Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να δεις ένα ματς της ομάδας σου από το γήπεδο. Μπορείς να πας στο πέταλο, ή μάλλον στα πέταλα, είτε στο ένα των σκληροπυρηνικών, είτε στο άλλο των επίσης ορκισμένων αλλά πιο λάιτ και πιο πάτσγουορκ. Μπορείς να πας στη μεγάλη θύρα που προτιμούν οι μπαλαδόφατσες, οι προπονητές της κερκίδας και οι οικογενειάρχες: αυτήν που δείχνει η κάμερα. Μπορείς να πας, φυσικά, στα Επίσημα, απέναντι από την κερκίδα που δείχνει η κάμερα, πολύ κοντά συνήθως στον πάγκο των φιλοξενουμένων (για να τον βαράς και να τους τρομάζεις), που είναι και στεγασμένη, οπότε δεν βρέχεσαι. Κάποιοι, πάλι, επιλέγουν τις σουίτες. Γιατί μπορούν. Και κάποιοι άλλοι παρακολουθούν τον αγών από το μπαρ με τις τηλεοράσεις. Μη σας ξενίζει: αν πας σε δυο-τρία ματς και κάτσεις στο μπαρ, παρακολουθώντας με το ένα μάτι τα ριπλέι στις μεγάλες οθόνες και με το άλλο τη ζωντανή δράση στο γήπεδο από κάτω σου (έστω και με ένα-δύο δευτερόλεπτα χρονοκαθυστέρηση), δεν σου πολυκάνει καρδιά για λίγο καιρό να ξαναβγείς στην κερκίδα. Κάθεσαι στο πάσο, στο ωραίο σκαμπό σου, με το ουίσκι σου, σε άψογη θερμοκρασία, τσιμπολογάς και κάτι, βρίζεις εξίσου και μάλιστα σε κλειστό χώρο, κάτι που μόνο στα όνειρά του κάνει κανείς, βλέπεις καθαρά τις αμφισβητούμενες φάσεις στην τηλεόραση, έχεις και τις τουαλέτες δικές σου και με χωρίς ουρά έτσι και επιλέξεις μπίρες αντί για ποτό. Κάπως έτσι πάει και με την πολιτική, φυσικά. Μπορείς να είσαι στο πέταλο των οργανωμένων, να πανηγυρίζεις ό,τι και να γίνει, χάνεις-κερδίζεις, να ζεις από και για την ομάδα, να πέφτεις κατηγορίες και να μη σε μέλλει, να βγάζεις τη φανέλα σου και να ανεβαίνεις στα κάγκελα υπό βροχήν ακόμα κι όταν ο αντίπαλος σε έχει κατατροπώσει: ΣΥΡΙΖΑ, Ρόζα, συνιστώσες, τέτοιοι. Παίρνεις και το χαρτζιλίκι σου από τον πρόεδρο. Μια χαρά. Μπορείς να τη βγάλεις στο απέναντι πέταλο, όρθιος πάνω στο καρεκλάκι σου, πάλι ελαφρώς μεθυσμένος, να τραγουδάς ό,τι και να γίνεται στο χόρτο, αλλά έχοντας και μια κόντρα με την ΠΑΕ και τη Διοίκησή της, στηρίζοντας μεν αλλά κρατώντας και μια άλφα απόσταση, μη σε πουν και κολλητό του προέδρου όπως τους απέναντι, ενώ μπορείς επίσης να συγχρωτιστείς και με ομάδες (λίγο παράκεντρα αυτές) παλιών οπαδών που πάνε στα ματς πιο πολύ από συνήθεια, βαριεστημένοι και μη συμμετέχοντες, κριτικοί και είρωνες, μουτρωμένοι και βαρείς: ΑΝΕΛ οι μεν και ΚΚΕ οι δε, σαν να λέμε, και κάποιες φράξιες ΑΝΤΑΡΣΥΑ και μ-λ, κάποιοι αχαχούχα Οικολόγοι, τέτοιοι. Στη μεγάλη κλιν κερκίδα, αυτήν που βλέπει η κάμερα, κάθεται και κριτικάρει και ψειρίζει όλες τις φάσεις (και μάλιστα κάνοντας σε όλες λάθος ανάγνωση) η μεγάλη πλειοψηφία, η Κοινή Γνώμη, οι μετακινούμενες μάζες ψηφοφόρων που σήμερα ψηφίζουν ομοθυμαδόν ΠΑΣΟΚ, αύριο ΣΥΡΙΖΑ, κάποιοι θα το ρίξουν στις επόμενες στον Λεβέντη ή στα ζώα τους Χρυσαυγίτες γιατί «όλοι ίδιοι είναι» και τέτοια: αυτοί που επηρεάζουν όλες τις ψηφοφορίες και ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, οι απολιτίκ — αυτοί για τους οποίους γράφονται οι πρωτοσέλιδοι τίτλοι, γίνονται τα τοκ-σόου, χρηματοδοτούνται οι δημοσκοπήσεις κλπ. Αυτοί που δεν θέλουν να πληρώσουν ΕΝΦΙΑ γιατί έτσι. Στα