αρνητική, κατ’ εμέ–, ο οποίος παρουσιάζει ένα αισιόδοξο και ευνοϊκό πρόσωπο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι ιδιαίτερα σημαντική για την υπόλοιπη Ευρώπη, αν λάβουμε υπ’ όψη την πολυπλοκότητα της γαλλικής λαϊκιστικής στιγμής[1].

Με άλλα λόγια, ο μακρονικός «λαϊκισμός», εκ φύσεως θετικός, είναι ένα είδος αποτελεσματικού αντίδοτου κατά της λαϊκιστικής ασθένειας που πλήττει τις φιλελεύθερες/πλουραλιστικές δημοκρατίες μας.Συνεπώς, αυτός ο καλός αντιλαϊκιστικός «λαϊκισμός» είναι υπέρ της παγκοσμιοποίησης, φιλοευρωπαϊκός και αντιεθνικιστικός. Ωστόσο, δυσκολεύεται κανείς να καταλάβει ως προς τι ο Μακρόν, ο οποίος δεν κρύβει το πάθος του για τις ελίτ της ειδημοσύνης, είναι περισσότερο «λαϊκιστής» από ό,τιελιτιστής. Για ποιο λόγο την ενέργεια τού να συνεργεί κάποιος ώστε οι μεσαίες και οι ανώτερες τάξεις «ναονειρεύονται», ενισχύοντας την αισιοδοξία τους ως «επωφελούμενοι» της παγκοσμιοποίησης, να τη χαρακτηρίζουμε, με την καλή έννοια, «λαϊκιστική»; Αλλιώς, σε μία διαφορετική περίπτωση, θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι όλοι οι πολιτικοί φορείς είναι «λαϊκιστικοί», «καλοί» ή «κακοί», χωρίς να το γνωρίζουν οι περισσότεροι από αυτούς. Όπως καταλαβαίνουμε, αυτές οι κακές χρήσεις της λέξης «λαϊκισμός», που μπαίνει σε όλες τις σάλτσες, προκαλούν σημασιολογική και εννοιολογική σύγχυση. Ας επανέλθουμε στο πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή στη δημαγωγία και τις διαφορετικές μορφές της. Η δημαγωγία είναι αυτή για την οποία μπορούμε να πούμε ότι ακολουθεί τη δημοκρατία όπως η σκιά της, και αποτελεί την ανεξάλειπτη αντίστροφη όψη της.
Έτσι, στην ορατή δημαγωγία αμφισβήτησης των αντι-ελίτ ηγετών, αντιπαρατίθεται η συγκαταβατική και αόρατη δημαγωγία των φωτισμένων ελίτ. Η οξεία δημαγωγία των εκπροσώπων ή των αυτο-ανακηρυγμένων διαφωτιστών των «αποκάτω» είναι φραστικό ομοίωμα της επανάστασης, ενώ η δημαγωγία με καλοσυνάτο πρόσωπο προσιδιάζει στους υπερασπιστές του status quo, συντηρητικούς ή μεταρρυθμιστές, που έχουν τη μέριμνα, πριν απ’ όλα, να λειτουργούν καθησυχαστικά, ως εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι των «αποπάνω». Γι’ αυτό αντιπαραθέτω την ανατρεπτική ή παραβατική δημαγωγία στη δημαγωγία εναλλαγής, η οποία εγγράφεται μέσα σε μια παράδοση. Όσο για την επιτυχία αυτών των διαφορετικών και ανταγωνιστικών στρατηγικών, αυτή εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και δεν επιδέχεται προβλέψεων. Ταιριάζει, έτσι, με την εκλογή του Τραμπ ή με το Brexit και, αντιστρόφως, με την αποτυχία του Γκερτ Βίλντερς στην Ολλανδία και του Νόρμπερτ Χόφερ στην Αυστρία. Δεν υπάρχουν σίγουρες συνταγές ως προς αυτό. Το ιδιάζον της μακρονικής δημαγωγίας έχει να κάνει με το ότι αναμειγνύει τις δύο αντιτιθέμενες και ανταγωνιστικές δημαγωγίες, με τρόπο που θα επιτρέψει να αναδυθεί αυτός ο συγκρητισμός στην εικόνα της ρητορικής των «μαρσιστών»[2]: μια δημαγωγία χλιαρής ανατροπής και ρευστής παράδοσης. Ο Μακρόν είναι ο επινοητής ενός τρίτου δρόμου ως προς τη δημαγωγία.


