Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016

Είναι ανέκδοτο; Μπορεί. Μπορεί και όχι. Από την άλλη, ζούμε όλοι σαν κομπάρσοι ενός κακά αφηγημένου ανεκδότου, που ούτε γέλιο προκαλεί, ούτε καν ένα ανασήκωμα των ώμων. Δεν προκαλεί τίποτε. Ούτε καν οργή. Τίποτα. Για να εξηγηθώ: Ανακοινώθηκε εχθές η πρωτοβουλία της Chipita να προσφέρει κρουασάν Moltoστους πρόσφυγες μέσω του Ερυθρού Σταυρού και ομάδων εθελοντών. Πολλά κρουασάν: ένα εκατομμύριο. (Η λιανική αξία ενός τεμαχίου κυμαίνεται από 0,84 έως 0,96 ευρώ — πρόκειται για κολοσσιαία προσφορά). Πολλοί, υποθέτω, διακινήσαμε την είδηση. Εγώ, και άλλοι που γνωρίζω, το κάναμε. Και είχαμε πολλές και ποικίλες αντιδράσεις. Θετικές ως επί το πλείστον. Αλλά και πολλές αρνητικές. Ναι! Θα σταθώ σε μερικές μόνο από αυτές τις τελευταίες: «Η φιλανθρωπία θέλει γεμάτες τσέπες». «Θα αυξηθεί, επομένως, η τιμή του κρουασάν στα σουπερμάρκετ». «Αφού δεν έχουνε ψωμί, ας χορτάσουν με κρουασάν». «Ο Θεοδωρόπουλος το κάνει για να γλιτώσει ΦΠΑ». Και πολλά τέτοια παρόμοια. Πολλά.Όμως διάβασα κι αυτό, επίσης σαν σχόλιο στη Σελίδα μου: «Ελεγχόμενη η ημερομηνία λήξης;» Κι εκεί πραγματικά έμεινα. Ενεός. Σέκος. Ανίκανος να αντιδράσω. Πάγωσα. Μυρμήγκιασα. Δηλαδή, κάποιος πιστεύει στ’ αλήθεια πως η Chipita έχει ένα εκατομμύριο κρουασάν στα κελάρια της, παλιά, μαραγκιασμένα, σαφρακιασμένα, και δεν ξέρει τι να τα κάνει, και της πιάνουν τον τόπο, και αποφάσισε να τα ξεφορτωθεί πασάροντάς τα στους πρόσφυγες. Το ξαναλέω: κάποιος πιστεύει πως η Chipita έχει μια αποθήκη που χωράει ένα στόλο νταλίκες, γεμάτη με ένα εκατομμύριο ληγμένα κρουασάν! [§] Δεν είμαστε καν κακό ανέκδοτο. Είμαστε τα εθνίκια που πάνε να τα πουν στους κακούς ξένους στη Eurovision. Είμαστε αυτό το κοπριταριό. Τετέλεσται.

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

Γύρω από το Προσφυγικό μπορούμε να συζητάμε επί ώρες, επί ημέρες, για όλη μας τη ζωή: είναι άλλωστε ένα θέμα που μόλις τώρα καταλάβαμε (κάπως: τόσο δα) ότι υφίσταται. Μάλιστα, δεν έχουμε καταλάβει ακόμη, και θα αργήσουμε πολύ ακόμη να συνειδητοποιήσουμε, ότι είναι ένα θέμα με το οποίο θα ζουν οι δυτικές κοινωνίες από τώρα και στο εξής διαρκώς. Η νέα μεγάλη Εποχή των Μεταναστεύσεων (η προσφυγιά, θυμίζω είναι κι αυτή μετανάστευση) έχει ελάχιστο καιρό που άρχισε — και δεν θα τελειώσει πριν από δυο-τρεις γενιές. Μπορούμε λοιπόν να συζητάμε γι’ αυτήν όσο θέλουμε, όπως επίσης (και κυρίως) μπορούμε να λυπόμαστε γι’ αυτήν, ειδικά αν είμαστε αριστεροί, γιατί οι αριστεροί λυπούνται καλύτερα από κάθε άλλον, πιο αποτελεσματικά και με πιο πικρά δάκρυα: για τους ανθρώπους που ξεριζώθηκαν και που κοιμούνται αγκαλιασμένοι με τις λάσπες. Ειδικά δε αν είμαστε αριστεροί, κι έχουμε πιο πικρά δάκρυα να χύσουμε στα μάγουλά μας και να στάζουν από το πιγούνι