Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ένας στους δέκα ανθρώπους που κάνουν βόλτα στην παραλία, όπου τρέχω τα βράδια, έχει κι ένα σκυλί για παρέα. Χαζεύω περνώντας από δίπλα τους τις διάφορες φυλές, τα μεγέθη, τις συμπεριφορές, τον βαθμό κοινωνικοποίησης του καθενός, τα παιχνίδια τους όταν πλησιάζουν με απορία, περιέργεια και ενδιαφέρον το ένα το άλλο, ή όταν τα αφεντικά τους τα αφήνουν να παίξουν, λυμένα, πολλά μαζί, στα παρκάκια που έχουν φτιαχτεί ακριβώς για αυτό τον σκοπό. Αλλά είναι κι ένας άλλος σκύλος κάθε μέρα εκεί, που ξεχωρίζει ανάμεσα σε όλους τους άλλους. Τον ξέρουν όλοι στη Νέα Παραλία. Είναι ημίαιμος, με μια ποικιλία από ράτσες μέσα του, ιδιαίτερα ορεξάτος πάντα, με μέτρια μακριά τρίχα, μαύρος και καφέ με άσπρες μπάτσες εδώ κι εκεί, με μακριά αυτιά κυνηγόσκυλου και με μια πολύ έξυπνη, σουβλερή και επίσης άσπρη μουσούδα. Είναι μάλλον μεγαλόσωμος: αυτός είναι και ο λόγος, πιθανότατα, που τον εγκατέλειψαν κάποια στιγμή οι άνθρωποι που τον μεγάλωσαν — μια οικογένεια, υποθέτω, με παιδί. Το κάνουν οι περισσότεροι όταν συνειδητοποιούν πως το σκυλάκι που κάποια στιγμή επέμενε ο γιος τους ή η κόρη τους να πάρουν σπίτι είχε την τάση να μεγαλώνει όσο ενηλικιωνόταν και δεν θα έμενε για πάντα κουτάβι. Εν πάση περιπτώσει, είμαι σίγουρος πως ο Τζόκερ (έτσι τον σκέφτομαι, αν και ποτέ δεν τον έχω φωνάξει με το όνομα που του έβγαλα, λόγω του λευκού του προσώπου και του μόνιμου χαμόγελου που έχει στο στόμα) μεγάλωσε σε σπίτι, και ότι το θυμάται ακόμη. Και ότι θέλει να ξαναγυρίσει. Εξ ου και κάνει αυτά που κάνει, μια ποικιλία από πρωτότυπα ακροβατικά και θαυμαστά νούμερα, που απευθύνονται στους περαστικούς, σε όλους αδιακρίτως μαζί και στον καθένα ξεχωριστά. Ο Τζόκερ θέλει να υιοθετηθεί εκ νέου, και κάνει ό,τι μπορεί για να τα καταφέρει: προχωράει γρήγορα-γρήγορα προς τα πίσω, σέρνοντας τα πόδια σαν τον Μάικλ Τζάκσον· πέφτει απότομα μπροστά σου, ξαπλώνει ανάσκελα και κάνει μία ή και δύο στροφές πάνω στην πλάτη του, και μετά ξανασηκώνεται και σε κοιτάζει στα μάτια χαμογελώντας· κάνει σημειωτόν, επιτόπιο τροχάδι, με τα γόνατα ψηλά, το στήθος έξω, το κεφάλι ψηλά, σαν τσολιαδάκι· τρέχει στον μακρύ διάδρομο με τα λευκά πλακάκια, αυτόν που είναι για τους τυφλούς, επί σαράντα-πενήντα μέτρα, έχοντας πρώτα εξασφαλίσει ότι τον βλέπεις, και μετά επιστρέφει πίσω πατώντας στα ίδια ακριβώς βήματα, πάλι αποφεύγοντας να πατήσει στην άσφαλτο της παραλίας· κάθεται προσοχή και σε χαιρετάει με το χέρι όρθιο έτσι όπως περνάς