Πώς κρίνετε την προεκλογική εκστρατεία του Εμμανουέλ Μακρόν; Διαισθάνεσθε ότι οι δημοσιογράφοι ήταν συγκαταβατικοί στο υπερβολικό “storytelling”του υποψηφίου; Τα σύνορα μεταξύ μύθου (fable) και προπαγάνδας είναι πορώδη;
Η καινοτομία στον μακρονισμό είναι ότι οι τεχνικές κινητοποίησης των συγκινήσεων μέσω αφηγήσεων επικεντρωμένων στη ζωή του νεαρού ήρωα εφαρμόσθηκαν στο όνομα του «ορθού λόγου», με τη διπλή έννοια,του ορθο λογικού και του λογικού, την αρετή των «μετριοπαθών». Σε αυτή την ανέκδοτη στρατηγική “storytelling”,όλα περιστρέφονται γύρω από ένα παράδοξο με ελκυστικό αποτέλεσμα, που μπορούμε να το συνοψίσουμε με αυτό το οξύμωρο: μια τολμηρή μετριοπάθεια. Πώς μπορεί να είναι κάποιος κεντρώος και τολμηρός, μετριοπαθής και δυναμικός, πολιτικά ορθός σε όλες τις σχέσεις του και αποφασιστικά «αντισυστημικός»; Αυτό είναι το ερώτημα στο οποίο η απάντηση που δίνεται είναι αυστηρά ρητορική. Ανάγεται σε μια απλή προσφυγή στο σημείο της σύζευξης: «συνάμα» ή «ταυτοχρόνως», γλωσσικό τικ του Μακρόν, ο άνθρωπος των υποχρεωτικών συνθέσεων. Απρόβλεπτο φαινόμενο στη χώρα των φραστικών εμφυλίων πολέμων: ο Μακρόν προσέδωσε γοητεία στην άχρωμηιδέα μιας κεντρώας συναίνεσης. Ένας Ραφαρέν με ριπολίνη.
Από τότε που ξεκίνησε η εκστρατεία του απρόσμενου υποψηφίου, καθώς και τα σχόλια που συνόδεψαν την εκτίναξη του νεαρού προέδρου, ο απολογητικός λόγος αναπτύχθηκε στο πλαίσιο ενός “success story”. Μυθιστόρημα, θρύλος, εποποιία: τα μιντιακά σχόλια διαγκωνίζονται σε έκσταση για τη διαδρομή του Μακρόν, σφραγισμένη με «επιτυχημένα στοιχήματα». Ο νεαρός πρόεδρος είναι ο άνθρωπος που τολμά τα πάντα, εκτός από το να επιτίθεται στην παγκοσμιοποίηση και να ασκεί κριτική στο πολιτικά ορθό. Κυρίως,τολμά να θέλει αυτό που πιστεύει ότι είναι το πεπρωμένο: η οικονομικο-χρηματιστική εξέλιξη του κόσμου και η είσοδος σε έναν μετα-εθνικό κόσμο, η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση του οποίου είναι μία από τις όψεις του. Τα υπόλοιπα είναι «μπλα-μπλα» και ατμοσφαιρική μουσική. Η προσαρμογή στην πορεία του κόσμου είναι η μοναδική προοπτική. Προδιαγράφει έναν ορίζοντα στερημένο νοήματος, από τον οποίο απορρέει το κατ’ εξοχήν απολιτικό σχέδιο: η κλήση σε αλλαγή για την αλλαγή, ό,τι το 2000 αποκάλεσα «κινητισμό».
