ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ #14

Ένα μυθιστόρημα του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, που γράφεται και δημοσιεύεται σε συνέχειες στo Books’ Journal. Οι κεντρικοί χαρακτήρες είναι η ιστορικός Έλλη Ιωάννα Φραντζάκη που ερευνά τη Γερμανία του Αδόλφου Χίτλερ και, παραλλήλως, τη δολοφονία του Τζον Φιτζέραλντ Κέννεντυ, και ο εικαστικός Δαβίδ Φοίβος Βαλλάσης. Η εικονογράφηση, σε κάθε συνέχεια, είναι της ζωγράφου Ελεάννας Μαρτίνου.

Σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου

Δεν μπορώ να κλείσω μάτι. Νομίζω ότι εκείνη ακριβώς την στιγμή που θα κλείσουν τα μάτια μου, το μωρό θα σταματήσει να αναπνέει. Ναι, δεν το νομίζω, γίνεται. Λέγεται σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου. Μου το επιβεβαίωσε και ο παιδίατρος. Όσο περνάνε οι ώρες η κυκλοφορία στον δρόμο αραιώνει. Στις πέντε περνάει το σκουπιδιάρικο, στις έξι το λεωφορείο, στις επτά το ξυπνητήρι του Νίκου για να πάει στην δουλειά και κάπου εκεί το βασανιστήριο τελειώνει. Είναι ώρα να φάει. Στέκομαι πάνω από την κούνια και σχεδιάζω πώς θα το σηκώσω. Το πιάνω από τις μασχάλες, παλεύω μάταια να κρατήσω το κεφάλι του. Σαν μαριονέτα που πρέπει να πιάσεις σωστά τα νήματα, αλλιώς… κλαίει και συσπάται σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα. Κι όταν κλαίει, εμφανίζεται η μάνα μου. Από την κουζίνα, από το μπάνιο, από το καθιστικό. Δρασκελίζει με τα τρανταχτά πασούμια της προς το υπνοδωμάτιο. “Λάθος!”, φωνάζει και μου το αρπάζει από τα χέρια. “Τα λάθη εδώ δεν συγχωρούνται, δεν είναι παιχνίδι, είναι άνθρωπος”, ωρύεται. Μετά το σβερκώνει με άνεση και το παραχώνει ανάμεσα στη μασχάλη και το στήθος της. Το σώμα του σταματά να συσπάται και ψάχνει στα τυφλά την ρώγα στις πτυχές τις ζακέτας της. Μου κάνει νόημα να κατεβάσω το σουτιέν. Ανεβάζω μηχανικά την μπλούζα μου και βγάζω το φουσκωμένο στήθος έξω. Έτσι όπως έχει μείνει να κρέμεται έξω από τον σφιχτό στηθόδεσμο αρχίζει κι αυτό να κλαίει. Γοεροί λυγμοί από γάλα στάζουν στο πάτωμα.

Τελευταία έξοδος – Στυμφαλία: Αναγκαία και ικανή συνθήκη #14

Τρίτη, έπειτα τέταρτη. Ωραία. Θα αντισταθώ στον πειρασμό ενός ακόμη τσιγάρου. Ραδιόφωνο, το δυναμώνω.  Η βραχνή φωνή του Χάρρυ Μπελαφόντε, στο Ματίλντα. Τι ωραία – μα πώς μπορούσαμε τότε να είμαστε τόσο αγνοί; Δεν ήμασταν απλώς νέοι, νέα ήταν η κοινωνία, κι ακόμη νεότερη η συγκυρία. Το μέλλον ήταν απτό, άρα η Ιστορία είχε νόημα. Η Ματίλντα ως μυθικό γυναικείο όνομα αλλά και ως ορίζοντας των προσδοκιών μας. Τραγουδούσαμε τους στίχους στα πάρτι χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε τα λόγια, αλλά αυτό δεν είχε  σημασία αφού οι ήχοι στο στόμα μας αποκτούσαν νόημα – γινόντουσαν λέξεις του δικού μας ιδιώματος. Δύσκολο ακούστηκε όλο τούτο. Κάποια στιγμή θα το αναδιατυπώσω.
Δεκ 01 2013
Δημοσιεύθηκε στο Τεύχος 38

Πόρνες στη Γαλλία

LaureAdler, Η καθημερινή ζωή στους οίκους ανοχής της Γαλλίας (1830-1930), μετάφραση: Αναστασία Μεθενίτη, Παπαδήμα, Αθήνα 2000, 247 σελ. Προς αυτό το κόκκινο φανάρι κι αυτόν τον αδιάκριτο αριθμό Μέσα στη νύχτα των κάτω συνοικιών Όπου οι νεαροί σοσιαλιστές Μιλούν με ευχέρεια για έναν ζαλισμένο τύπο Σ’ ένα βρομερό ρινγκ, ανάμεσα σε τερπνά σκουπίδια Είναι απαραίτητο, αν η μοίρα μας πρέπει να πραγματοποιηθεί Σύμφωνα με τον έξυπνο ρυθμό που τα βιβλία μας της επιβάλλουν, Να αναζητήσουμε άλλα φώτα από εκείνα του Ηλίου και της Σελήνης Βόρεια φώτα για διαμέρισμα καλά περιορισμένο. Εκεί, ανάμεσα στα κορίτσια ενός ευχάριστου διανοητικού εμπορίου Με το παντελόνι γυρισμένο πάνω στις μεταξωτές κάλτσες, Θ’ ακούσουμε, με ευχαρίστηση που ανανεώνεται, Το μπάντζο που περνάει Και το βιολί του συντρόφου του να γεμίζουν την κόκκινη αίθουσα Ενός «Οίκου» που δεν υπάρχει: Ένας οίκος ευχαρίστησης τελείως φανταστικός, Αυτός που καθένας από εμάς έχει στο εύθραυστο κεφάλι του. Και που μια ημέρα θα διαπιστώσουμε πλήρως τα τρομακτικά του αποτελέσματα. Pierre Mac Orlan, L’ Inflation sentimentale