από δίπλα του, σαν στρατιώτης: αν είχε όπλο, θα έκανε παρουσιάστε· τρέχει δίπλα στο ποδήλατό σου με ελαφρύ τροχασμό, πάντα χαμογελώντας και κοιτώντας σε λοξά, σαν ινδιάνικο παλομίνο· ανοίγει το στόμα και χαμογελάει διάπλατα στο σκυλί σου κουνώντας την ουρά του, χωρίς να κάνει αυτές τις ψευτοεπιθέσεις που συνηθίζουν τα άλλα σκυλιά, ίσως για να μην τρομάξει το δικό σου, το καλομαθημένο· το πιο απονενοημένο κόλπο του είναι να τρέχει μπροστά σου, να σε ξεπερνάει, και να ξαπλώνει φαρδύς-πλατύς κάπου δέκα μέτρα μακριά, με τα μάτια κλειστά, σαν να κοιμάται ή προσποιούμενος, ίσως, τον νεκρό: όταν τον φτάνεις, τα ξανανοίγει, σε κοιτάζει, και αναλόγως με την αντίδρασή σου πηγαίνει ακόμη δέκα μέτρα πιο πέρα και ξαπλώνει πάλι, κάνοντας δήθεν ότι πέθανε, και σε περιμένει· επίσης, ειδικά όταν έχει κρύο ή ψιλόβροχο, συνηθίζει να κάθεται εντελώς ακίνητος όταν βλέπει κάποιον να πλησιάζει προς το μέρος του, αψηφώντας τον άνεμο και τις σταγόνες που μουσκεύουν τη γούνα του, με τα μάτια μισόκλειστα, το κεφάλι ψηλά, αγέρωχο, σε μία επίδειξη σπάνιας γενναιότητας. Ο Τζόκερ ελπίζει πως κάποιο από όλα τα ακροβατικά και χορευτικά του θα πιάσει κάποια μέρα, και ότι θα βρει ένα σπίτι — αν και το θεωρώ τόσο δύσκολο που όποτε τον σκέφτομαι, πόσο μάλλον όταν τον βλέπω, μελαγχολώ. Ή, τι να πω, ίσως απλώς τα κάνει όλα αυτά για να ξεχωρίζει. Ποιος να ξέρει;

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Αν αξίζει μία συζήτηση αυτές τις ημέρες, είναι αυτή γύρω από την ταινία Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης, και ιδίως όπως γίνεται στην Ελλάδα. Πρόκειται για το πρώτο από ένα καινούριο υποείδος κινηματογράφου, μία σειρά από υπερηρωικές ταινίες που (θα) εικονογραφούν με στυγνό, πηχτό, θυμωμένο, σκοτεινό και πεισιθάνατο κόμιξ-ρεαλισμό μια εποχή κατάρρευσης (του πολιτισμού, του ανθρωπισμού, της ελπίδας) μέσα σε ένα υπό διάλυση σύμπαν του χαμού: κάτι ολωσδιόλου νέο, κάτι που δύσκολα το δέχεται κανείς — γιατί; γιατί μάθαμε να αγαπάμε τις ταινίες που βασίζονται σε κόμιξ ακριβώς επειδή κατά βάθος και ολωσδιόλου μέσα στον πυρήνα τους είναι αισιόδοξες: οι κακοί είναι καρικατούρες που ηττώνται, το Καλό κατισχύει πάντα στο τέλος, οι ειρωνικές ατάκες εκμαιεύονται εύκολα και λυτρωτικά, και η αυγή λάμπει εντέλει ξανά και ξανά πάνω σε έναν κόσμο ξεσκονισμένο από τη φιλοδοξία των υπερηρώων να προσφέρουν θυσιαζόμενοι. Όλο αυτό το ξέρει καλά η αγαπημένη Marvelκαι το παρουσιάζει με υπομονή, λίγο-λίγο, την τελευταία δεκαετία, ανεβαίνοντας μία συστοιχία από κλίμακες που ενώνονται κάπου ψηλά, ενώνοντας τις ιστορίες της και τους πρωταγωνιστές τους σε ένα μυθικό σύμπαν όπου το Τέλος απομακρύνεται και θα απομακρύνεται εσαεί χάρη στα απαστράπτοντα πρόσωπα των ηρώων της, των λογής μεταλλαγμένων ή ιδιοφυών αντρών και γυναικών που, παρά τον όποιο ανταγωνισμό τους και τα προσωπικά τους μικρά ή μεγάλα δράματα, παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους και δίνουν λύσεις εκεί όπου δεν υπάρχει δυνατότητα να δοθούν. Στο BvS δεν ισχύει τίποτε από όλα αυτά: εδώ το τέλος έχει έρθει, δεν υπάρχουν άρα λύσεις, οι καλοί είναι μια άλλη συμμορία κακών, τα χτυπήματα δίνονται, όχι για να σωθεί κάτι (δεν υπάρχει τίποτε να σωθεί), αλλά επειδή δεν υπάρχει κάτι άλλο για να γίνει: ζούμε μέσα σε μία αρένα μονομάχων, και ο τελευταίος, ο έσχατος νικητής, θα φαγωθεί από το πλήθος των έξαλλων θεατών. Εδώ, δεν υπάρχουν ούτε θεοί με ανθρώπινα πάθη, ούτε υπερήρωες με θεϊκά χαρακτηριστικά. Υπάρχει μόνο Κόλαση. (Μία συγκλονιστικά εικονογραφημένη Κόλαση: κάθε πλάνο της ταινίας είναι και ένας βιομηχανικός Ιερώνυμος Μπος του 21ου αιώνα). Το BvSείναι σπουδαίο φιλμ, ο Σνάιντερ ένας μεγάλος οραματιστής, η Warner Bros έδωσε το οκέι για να φτιαχτεί κάτι που την ξεπερνάει, και, ναι, εδώ η DCνίκησε τη Marvel. Έστω, ηττώμενη. [§] Έλεγα για την Ελλάδα στην αρχή. Γιατί μου αρέσει τρομερά να συζητάμε για τις συγκρούσεις των υπερηρωικών ταινιών —αν είναι δυνατόν, δηλαδή— μέσα στη διαρκή μας Doomsday. Ίσως και να μη χαθούμε τελείως, τελικώς. Ίσως να έχουμε μερικές καλογραμμένες, έξυπνες ατάκες να πούμε λίγο πριν το μεγάλο φινάλε. Ίσως, ποιος ξέρει, να μην υπάρξει καν αυτό το φινάλε.

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Μεγάλη Πέμπτη χθες για τους Καθολικούς, και ο Πάπας Φραγκίσκος έπλυνε τελετουργικά, με αγιασμό, τα πόδια δώδεκα προσφύγων, χριστιανών, μουσουλμάνων και ινδουιστών, από έναν καταυλισμό ανθρώπων κυνηγημένων από τον πόλεμο, το Καστελνουόβο ντι Πόρτο έξω από τη Ρώμη, που ζητούν σήμερα άσυλο στην Ιταλία, ή: που ζητούν μια ευκαιρία να αγαπήσουν μια δεύτερη πατρίδα. Έπειτα τα σκούπισε, και τα φίλησε. Κάποιοι από τους πρόσφυγες έκλαψαν. Το βάζω κι εδώ —μολονότι πιστεύω πως θα ανεβεί παντού σήμερα— για τον προφανή λόγο: γιατί καταδεικνύεται πόσο βάρβαρο πρόσωπο μπορεί να επιδείξει μία Εκκλησία, ένα δόγμα, όταν επικεφαλής της έχει άσπλαχνα άτομα, επαγγελματίες της πολιτικής, αθέους ενδεδυμένους χιτώνες πίστης, όπως οι Χριστόδουλοι, οι Άνθιμοι και οι Πειραιώς.

Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2016

Δεν έμειναν πολλές ημέρες ακόμη γι’ αυτή τη στήλη: άλλη μια βδομάδα όλη κι όλη. Στο τέλος τού μηνός κλείνει χρόνο, με καθημερινή παρουσία —όχι ότι διεκδικεί και κανένα ρεκόρ, εκτός ίσως από αυτό των δευτερευουσών προτάσεων—, και αποσύρεται, όπως το είχε πει στην αρχή-αρχή. Μια μέρα πριν το τέλος, θα κάνω τον απολογισμό της. Σήμερα, απλώς, το επικαλούμαι όλο αυτό από κούραση. Από τίποτε άλλο. Για να έχω έναν κάποιο πρόλογο. Writer’s block; Ε, όχι. Όποιος γράφει καθημερινά δεν μπλοκάρει, το αντίθετο συμβαίνει. Ακηδία, αν θέλεις, κι ας μη μου αρέσουν οι «λεξάρες». Οκνηρία, βαριεστημάρα. Έλξη προς το κενό — το διανοητικό. Να μην κάνεις τίποτε, επειδή έχεις κάνει πάρα πολλά, και σχεδόν όλα αδίκως, στον βρόντο. Απαύδισμα από όλα αυτά που μας ενοχλούν όλους καθημερινά. Τίποτε σπουδαίο δηλαδή, τίποτε πρωτότυπο. Κι όμως, συμβαίνουν ένα σωρό πράγματα, μπορούσα να διαλέξω ένα θέμα στην τύχη και να δω πού θα πάει. Απέναντι, η τρελή γριά λούζεται πάλι γυμνή στο μπαλκόνι της, αδιαφορώντας για καθετί, ρίχνοντας νερό επάνω της με το τάπερ. Σε λίγο θα σκουπιστεί με ένα μικρό πανί. Τα κοράκια κρώζουν από το πρωί, σαν κάτι να τα έπιασε, ίσως φταίει ο αέρας, ίσως κουβαλάει τίποτε έντομα, δεν ξέρω. Η Φαντομά κυνηγά άλλη μια μύγα, και το νύχι της όλο μπλέκεται στην κουρτίνα και δεν μπορεί να το βγάλει και σηκώνομαι κάθε πέντε λεπτά να την ξεμπλέξω. Ένας (ακόμη) φίλος εκδότης δεν μπορεί να αγοράσει χαρτί για να τυπώσει, δεν έχει χρήματα, και σκέφτεται να τα παρατήσει, έχει ήδη χάσει ένα μεγάλο μέρος της επένδυσής του. Ένα ζευγάρι φίλων φόρτωσε το αμάξι του και πάει στην Ειδομένη σήμερα, με σκοπό να μείνουν εκεί να βοηθήσουν, τα νέα είναι άσχημα, οι άνθρωποι εκεί είναι στα όριά τους, θα ξεσπάσει μεγάλο κακό. (Και το ξέρουν όλοι, και πολλοί το λαχταρούν). Μία συνεργάτιδα που ζει στις Βρυξέλλες υποφέρει από το lockdownπου επεβλήθη πρις τις Γιορτές πέρυσι, και δεν θέλω να σκέφτομαι πώς είναι τώρα που έγινε ό,τι έγινε. Τα περιοδικά προσφέρουν φωτογραφίες με αίματα, βίντεο με οιμωγές, γεμίζουν με θαυμαστικά και αποσιωπητικά τους τίτλους τους, όπως παλιά ο Αδέσμευτος Τύπος, σε πλημμυρίζουν απέχθεια, σε πιάνουν από τα μαλλιά και σε τραβάνε στις λάσπες, να κυλιέσαι εκεί. Φρίκη. Τα τρία φύλλα τού ΣΥΡΙΖΑ, Αυγή, Εφημερίδα των Συντακτών, Αυριανή, τα ’βαλαν πάλι με το ΔΝΤ, οπότε το νέο κύμα συζητήσεων για το Grexitπρέπει να θεωρείται δεδομένο, λογικά μέσα σε ένα δίμηνο το πολύ θα αρχίσουμε πάλι τα περσινά. Δεν υπάρχει σωσμός. Άνθρωποι της κυβέρνησης χαρακτηρίζουν τους «δανειστές» Σάιλοκ. Ακόμη δεν τους λένε ανοιχτά «Εβραίους τοκογλύφους», αλλά για εκεί το πάνε. Η Αριστερά άλλωστε ήταν ανέκαθεν αντισημιτική, γι’ αυτό και εύκολα τα ’κανε πλακάκια με τους άλλους εθνικιστές, τους ακροδεξιούς. Μου τελειώνει ο καπνός και πρέπει να πάω είκοσι λεπτά δρόμο με τα πόδια για να προμηθευτώ καινούριο από την πιάτσα με τους παράνομους, και σχεδόν δεν μπορώ, δεν έχω κουράγιο να περπατήσω, έχω την εντύπωση πως όλο περπατάω, σχεδόν σαν σε ρόδα ποντικού. Έχω βγάλει προχθές το κοτόπουλο από την κατάψυξη, κι ακόμα να το μαγειρέψω: διόρθωνα βιβλιογραφικές σημειώσεις αυτές τις ημέρες· τις κάνω πολύ καλά, και τις σιχαίνομαι με όλο μου το είναι. Δεν είναι δουλειά για κάποιον σαν και μένα, πώς να το κάνουμε. Όμως είναι η μόνη δουλειά. Τέλος πάντων, θέματα υπάρχουν πολλά. Πάντα υπάρχουν. Η μεγάλη ρόδα στο λούνα-παρκ γυρίζει και γυρίζει.