Αυτή η λεγόμενη «ανοιχτή» και «προοδευτική» στάση ισοδυναμεί με τον αεγκαταλείπεται η κριτική της παγκοσμιοποίησης στο Εθνικό Μέτωπο και τους «Ανυπότακτους» (του Μελανσόν), επομένως να απονομιμοποιείται προσαρτώμενη στους «εξτρεμιστές». Η επιχείρηση είναι εξ ίσου επιδέξια και διαστροφική και δημιουργεί όρους ιδεολογικής ομηρίας: τον αασκείται κριτική στην παγκοσμιοποίηση θα εξισώνεται με πτώση στον αντιπαγκοσμισμό, και εξ αυτού στοίχιση με τους ακροδεξιούς και ακροαριστερούς αποσυνάγωγους. Αλλά η κοινή γνώμη δεν ακολουθεί τους μιντιακούς επαίνους: το βαρόμετρο της εταιρείας Elabe μας πληροφορεί στις 18 Μαΐου 2017 ότι ο πρόεδρος Μακρόν πιστώνεται μόνο με 45% εμπιστοσύνης. Η σύγκριση με το ποσοστό εμπιστοσύνης των προκατόχων του στο ίδιο στάδιο της θητείας τους είναι σημαντική: 58% για τον Φρανσουά Ολάντ το 2012, 59% για τον Νικολά Σαρκοζί το 2007, 61 % για τον Ζακ Σιράκ το 1995 και 53 % το 2002. Ένα φαινομενικό παράδοξο: ο νεαρός πρόεδρος, ο οποίος επιδόθηκε πολύ στον φιλονεϊσμό στη διάρκεια της εκστρατείας του, κατακτά ένα ποσοστό εμπιστοσύνης 56% στους άνω των 65 ετών[3]. Πώς να εξηγήσουμε ότι αρέσει περισσότερο στους ηλικιωμένους από ό,τι στους νέους; Όπως κι αν έχει, η αναντιστοιχία είναι εντυπωσιακή μεταξύ της συναινετικά θετικής πρόσληψης του Μακρόν στα γαλλικά (και ξένα) ΜΜΕ και της γαλλικής κοινής γνώμης. Ως εάν οι πολίτες να έμαθαν να αντιστέκονται στις όμορφες ιστορίες με τις οποίες τους εμποτίζουν οι δελεαστικοί πραματευτάδες. Η κενότητα του σχεδίου του «Εμπρός!» προσλαμβάνει τη μορφή Άρλεκιν και χιονοστιβάδας κούφιων διατυπώσεων («να έρθουμε σε ρήξη μέχρι τέλους με το σύστημα», «οικοδομούμε μαζί σας μια νέα Γαλλία», «ξαναβάζουμε τη Γαλλία σε κίνηση», «κατασκευάζουμε μαζί το μέλλον μας»[4], κ.λπ.).Μια καλή σύνοψη της «μαρσικής» πολιτικής σκέψης προσφέρεται από το διαφημιστικό σλόγκαν της τράπεζας CIC : «Να κατασκευάσουμε έναν κόσμο που κινείται». Αυτό το σλόγκαν θα μπορούσε να αρμόζει στην «προοδευτική πλειοψηφία» που θέλει να συγκροτήσει η νέα υπερ-κεντρώα κυβέρνηση. Με αυτή τη νέα κούφια διατύπωση έχουμε ένα καλό παράδειγμα του τρόπου κατασκευής του «μαρσικού» λόγου: λήψη μιας εύπλαστης λέξης με ρευστό περιεχόμενο, απλά και μόνο γιατί συνεχίζει, λόγω αδράνειας και λεξικολογικής σημασιοδότησης, να αποκρυσταλλώνει ελπίδες και υποσχέσεις, έπειτα, εισαγωγή της σε μία σύνταξη που συνδηλώνει μία από τις αξίες-νόρμες των σύγχρονων δημοκρατικών κοινωνιών, την αρχή της πλειοψηφίας.Ποιος όμως, από το χώρο της πολιτικής, θα μπορούσε να πει ότι είναι κατά της «προόδου» ή του προτάγματος να σχηματισθεί μία «προοδευτική πλειοψηφία»; Αν κανένας δεν είναι κατά, η διατύπωση δεν κινητοποιεί. Γίνεται δεκτή μόνο ως αφηρημένη συγκατάθεση, που εμπεριέχει μια προβλέψιμη συλλογική προτίμηση: κατά συγκρίσιμο τρόπο, οι περισσότεροι πολίτες θα εκφράζονταν προφανώς υπέρ μιας πλειοψηφίας ανέφελων ημερών για την επόμενη χρονιά. Στο νέο Λεξικό των κοινότοπων ιδεών στην πολιτική, στο άρθρο «πρόοδος», θα έπρεπε να μπορούμε επίσης να διαβάζουμε: «το να είναι κάποιος υπέρ». Οι κριτικές της θρησκείας της προόδου δεν μπόρεσαν να εισχωρήσουν στο κάστρο των κοινότοπων ιδεών και των κλισέ όπου οι πολιτικοί φορείς βρίσκουν τις ψυχικές και ρητορικές τροφές τους[5].


