Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Έφτασε στο τέλος της η στήλη: αύριο θα κάνουμε ένα μικρό απολογισμό και μεθαύριο, στο κλείσιμο του ενός χρόνου που λέμε μαζί καλημέρα, θα πούμε αντίο. Δεν έχουμε κι εμείς να πούμε κάτι σημαντικό, πλέουμε σαν όλους τούς άλλους σ’ αυτή την κατατονική θάλασσα της άνευ όρων παράδοσης, όπου τίποτε δεν γίνεται και τίποτε, ποτέ, δεν αλλάζει. Και ούτε θέλει να αλλάξει. Και ούτε θέλουμε να αλλάξει. Φαντάσου, λέει, να ’ταν και καλοκαίρι — θα δείχναμε στα πρωτοσέλιδά μας τους πρόσφυγες να κάνουν μπάνιο δίπλα σε μας, θα ήμασταν όλοι με το χαμόγελο, κι εμείς κι αυτοί, από το στόμα μας θα έσταζαν οι χυμοί του καρπουζιού, και δεν θα δίναμε σημασία στα πτώματα που θα τουμπάνιαζαν παραδίπλα. Ίσως άλλωστε να χαμογελούσαν κι αυτά. Φαντάσου, λέει, να ’ταν καλοκαίρι, τότε που δεν θέλεις τίποτε άλλο, παρά μόνο να ρουφάς τον καφέ σου, να ξεφυλλίζεις την αθλητική σου ή το αστυνομικό σου, να περιφέρεσαι ανάμεσα ψυγείο και καθιστικό, να ρυθμίζεις όλο και πιο κάτω το κλιματιστικό, όλο και πιο κάτω το κλιματιστικό, να γλιστράς το χέρι μέσα από το σλιπάκι και να χαζολογάς αποκαρωμένος στην τηλεόραση. Είμαστε το Μεξικό των ωραίων Βαλκανίων. Αλλά: ιδού ο Απριλομάης έφτασε, μας χτυπά την πόρτα, έχουμε και το Πάσχα, νά σου και η μεταφερόμενη Πρωτομαγιά, στο βάθος νά τες και οι άδειες, ηχούν και οι δοξαστικές σάλπιγγες κατά της διαπλοκής και της διαφθοράς, και όλα πάνε καλά. Κι ας μην έχουμε θέμα, κι ας μην έχουμε να πούμε κάτι σημαντικό, κι ας πλέουμε σαν όλους τούς άλλους, κι εμείς, κι εσύ, σ’ αυτή την κατατονική θάλασσα της άνευ όρων παράδοσης. Είναι μια θάλασσα καλοκαιρινή, και βέβαια αυτή τη θάλασσα κανείς —ακόμη— δεν μπορεί να μας την κλέψει. Έφτασε και η ώρα που θα πούμε αντίο.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Δύο περιστατικά από το Inbox, πρωινά. [§] Μια παλιά βουδιστική παραβολή μιλά για τον ελέφαντα και τους αόμματους· θα την ξέρετε. Είχαν οδηγήσει, λέει, μία ομάδα τυφλών που δεν είχαν ξανακούσει για αυτό το ζώο κοντά σε έναν εξημερωμένο γίγαντα, δεμένο με αλυσίδα και χαλκά, και τους είπαν να τον περιγράψουν. Πήγαν λοιπόν οι τυφλοί κοντά στον ελέφαντα, τον ακούμπησαν, τον ψηλάφισαν, και μετά είπε ο πρώτος, που είχε πιάσει το πόδι του: «Ο ελέφαντας είναι σαν δέντρο μεγάλο και ισχυρό», και ο δεύτερος, που είχε πιάσει το αυτί του: «Ο ελέφαντας είναι σαν το πανί της βάρκας στον ποταμό», και ο τρίτος, που είχε πιάσει την ουρά του, «Ο ελέφαντας είναι σαν το καμτσίκι που έχουμε για να διώχνουμε τη μύγα», και ο τέταρτος, που είχε πιάσει την προβοσκίδα του: «Ο ελέφαντας είναι σαν το μεγάλο φίδι στο δάσος», και ο πέμπτος, που είχε πιάσει το δόντι του, «Ο ελέφαντας είναι σαν πέτρα που τη λείανε ο καιρός, και σαν το φίλντισι που έχουν οι μάστορες και φτιάχνουν ωραία τεχνουργήματα». Τα