μας πάνω στις λάσπες, μπορούμε να ζούμε μ’ αυτό — να ζούμε με τη δυστυχία και διά της δυστυχίας. Είναι ωραία τα δάκρυά μας, και είναι ωραία η λάσπη της Ειδομένης. Όσο πιο πολλή η λάσπη, τόσο πιο καλά, τόσο πιο καυτά, τόσο πιο όμορφα τα δάκρυά μας. Και τόσο πιο μεγάλη  η οργή μας για το Κακό Σύστημα. [§] Η εγκληματική κυβέρνηση των αγραμμάτων και ανεχόρταγων κομισαρίων πρέπει να γκρεμιστεί, όχι μόνο για να μπουν σε μια ανθρωπιστική τροχιά τα θέματα που καίνε Έλληνες και μη, αλλά μπας και σωθούν, επίσης, κάποια προσχήματα για τις επόμενες φουρνιές αριστερών που, βεβαίως, θα θέλουν κι αυτοί να κλάψουν στην ώρα τους.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Επειδή δεν είναι απαραίτητο, είναι λούσο, το βιβλίο ήταν πάντα μια καλή πυξίδα της Κρίσης. Περί τα δέκα χρόνια από σήμερα, είχε ήδη πάρει να ματώνει και να κατρακυλάει: μέσα στην έξαρση, και λίγο πριν το τέλος, μιας άφρονος περιόδου πολύ χαμηλού επιπέδου καταναλωτισμού, κανείς δεν ενδιαφερόταν για τα βιβλία, πέρα από μια δράκα γραφικούς — τα τιράζ μειώθηκαν μέσα σε δυο-τρεις σεζόν από τις 2.000 και τις 3.000 και τις 4.000 σε 500 αντίτυπα το πολύ, μία πτώση που δεν θα τη δεις σε κανένα άλλο καταναλωτικό προϊόν ποτέ, όσο και να ψάξεις. Παράλληλα, στην Ελλάδα χάσαμε όλες τις παιδικές-εφηβικές κατηγορίες αναγνωστών. Το βλέπαμε να συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας και δεν το πιστεύαμε, ήταν τρομακτικό — σαν να ζεις μέσα σε ένα σπλάτερ φιλμ. Και, ξαναθυμίζω, μιλώ για μια εποχή κατά την οποία υπήρχαν πολλά λεφτά στις τσέπες όλων. Μας αρέσει δεν μας αρέσει, το θεωρούμε ή όχι γλυκουλιά, έτσι είναι: η οιονομική κρίση ήταν στην αρχή της «αξιακή». Έτσι άρχισαν όλα. Εν πάση περιπτώσει, και παρά τις όποιες απώλειες, η αγορά εντέλει δεν κατέρρευσε, αν και οι άνθρωποι που δουλεύουν στις εκδόσεις έχασαν πάνω από το 50% των εισοδημάτων τους την τελευταία πενταετία. (Το ’χω ξαναπεί: έλαβα, μαζί με όλους τους άλλους παραλήπτες, το κοινό μέιλ ενός πολύ μεγάλου εκδοτικού που πολύ ευγενικά, και φυσικά ψυχρά, ζητούσε να μάθει εάν δεχόμασταν να μειώσουμε τις αποδοχές μας κατά το εν τρίτον, στις 10:15 ένα πρωί — η μονολεκτική απάντησή μου είχε την ίδια ακριβώς ώρα αποστολής: 10:15. Δεν υπήρχε περιθώριο διαπραγμάτευσης, δεν σε έπαιρνε να το σκεφτείς ή να το διαπραγματευτείς, έτσι και ήθελες να συνεχίσεις να δουλεύεις στον τομέα). Η αγορά στηρίχτηκε από όλους μας, και, παραδόξως θα έλεγε κάποιος, εξακολουθούν σήμερα να εκδίδονται πολλά (για τα δεδομένα μιας χρεοκοπημένης χώρας) και καλά βιβλία, σε μία απέλπιδα προσπάθεια των εκδοτών να παίξουν το τελευταίο τους χαρτί (όλοι έχουν χρέη, και από κάπου πρέπει να πιαστούν). Θα πιάσει όλο αυτό; Όχι, δεν θα πιάσει. Η αγορά θα εξακολουθεί να φθίνει και να συρρικνώνεται, και πολλά μεγάλα μαγαζιά θα κλείσουν. Αν, δε, φτάσουμε τον Ιούνιο να μιλάμε πάλι για Grexit (και όλα δείχνουν πως δεν θα το αποφύγουμε), όλο το κινηματογραφικό σκηνικό των ελληνικών εκδόσεων θα καταρρεύσει μέσα σε μία ημέρα. Χθες μόλις, για να κλείσω αυτό το σημείωμα, έμεινα έντρομος να κοιτώ τον τοίχο επί ώρα (το κάνω όλο και πιο συχνά αυτό: είναι ο τρόπος μου για να μη γίνομαι βίαιος), όταν ένας πολύ γνωστός εκδότης μού ανακοίνωσε ότι έπαψε να κάνει «δωροθεσίες» στις εκπομπές του ραδιοφώνου (μέχρι νεωτέρας, ή: «Για όλο το 2016», όπως μού είπε χαρακτηριστικά). Οι δωροθεσίες είναι το πιο φτηνό προωθητικό μέσο για το βιβλίο (μαζί με την αποστολή, κοστίζει στον εκδότη κάπου 10 ευρώ μάξιμουμ ανά τίτλο, και πολλά λέω), και μάλιστα αυτό που φέρνει πολλαπλάσια τα λεφτά του: αποδίδει όσο τίποτε άλλο! Και όμως. Δεν υπάρχουν αυτά τα 10 ευρώ για διαφήμιση. Και, ξαναλέω, μιλώ για ένα μεγάλο εκδότη, που τα βιβλία του δεν λείπουν ποτέ από τις λίστες των ευπωλήτων. [§] Δεν ξέρω αν γίνομαι σαφής.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Η μια γιαγιά μου, η Μαρία, έμεινε σαράντα χρόνια στη Γερμανία, δούλευε εκεί και ζύμωνε και έψηνε τυρόπιτες κουρού, άνοιγε φύλλο κάθε μέρα, πολλά φύλλα δηλαδή, όλη μέρα ήταν μες στο αλεύρι, και προσπαθούσε να κλέψει και λίγο στη φέτα για να φτουρήσει, καναδυό τυρόπιτες δεν είχαν τη σωστή γέμιση μέσα, έμεινε πολύ μικρή χήρα και δεν ξαναπαντρεύτηκε ποτέ, η μαμά της ήταν Βουλγάρα και είχε πολύ λευκό δέρμα, σλάβικο, το πρόσωπό της ήταν άσπρο κάτασπρο σαν το πανί και φορούσε πάντα μαύρες ρόμπες και μαύρα φουστάνια και τσεμπέρι, και τα καλοκαίρια γκρίζα ρούχα, δροσερά, για τη ζέστη. Τη βλέπαμε όταν έρχονταν από το Λούντενσαϊντ με τους θείους μου, δύο χιλιάδες χιλιόμετρα με το Ford, για τα μπάνια, και όλη μέρα μάς μαγείρευε, πατάτες τηγανητές και καλαμαράκια τηγανητά και ρυζόπιτες. Η ρυζόπιτα είναι στριφογυριστή πίτα, σαν σαλιγκάρι, και στο τέλος την περιχύνεις με σιρόπι. [§] Η άλλη γιαγιά μου, η Βέτα, είχε έρθει επίσης από τη Θράκη, μελαχρινή όμως αυτή, νοίκιαζε στις Συκιές, στο Τσινάρι, και ο ένας τοίχος του σπιτιού, στην κουζίνα, ήτανε Κάστρο, και η γιαγιά έκρυβε την υγρασία και τα νερά που τρέχανε εκεί, αρχαία νερά, με μια πάντα, και είχε και μια παγονιέρα, και ένα φανάρι, και ένα μεγάλο ράδιο Telefunken που έγραφε τις μεγάλες πρωτεύουσες του κόσμου στην μπάρα με τις συχνότητες: Istanbul, London, Paris, Berlin, Athens, New York, Cairo. Ήταν της εκκλησίας, θυμόταν καλά τα τουρκικά και τα γαλλικά της, είχε διδάξει μικρή στο σχολαρχείο αλλά ήταν καπνεργάτρια κυρίως, και μου ’μαθε να λέω το φλιτζάνι. Μου άρεσε να πηγαίνω στο σπίτι της, είχε και μια αυλή, και καπνίζαμε μαζί χωρίς να μιλάμε, και μόλο που δεν έπινα τον καφέ μου με ζάχαρη, μου τον έκανε πάντα σιρόπι τον τούρκικο και μου άρεζε.