Θεωρείτε ότι δόθηκε υπερβολική σημασία στο φαινόμενο «fake news»;
Βλέπω έναν μιντιακό ενθουσιασμό που διαρκεί, γιατί δεν παύει να επανεκκινεί. Η πρωταρχική αιτία γι’αυτό είναι ότι η καταγγελία των «fake news» εργαλειοποιείται από διάφορους κύκλους που διατείνονται ότι αγωνίζονται κατά της «ανόδου του λαϊκισμού». Αυτός ο ενθουσιασμός μεταφράζει τον πανικό που προκαλείται από τον πολλαπλασιασμό, στην Ευρώπη και αλλού, εθνικιστών ηγετών οι οποίοι προσφεύγουν στη δημαγωγία και διαθέτουν υψηλή δημοτικότητα, αυτούς που βιαστικά αποκαλούμε «λαϊκιστές». Αυτοί οι τελευταίοι αντεπιτίθενται κατηγορώντας τα ΜΜΕ που τους ασκούν κριτική ότι διαδίδουν ψευδείς πληροφορίες – αυτό έκανε ο Τραμπ. Παρά τα όσα λένε εκείνοι που παραδίδουν μαθήματα εντάσσοντας τους εαυτούς τους «στον κύκλο του ορθού λόγου», τα «fake news» χρησιμοποιούνται από όλα τα πολιτικά στρατόπεδα, τόσο για να επιτιμήσουν έναν πολιτικό αντίπαλο, όσο και για αντιπερισπασμό. Προς τι η έκπληξη και η αγανάκτηση ως εάν να επρόκειτο για μία νέα απειλή κατά της δημοκρατίας; Τίποτα το πιο κοινότοπο, στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών, από την προσφυγή στα ψεύδη, στις αστήρικτες φήμες και στις πλαστές ή νόθες πληροφορίες, τόσο από την πλευρά των κυρίαρχων όσο και από την πλευρά των κυριαρχούμενων. Η πρόθεση να εξαπατηθούν και να χειραγωγηθούν οι άλλοι είναι ψυχο-πολιτισμική σταθερά. Αν υπάρχει μια καινοτομία σε αυτή την υπόθεση, αυτή έχει να κάνει με τη μαζική χρήση του Διαδικτύου, που άνοιξε μία πληροφοριακή και πολιτισμική αγορά που δεν είναι ρυθμισμένη, στην οποία αναμειγνύονται το αληθινό και το πλαστό, το αμφίβολο και το επαληθευμένο, το χιμαιρικό και το εμπειρικό. Τα κοινωνικά δίκτυα όμως αποτελούν την πρώτη πηγή πληροφόρησης των νέων μεταξύ 18-24 ετών. Αυτό είναι το θεμέλιο της ποπ πολιτικής στην εποχή του Διαδικτύου, η απορρύθμιση του οποίου είναι κατ’ εικόνα της απορρυθμισμένης οικονομικο-χρηματιστικής παγκοσμιοποίησης. Το ανησυχητικό έγκειται λιγότερο στο ψέμα ως τέτοιο και περισσότερο στο μίγμα του ψέματος καιαυτού που είναι αξιόπιστο, μίγμα το οποίο ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των πλαστογράφων, των απατεώνων και των τσαρλατάνων που βρίσκονται συχνά στην υπηρεσία των λομπίστας. Ψευδο-ειδήμονες και ψευδο-ερευνητές επωφελούνται από τη γνωσιακή θολούρα αναφορικά με τα κριτήρια και τα όρια. Η απεριόριστη ελευθερία έκφρασης, χωρίς μηχανισμούς ελέγχου ή διόρθωσης, φαίνεται να συμβαδίζει με την ανάπτυξη της ευπιστίας[6]. Αλλά η συμβολική αποτελεσματικότητα των ψευδών πληροφοριών δεν είναι πολύ μετρήσιμη. Εξ ου και τα «fake news» ως απάντηση σε «fake news», κάτι που περιπλέκει το πρόβλημα.