σκεφτόμασταν αυτά με ένα φίλο συζητώντας λιγάκι στα μηνύματα για την Αριστερά στην Ελλάδα, και τι σημαίνει για όλους αυτούς (τους πάρα πολλούς) που είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κοντά της: διαφορετικά πράγματα για τον καθένα, ασφαλώς. Και βέβαια μας έπιασε απελπισία, και αλλάξαμε θέμα, και ούτε που σκεφτήκαμε στο τέλος να πούμε πως ο ελέφαντας είναι εκείνο το θηριώδες ζώο που κάποιοι έχουν δεμένο με αλυσίδα και χαλκά. [§] Cosplayείναι το μασκάρεμα των φανατικών των κόμιξ σε ήρωες, υπερήρωες επί το πλείστον, και συνήθως λαμβάνει χώρα στις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, όπως η περίφημη Comic-Con, όπου η ατμόσφαιρα θυμίζει ζωντανό πίνακα γεμάτο δεκάδες ρέπλικες από Σπάιντερμαν και Σούπερμαν και Μπάτμαν και Γουόντερ Γούμαν και από χίλιους δυο άλλους χαρακτήρες, από άντρες και γυναίκες που κυκλοφορούν μακιγιαρισμένοι στους διαδρόμους και στα περίπτερα των εκδοτών και των στούντιο με τις συχνά αυτοσχέδιες στολές τους και τα λογής-λογής παραφερνάλιά τους, «όπλα» και τα λοιπά, και περνούν καλά και φωτογραφίζονται. Μια τέτοια γίνεται αυτές τις μέρες στο Λος Άντζελες. Και βέβαια ελάχιστοι μοιάζουν στους υπερήρωες που μιμούνται, και όχι μόνο επειδή οι στολές τους είναι φτιαγμένες στο χέρι ή αγορασμένες από φτηνά καταστήματα — αλλά επειδή τα σώματα δεν θυμίζουν τα ιδανικά πρότυπα που μιμούνται οι φαν: βλέπεις υπέρβαρους Κάπτεν-Αμέρικα, και κοντούληδες Γούλβεριν, και στρουμπουλές Μαύρες Χήρες, και ηλικιωμένους Μεταλλαγμένους X-Men, νεαρούς με σπυράκια ακμής και πρώην αθλητές με ξεφουσκωμένα ποντίκια. Το θέμα της κουβέντας μας στο Inbox ήταν πάλι το ίδιο: πώς μετατρέπεται η ιδεολογία σε καραγκιόζ μπερντέ.

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ένας στους δέκα ανθρώπους που κάνουν βόλτα στην παραλία, όπου τρέχω τα βράδια, έχει κι ένα σκυλί για παρέα. Χαζεύω περνώντας από δίπλα τους τις διάφορες φυλές, τα μεγέθη, τις συμπεριφορές, τον βαθμό κοινωνικοποίησης του καθενός, τα παιχνίδια τους όταν πλησιάζουν με απορία, περιέργεια και ενδιαφέρον το ένα το άλλο, ή όταν τα αφεντικά τους τα αφήνουν να παίξουν, λυμένα, πολλά μαζί, στα παρκάκια που έχουν φτιαχτεί ακριβώς για αυτό τον σκοπό. Αλλά είναι κι ένας άλλος σκύλος κάθε μέρα εκεί, που ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους τους άλλους. Τον ξέρουν όλοι στη Νέα Παραλία. Είναι ημίαιμος, με μια ποικιλία από ράτσες μέσα του, ιδιαίτερα ορεξάτος πάντα, με μέτρια μακριά τρίχα, μαύρος και καφέ με άσπρες μπάτσες εδώ κι εκεί, με μακριά αυτιά κυνηγόσκυλου και με μια πολύ έξυπνη, σουβλερή και επίσης άσπρη μουσούδα. Είναι μάλλον μεγαλόσωμος: αυτός είναι και ο λόγος, πιθανότατα, που τον εγκατέλειψαν κάποια στιγμή οι άνθρωποι που τον μεγάλωσαν — μια οικογένεια, υποθέτω, με παιδί. Το κάνουν οι περισσότεροι όταν συνειδητοποιούν πως το σκυλάκι που κάποια στιγμή επέμενε ο γιος τους ή η κόρη τους να πάρουν σπίτι είχε την τάση να μεγαλώνει όσο ενηλικιωνόταν και δεν θα έμενε για πάντα κουτάβι. Εν πάση περιπτώσει, είμαι σίγουρος πως ο Τζόκερ (έτσι τον σκέφτομαι, αν και ποτέ δεν τον έχω φωνάξει με το όνομα που του έβγαλα, λόγω του λευκού του προσώπου και του μόνιμου χαμόγελου που έχει στο στόμα) μεγάλωσε σε σπίτι, και ότι το θυμάται ακόμη. Και ότι θέλει να ξαναγυρίσει. Εξ ου και κάνει αυτά που κάνει, μια ποικιλία από πρωτότυπα ακροβατικά και θαυμαστά νούμερα, που απευθύνονται στους περαστικούς, σε όλους αδιακρίτως μαζί και στον καθένα ξεχωριστά. Ο Τζόκερ θέλει να υιοθετηθεί εκ νέου, και κάνει ό,τι μπορεί για να τα καταφέρει: προχωράει γρήγορα-γρήγορα προς τα πίσω, σέρνοντας τα πόδια σαν τον Μάικλ Τζάκσον· πέφτει απότομα μπροστά σου, ξαπλώνει ανάσκελα και κάνει μία ή και δύο στροφές πάνω στην πλάτη του, και μετά ξανασηκώνεται και σε κοιτάζει στα μάτια χαμογελώντας· κάνει σημειωτόν, επιτόπιο τροχάδι, με τα γόνατα ψηλά, το στήθος έξω, το κεφάλι ψηλά, σαν τσολιαδάκι· τρέχει στον μακρύ διάδρομο με τα λευκά πλακάκια, αυτόν που είναι για τους τυφλούς, επί σαράντα-πενήντα μέτρα, έχοντας πρώτα εξασφαλίσει ότι τον βλέπεις, και μετά επιστρέφει πίσω πατώντας στα ίδια ακριβώς βήματα, πάλι αποφεύγοντας να πατήσει στην άσφαλτο της παραλίας· κάθεται προσοχή και σε χαιρετάει με το χέρι όρθιο έτσι όπως περνάς από δίπλα του, σαν στρατιώτης: αν είχε όπλο, θα έκανε παρουσιάστε· τρέχει δίπλα στο ποδήλατό σου με ελαφρύ τροχασμό, πάντα χαμογελώντας και κοιτώντας σε λοξά, σαν ινδιάνικο παλομίνο· ανοίγει το στόμα και χαμογελάει διάπλατα στο σκυλί σου κουνώντας την ουρά του, χωρίς να κάνει αυτές τις ψευτοεπιθέσεις που συνηθίζουν τα άλλα σκυλιά, ίσως για να μην τρομάξει το δικό σου, το καλομαθημένο· το πιο απονενοημένο κόλπο του είναι να τρέχει μπροστά σου, να σε ξεπερνάει, και να ξαπλώνει φαρδύς-πλατύς κάπου δέκα μέτρα μακριά, με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται ή προσποιούμενος, ίσως, τον νεκρό: όταν τον φτάνεις, τα ξανανοίγει, σε κοιτάζει, και αναλόγως με την αντίδρασή σου πηγαίνει ακόμη δέκα μέτρα πιο πέρα και ξαπλώνει πάλι, κάνοντας δήθεν ότι πέθανε, και σε περιμένει· επίσης, ειδικά όταν έχει κρύο ή ψιλόβροχο, συνηθίζει να κάθεται εντελώς ακίνητος όταν βλέπει κάποιον να πλησιάζει προς το μέρος του, αψηφώντας τον άνεμο και τις σταγόνες που μουσκεύουν τη γούνα του, με τα μάτια μισόκλειστα, το κεφάλι ψηλά, αγέρωχο, σε μία επίδειξη σπάνιας γενναιότητας. Ο Τζόκερ ελπίζει πως κάποιο από όλα τα ακροβατικά και χορευτικά του θα πιάσει κάποια μέρα, και ότι θα βρει ένα σπίτι — αν και το θεωρώ τόσο δύσκολο που όποτε τον σκέφτομαι, πόσο μάλλον όταν τον βλέπω, μελαγχολώ. Ή, τι να πω, ίσως απλώς τα κάνει όλα αυτά για να ξεχωρίζει. Ποιος να ξέρει;

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Αν αξίζει μία συζήτηση αυτές τις ημέρες, είναι αυτή γύρω από την ταινία Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης, και ιδίως όπως γίνεται στην Ελλάδα. Πρόκειται για το πρώτο από ένα καινούριο υποείδος κινηματογράφου, μία σειρά από υπερηρωικές ταινίες που (θα) εικονογραφούν με στυγνό, πηχτό, θυμωμένο, σκοτεινό και πεισιθάνατο κόμιξ-ρεαλισμό μια εποχή κατάρρευσης (του πολιτισμού, του ανθρωπισμού, της ελπίδας) μέσα σε ένα υπό διάλυση σύμπαν του χαμού: κάτι ολωσδιόλου νέο, κάτι που δύσκολα το δέχεται κανείς — γιατί; γιατί μάθαμε να αγαπάμε τις ταινίες που βασίζονται σε κόμιξ ακριβώς επειδή κατά βάθος και ολωσδιόλου μέσα στον πυρήνα τους είναι αισιόδοξες: οι κακοί είναι καρικατούρες που ηττώνται, το Καλό κατισχύει πάντα στο τέλος, οι ειρωνικές ατάκες εκμαιεύονται εύκολα και λυτρωτικά, και η αυγή λάμπει εντέλει ξανά και ξανά πάνω σε έναν κόσμο ξεσκονισμένο από τη φιλοδοξία των υπερηρώων να προσφέρουν θυσιαζόμενοι. Όλο αυτό το ξέρει καλά η αγαπημένη Marvelκαι το παρουσιάζει με υπομονή, λίγο-λίγο, την τελευταία δεκαετία, ανεβαίνοντας μία συστοιχία από κλίμακες που ενώνονται κάπου ψηλά, ενώνοντας τις ιστορίες της και τους πρωταγωνιστές τους σε ένα μυθικό σύμπαν όπου το Τέλος απομακρύνεται και θα απομακρύνεται εσαεί χάρη στα απαστράπτοντα πρόσωπα των ηρώων της, των λογής μεταλλαγμένων ή ιδιοφυών αντρών και γυναικών που, παρά τον όποιο ανταγωνισμό τους και τα προσωπικά τους μικρά ή μεγάλα δράματα, παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους και δίνουν λύσεις εκεί όπου δεν υπάρχει δυνατότητα να δοθούν. Στο BvS δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά: εδώ το τέλος έχει έρθει, δεν υπάρχουν άρα λύσεις, οι καλοί είναι μια άλλη συμμορία κακών, τα χτυπήματα δίνονται, όχι για να σωθεί κάτι (δεν υπάρχει τίποτε να σωθεί), αλλά επειδή δεν υπάρχει κάτι άλλο για να γίνει: ζούμε μέσα σε μία αρένα μονομάχων, και ο τελευταίος, ο έσχατος νικητής, θα φαγωθεί από το πλήθος των έξαλλων θεατών. Εδώ, δεν υπάρχουν ούτε θεοί με ανθρώπινα πάθη, ούτε υπερήρωες με θεϊκά χαρακτηριστικά. Υπάρχει μόνο Κόλαση. (Μία συγκλονιστικά εικονογραφημένη Κόλαση: κάθε πλάνο της ταινίας είναι και ένας βιομηχανικός Ιερώνυμος Μπος του 21ου αιώνα). Το BvSείναι σπουδαίο φιλμ, ο Σνάιντερ ένας μεγάλος οραματιστής, η Warner Bros έδωσε το οκέι για να φτιαχτεί κάτι που την ξεπερνάει, και, ναι, εδώ η DCνίκησε τη Marvel. Έστω, ηττώμενη. [§] Έλεγα για την Ελλάδα στην αρχή. Γιατί μου αρέσει τρομερά να συζητάμε για τις συγκρούσεις των υπερηρωικών ταινιών —αν είναι δυνατόν, δηλαδή— μέσα στη διαρκή μας Doomsday. Ίσως και να μη χαθούμε τελείως, τελικώς. Ίσως να έχουμε μερικές καλογραμμένες, έξυπνες ατάκες να πούμε λίγο πριν το μεγάλο φινάλε. Ίσως, ποιος ξέρει, να μην υπάρξει καν αυτό το φινάλε.