Επίσημα είναι οι πολιτικοποιημένοι και σίγουροι, από ΚΚΕ Εσωτερικού μέχρι Λαϊκή Δεξιά, όλα μέσα, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Σταύρος, τα πάντα, ανακατεμένοι αναμετάξυ τους, σε παρέες-παρέες με ομαδικά Διαρκείας, δίπλα, μάλιστα, στα Δημοσιογραφικά, από τα οποία και παίρνουν πληροφορίες κλπ., αντίπαλοι με τον αντίπαλο και αντίπαλοι μεταξύ τους και αντίπαλοι και με τα πέταλα, αν και μερικοί λαχταράνε να πάνε εκεί, ειδικά όταν οι πιτσιρικάδες ανάβουν φιτίλια και καπνογόνα και κάνουν καλή φασαρία. Στις σουίτες μά τον Θεό δεν ξέρω ποιοι είναι, δεν τους έχω δει, τίποτε καναλάρχες και εκδότες και φραγκάτοι, υποθέτω, μπορεί και παπάδες, που ενισχύουν την εκάστοτε κυβέρνηση (οι σουίτες είναι ακριβές) γιατί θέλουν να μπουν στη Διοίκηση στην επόμενη σεζόν και να κάνουν το δικό τους παιχνίδι. Εγώ πάλι, αν με ρωτήσεις, θα ’θελα να ’βλεπα τα ματς από το μπαρ: δηλαδή από το εξωτερικό. Κατά προτίμηση από τη Νέα Υόρκη, ή άντε από καμιά Τσεχία. Αλλά όχι πια από το γήπεδο. Βαρέθηκα, κουράστηκα, σιχάθηκα. [§] Αλλά ώς τότε θα παραμείνω στα Επίσημα, κι ό,τι γίνει.

Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Αν τα social media δίνουν πράγματι μια κάποια εικόνα αυτού που συμβαίνει στην κοινωνία γενικώς, τότε είναι ηλίου φαεινότερον πως τα τελευταία εικοσιτετράωρα η Ειδομένη δεν υπάρχει: οι πρόσφυγες έφυγαν, πέρασαν τον χείμαρρο, συνελήφθησαν από τις Αρχές των απέναντι μη κατονομαζομένων, επαναπροωθήθηκαν σε μας, εμείς δεν τους είδαμε, δεν τους ξέραμε, μας πίεσαν να τους πάρουμε πίσω, δεν τους δεχτήκαμε, δεν μάθαμε ακριβώς τι έγινε με δαύτους — εν πάση περιπτώσει, αυτοί οι άνθρωποι χάθηκαν, κι εδώ που τα λέμε ίσως να μην υπήρξαν και ποτέ. (Και ήταν σαφώς και ενοχλητικοί. Και βάρος: δεν μας πλήρωσαν για να τους συντρέξουμε). Οι πρόσφυγες υπάρχουν μόνο όταν τους βλέπουμε μέσω του φακού της κάμερας, φέρ’ ειπείν όταν βγάζουν σέλφι με ειδικούς απεσταλμένους τού ΟΗΕ ή της UNESCO. Ποτέ άλλοτε. Δεν υπάρχει ξεριζωμός, δεν υπάρχουν ανάγκες, δεν υπάρχουν προσωπικές ιστορίες: υπάρχει μόνο μία είδηση για τους πρόσφυγες, όχι οι πρόσφυγες καθαυτοί. Όλα καλά, βέβαια — ζούσαμε και πριν από τους πρόσφυγες με προβλήματα, δεν χρειαζόμασταν και τα δικά τους. Τώρα δα μάλιστα το περιβάλλον άλλαξε άρδην, όλοι συζητάμε για το Μακεδονικό και για την κυβερνητική σκακιέρα: τι ντοκουμέντα κρατά ο Καμμένος; είναι αλήθεια πως τους βαστάει; θα μπουν στην κυβέρνηση, και με ποιους όρους, η Φώφη και ο Σταύρος; μήπως ήρθε και η ώρα του Λεβέντη να πάρει κανένα υπουργείο; θα γίνει το Σαββατοκύριακο ένας απλός ανασχηματισμός και όλα θα συνεχίσουν την πορεία τους κανονικά; και, εν πάση περιπτώσει, γιατί να τη λέμε έτσι και όχι αλλιώς την πΓΔΜ; τι άνθρωποι κι αυτοί, ε; σλαβικός αλυτρωτισμός: μη σου τύχει — άσε δε που παραχαράσσουν την ιστορία, οι φυλές αυτές ήρθαν χίλια χρόνια μετά στην περιοχή, ρε συ, ποιο Μεγαλέξανδρο θέλουν να οικειοποιηθούν, χαζοί είναι; [§] Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχουν πρόσφυγες. Υπάρχουν συναντήσεις με αρμοδίους. Όλα πάνε καλά. Όλα πάνε καλά στη χώρα που την κυβερνά η Πλατεία, και που είναι μια Πλατεία όλη. Ο Μιχαλολιάκος έρχεται.

Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

«Είμαστε Έλληνες αριστεροί. Μαρξιστές-λενινιστές. Σαφή πολιτικό στόχο έχουμε την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, των αντιλαϊκών κυβερνήσεων και του κεφάλαιου σε ΕΕ, Λατινική Αμερική, Ασία, Άπω Ανατολή και αλλού, με άξονα και πυρήνα την Ελλάδα του αγώνα και της θυσίας — την κατάργηση των  καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και των αντιδραστικών πυρήνων παντού, με μπροστάρη τον αδούλωτο ελληνικό Λαό — την ήττα και την ανατροπή της άρχουσας τάξης και του διεθνοκαπιταλιστικοϊμπεριαλιστικού μπλοκ σαν διαρκή επιδίωξη αξιοπρέπειας του ελληνικού Έθνους, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για μια κοινωνία όπου ο πλούτος και η εξουσία θα είναι σταθερά στα χέρια του μετώπου των εργαζομένων και του λαϊκού αγωνιστικού κινήματος και θα μοιράζονται στον καθένα ανάλογα με τις υπηρεσίες του και τη δουλιά του. Όπλα μας, ό,τι διαθέτει το απλόχερο σήμερα. Η πίεση της Χώρας στην ΕΕ είναι βέλος στη φαρέτρα μας και θα τη σφυροκοπάμε με αυτό όπου τη βρούμε. Κανείς Ευρωπαίος ηγέτης, κανείς Ευρωπαίος καπιταλιστής κανένας δανειστής και κανένα τσιράκι τους δεν πρέπει να κοιμάται ήσυχος. Η αίσθηση των κλειστών συνόρων που θα τους οδηγεί σε γαλήνιο ύπνο είναι έξω από τις στοχεύσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης. Κανείς δεν θα κοιμάται αμέριμνος όσο πολεμάμε τον καπιταλισμό με κάθε μέσο, με αρχική στόχευση την αξιολόγηση από τους θεσμούς. Η ταλαιπωρία των αθώων στα στρατόπεδα του εχθρού, στις Ειδομένες του καημού, λίπασμα στον αγώνα όπου διατηρούμαστε στοχοπροσηλωμένοι. Κι αν έχουμε και νεκρούς πρόσφυγες στην πορεία του αγώνα, στ’ αρχίδια μας».

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Δύο ιστορίες με τον Αρσέν, η μία με κάποιους Έλληνες, η άλλη με μια ξένη. [§] Στη Σελίδα του, που απευθύνεται κυρίως σε παιδιά, σε γονείς μικρών παιδιών και σε ανθρώπους που αγαπούν τα κατοικίδια, 6.000 άνθρωποι που διασκεδάζουν και γελάνε με τα καμώματά του —και που έχουν συστήσει, πάρα πολλοί από αυτούς, και μία μεγάλη παρέα, πράγμα καταπληκτικό— αφήνουν, άλλος λίγο άλλος πολύ, ωραία σχόλια κάτω από τα στάτους, χιουμοριστικά, πνευματώδη ή απλώς αγαπησιάρικα. Ένα κι ένα. Κατά καιρούς υπάρχουν και εξαιρέσεις, μάλλον γραφικές, από ανθρώπους με λίγο σκοτεινές ψυχοσυνθέσεις, που πετάνε ακατανόητα πράγματα περί φιλοζώων κλπ., αλλά δεν πειράζει. Αλλά εχθές, όταν ο Αρσέν ανέβασε μία φωτογραφία αγκαλιά με τον Μπουτάρη, που τυχαίνει να είναι και γείτονας, είχαμε μπαράζ επιθέσεων και (κλασικής) κοπρολαλίας. Φαντάζεται κανείς το περιεχόμενο του βόθρου: «αυτος δεν είνε δημαρχος τουρκοσπορος είνε μπεκρης ουστ ρουφα τα ουισκια σου σκατα στο ταφω σου αλήτη μπινέ βρωμοεβρεε» και πολλά τέτοια. Πολλά τέτοια, σε μία παιδική Σελίδα, στο Facebook. Που, αν μη τι άλλο, εμφανίζεται στην timelineσου αν της έχεις κάνει like, αν επέλεξες να τη βλέπεις — πράγμα που μας θυμίζει ότι το να είσαι φιλόζωος δεν αποκλείει το να είσαι και ζώον. Εν πάση περιπτώσει, καθόμασταν από πάνω όλη τη μέρα, λες και δεν είχαμε δουλειά άλλη, για να εντοπίζουμε και να σβήνουμε τις πυώδεις ασυναρτησίες των ανθυποκάφρων, να μην τις βλέπουν οι φυσιολογικοί φίλοι της Σελίδας και στενοχωριούνται. Αυτή είναι η μία ιστορία. Κι αυτή είναι η άλλη: [§] Ο Αρσέν δεν είναι πολύ κοινωνικός, αν και ενδεχομένως θέλει να γίνει. Είναι λιγάκι δειλός, και πολύ ντροπαλός, και προσπαθούμε όσο γίνεται να βλέπει άλλα σκυλιά, να μυρίζονται κλπ., μπας και κοινωνικοποιηθεί κι αυτός κάποια φορά, πράγμα λογικά καλό για τον ίδιο. Έτσι, όποιο σκυλί βλέπουμε, και απέναντι να είναι, περνάμε τον δρόμο και το πλησιάζουμε. Αν γαβγίσει, ο Αρσέν υποχωρεί και συνεχίζει τον δρόμο του, δήθεν ότι δεν συνέβη και τίποτα, όλα καλά, οπότε συνεχίζουμε αμέριμνοι την περιπολία μας στη γειτονιά να ελέγξουμε εάν όλα βαίνουν καλώς. Αν τυχόν, πάλι, του «επιτεθεί» με αγάπη και με όρεξη για παιχνίδια, ο Αρσέν πάλι υποχωρεί — δεν του αρέσουν οι διαχύσεις, προτιμά την ψιλή κουβέντα. Και φοβάται μη φάει καμία από καμιά χοντρή πατούσα. Αν πάλι είναι και ο άλλος φοβητσιάρης, ανταλλάσσουν για λίγο τους φόβους και την αμηχανία τους, κυρίως κολλώντας —για μερικά δευτερόλεπτα, και πολύ λέω— τις μύτες τους. Είδαμε λοιπόν χθες ένα καινούριο σκυλί στη γειτονιά, ένα από αυτά τα κοντοστούπικα με τα πολλά μαλλιά — δεν ξέρω τις ράτσες. Χαριτωμένο ήταν. Το έβγαζε βόλτα μία γυναίκα γύρω στα εξήντα με εξήντα πέντε, ωραία πολύ και χαμογελαστή, καλοκαμωμένη και με όρεξη. Το μαλλιαρό σκυλί αποδείχτηκε φοβητσιάρικο, οπότε ταίριαξαν τα χνότα του με τον Αρσέν. Με ρώτησε πώς τον λένε, και είχε ξενική προφορά, βαριά κάπως και περίεργη. Μόνο τότε πρόσεξα και τα χαρακτηριστικά της, που έδειχναν Ανατολή — δεν ξέρω ποια Ανατολή βέβαια, αλλά μέσα μου σχηματίστηκε η (παλιά, δυστυχώς) λέξη Περσία. «Αρσέν», της είπα. «Α!» έκανε. «Αρσέν Λουπέν;» «Ε ναι», είπα, «ναι, επιτέλους! Οι περισσότεροι νομίζουν πως τον λένε “Αρσένη”, και δεν καταλαβαίνουν τι τους λέω ακόμη και όταν τούς διορθώνω. Συνεχίζουν να τον φωνάζουν “Αρσένη”. Για όνομα του Θεού». Η Περσίδα γέλασε. Δεν φορούσε ωραία ρούχα, πρόσεξα τότε, αλλά τα φορούσε πολύ ωραία. «Κι όμως ήταν πολύ καλός λαϊκός συγγραφέας ο Leblanc», μου είπε, διαλέγοντας αργά-αργά και προσεκτικά τις λέξεις, και καταχάρηκα. «Ναι», της είπα, «ωραίες εποχές. Το δικό σας; Πώς το λένε;» Εκείνη τη στιγμή τα δυο δειλά σκυλάκια ξεκολλούσαν τις μύτες τους και οπισθοχωρούσαν το καθένα στα πόδια μας. «Maya», μου είπε η ωραία κυρία. «Μάγια! Ωραίο! Από τη Μάγια τη Μέλισσα;» «Από τη Maya Angelou».