Η υπερτίμηση του φαινομένου «fake news» οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι το δημοσιογραφικό επάγγελμα αισθάνεται άμεσα θιγόμενο, ως προς την εικόνα του και τη δεοντολογία του, στο φόντο μιας ισχυρής λαϊκής απαξίωσης έναντι των δημοσιογράφων. Τούτων λεχθέντων, είναι καλό να υπενθυμίσουμε κάποια προηγούμενα, τα οποία τροφοδότησαν πάθη και λεξικογραφικές μόδες: τις έρευνες για τα πλαστογραφήματα –όπως τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, στα οποία αφιέρωσα ένα ογκώδες βιβλίο– που χρησιμοποιήθηκαν από κάποιους προπαγανδιστές, το ενδιαφέρον για τις φήμες και την αποπληροφόρηση στη σοβιετική εποχή ή τη γοητεία που πιο πρόσφατα ασκούν οι «θεωρίες της συνωμοσίας», οι οποίες αποτελούν αντικείμενο όλο και πιο πολλών επιστημονικών μελετών. Πρέπει να συνεχισθούν οι εργασίες για τα «fake news» ως «ομαλής» παθολογίας που πλήττει το πολιτικό πεδίο. Οι ερευνητές πρέπει εδώ να συνεισφέρουν, πέρα από ιδεολογικο-πολιτικές στρατεύσεις, αλλά και οι διανοούμενοι και οι δημοσιογράφοι δεν πρέπει να φοβούνται τις περιπέτειες στην αρένα των αντιπαραθέσεων, γνωρίζοντας ότι αυτές είναι υπονομευμένες. Σε αυτούς εναπόκειται να εξουδετερώνουν τις παγίδες που σχηματίζονται από προβλήματα τα οποία τίθενται με άσχημο τρόπο. Ο Τύπος, για να επιβεβαιώνει το ρόλο του ως αντιεξουσία, αντί να ακολουθεί τις πολιτισμικές μόδες και να αγανακτεί προσφεύγοντας σε ηθικές καταδίκες, πρέπει να τεθεί στην πρώτη γραμμή για την κριτική εξέταση μιας τέτοιας παθολογίας της πολιτικής επικοινωνίας, προσπαθώντας να διαφωτίζει τους πολίτες. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα καθήκον που δεν έχει τέλος.


μετάφραση: Ανδρέας Πανταζόπουλος

 

[1] Ivan Krastev, « Macron a décidé de rêver quand d’autres étaient d’humeur à se lamenter » (γαλ. μετ. Christine Vivier), 12 Μαΐου2017, http://abonnes.lemonde.fr/idees/article/2017/05/12/ivan-krastev-macron-a-decide-de-rever-quand-d-autres-etaient-d-humeur-a-se-lamenter_5126569_3232.html.
[2]Από τον τίτλο του κόμματος Enmarche! (Εμπρός!), οι οπαδοί του κόμματος.
[3] Isabelle Ficek, Sondage : pas d’état de grâce pour le tandem Macron-Philippe, 18 Μαΐου 2017, https://www.lesechos.fr/politique-societe/gouvernement/0212105580599-sondage-pas-detat-de-grace-pour-le-tandem-macron-philippe-2087838.php. Άλλη δημοσκόπηση, που έγινε από το ινστιτούτο Ifop και δημοσιεύθηκε στις 21 Μαΐου 2017, δείχνει ότι το 62% των Γάλλων είναι «ικανοποιημένοι» που ο Εμμανουέλ Μακρόν είναι πρόεδρος της Δημοκρατίας (http://www.europe1.fr/politique/cote-de-popularite-62-des-francais-satisfaits-demmanuel-macron-president-sondage-3336650). Σύμφωνα με αυτή την τελευταία δημοσκόπηση, οι άνω των 65 ετών επιδοκιμάζουν σε ποσοστό 69% τον νέο πρόεδρο, έναντι 52% στις ηλικίες 18-24 ετών. Οι σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ αυτών των δύο δημοσκοπήσεων δείχνουν ότι η κρίση για τον Μακρόν παραμένει ευρέως υποκειμενική, που συνδέεται με τη μιντιακή εικόνα του.
[4] Αποσπάσματα κειμένου που φέρει την υπογραφή του Εμμανουέλ Μακρόν, «Θέλω να είμαι ένας Πρόεδρος που προστατεύει, οικοδομεί, μετασχηματίζει», στο Ensemble, la France !, σε φυλλάδιο που διακινήθηκε πριν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών.
[5]Βλέπε Pierre-André Taguieff, Les Contre-réactionnaires. Le progressisme entre illusion et imposture, Παρίσι, Denoël, 2007.
[6]Βλ. Gérald Bronner, La Démocratie des crédules, Παρίσι, PUF, 2013∙ του ιδίου, « Ce n’est pas la post-vérité qui nous menace, mais l’extension de notre crédulité » (συνέντευξη στη Monique Hirschhorn), 19 Φεβρουαρίου 2017, https://theconversation.com/conversation-avec-gerald-bronner-ce-nest-pas-la-post-verite-qui-nous-menace-mais-lextension-de-notre-credulite-73089.

Pierre-André Taguieff

Φιλόσοφος και ιστορικός πολιτικών ιδεών, διευθυντής ερευνών στο CnrS, διδάσκει στο ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του:Ο ρατσισμός (1998), Παγκοσμιοποίηση και Δημοκρατία (2002), Ο μύθος των «Σοφών της Σιών» (2006),Θεωρίες συνωμοσίας (2010), Τι είναι αντι-σημιτισμός; (2011), Ο νέος εθνικολαϊκισμός (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά