Τίποτα τελικά, κανένα ανθρώπινο, κοινωνικό project  δεν είναι «μη αναστρέψιμο» (irreversible), είτε αυτό λέγεται Σοβιετική Ένωση είτε Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Κατά κανόνα, ένα κατακλυσμιαίο γεγονός, μια βαθιά κρίση (που σπανίως έχει προβλεφθεί εκ των προτέρων) τέμνει τη μια ιστορική περίοδο από την άλλη, την παλαιά από τη νέα. Αναδημοσίευση από το Books' Journal 71, Νοέμβριος 2016.

The Equilibrists. Συνδιοργάνωση από το ΔΕΣΤΕ (Ίδρυμα για τη Σύγχρονη Τέχνη) και το NewMuseum, στο Μουσείο Μπενάκη, κτίριο οδού Πειραιώς, 17 Ιουνίου – 9 Οκτωβρίου 2016.

Η στήλη αυτή θα κάνει κριτική. Η κριτική δεν είναι θέμα «άσκησης», όπως λέμε «ασκώ κριτική», είναι θέμα πράξης, ζωτική ανάγκη εκεί όπου παράγεται τέχνη. Είναι δηλαδή μια «παραπραξία» της καλλιτεχνικής πράξης, μια παράλληλη προς την τέχνη πράξη.


Το λογοτεχνικό έργο, το θέατρο, η μουσική αποτελούν σήμερα αντικείμενα κριτικής, ίσως όχι πάντα ικανής, αλλά υπαρκτής. Το είδος  που φαίνεται να βρίσκεται υπό εξαφάνιση είναι η κριτική επί των εικαστικών τεχνών, επί της πάλαι ποτέ «ζωγραφικής» και «γλυπτικής», καθώς και όλων των νεότερων μορφών αυτών, από την «εγκατάσταση-installation» και την «επιτέλεση-performance» ως το βίντεο και την παντοειδή εννοιολογική τέχνη. Στα σίγουρα, εμφανίζεται πληθώρα άρθρων και αναφορών περί καλλιτεχνικών εκθέσεων, πληθώρα γραπτών κειμένων, όμως σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις πρόκειται για «παρουσιάσεις», όπου ο συγγραφέας συστήνει στο κοινό την εκάστοτε έκθεση, προσθέτοντας και έναν καλό λόγο. Αντίστοιχα, εμφανίζονται κριτικά-επιμελητικά σημειώματα σε καταλόγους εκθέσεων, σε γκαλερί ή μουσεία, όμως και εκεί η κριτική ως πράξη αποφεύγεται. Ακόμα και όπου υπάρχει κριτική αποτίμηση σε τέτοιους καταλόγους, έχει τη μορφή εξυμνητικού επαίνου ή αναλυτικού θαυμασμού ή θαυμαστικής ανάλυσης, πράγμα που είναι απολύτως δικαιολογημένο αφού ο επιμελητής-καταλογογράφος είναι, με την καλή έννοια, προκατειλημμένος – είναι «partipris», είναι με το μέρος του παρουσιαζόμενου καλλιτέχνη, και καλά κάνει.

Οπότε χρειάζεται κριτικός που θα πει και τα καλά και τα στραβά, κριτικός «έξω απ’ το χορό» των επιμελητών και γκαλεριστών και τεχνοφιλοσόφων. Κάποιος και κάποια που δεν θα αναλύει ερμηνεύοντας αλλά αποτιμώντας. Ερμηνείες της εικαστικής σκηνής εμφανίζονται αρκετές – παραλλαγές του «τι εννοεί ο καλλιτέχνης;», όπως παλαιότερα μας ρώταγαν «τι εννοεί (σκοτεινός κι αινιγματικός) ο ποιητής». Όμως εδώ –και πάντα– χρειάζονται όχι μόνο ερμηνείες αλλά και αξιολογήσεις. Ο άνθρωπος είναι ον αξιολογητικό, θέλει να αποτιμά και να εγκρίνει και να επικρίνει – είμαστε, κατά μία έννοια, βιολογικές μηχανές απόδοσης αξίας, μηχανές καταλογιστικές, δηλαδή που καταλογίζουνε και αποδίδουνε αξία σε ό,τι βλέπουνε, σε ό,τι φτάνει ως τις αισθήσεις τους.

Αυτά ως εισαγωγή στην κριτική μου πράξη, α… και το όνομα, ξέχασα τον τίτλο της στήλης: «Ut poësis…». Αυτό είναι παραλλαγή της γνωστής αποφθεγματικής κανονιστικής ρήσης του Ορατίου, «Ut pictura poësis [erit]», δηλαδή «το ποίημα [θα πρέπει να] είναι σαν ζωγραφικός πίνακας», «η ποίηση να είναι σαν ζωγραφική». Εδώ αρχίζω λέγοντας, αντιστρόφως, «η ζωγραφική [και οι εικαστικές τέχνες της] να είναι σαν την ποίηση», ή «ας τις εξετάσουμε τις εικαστικές τέχνες σαν ποίηση», σαν δημιουργικές, ποιητικές – εκ του «ποιώ» – πράξεις, κι ας είναι η κριτική μια αντίπραξη ή σύμπραξη προς αυτές. «Ut poësis» λοιπόν: «Σαν ποίηση».

***

Την πρώτη αυτή στήλη θα την αφιερώσω στην έκθεση The Equilibrists - Οι Εξισορροπιστές (sic, δηλαδή έτσι αναφέρονται στον τίτλο της, αντί για το ορθότερο «Ισορροπιστές»), την οποία συνδιοργάνωσαν το ίδρυμα ΔΕΣΤΕ του Δάκη Ιωάννου και το New Museumτης Νέας Υόρκης, στο Μουσείο Μπενάκη (Κτίριο της οδού Πειραιώς) από τις 17 Ιουνίου ώς τις 9 Οκτωβρίου 2016. Τα προσεχή σημειώματά μας θα αφορούν και εν εξελίξει εκθέσεις, παρ’ ότι η κριτική σε μηνιαίο έντυπο δεν είναι εύκολο να αφορά τρέχουσες εκθέσεις που συνήθως διαρκούν περί τον ένα μήνα.

Φέτος συμπληρώνονται 33 χρόνια δραστηριοποίησης του ΔΕΣΤΕ - Ίδρυμα για τη Σύγχρονη Τέχνη στην Ελλάδα και διεθνώς. Αξίζει να σημειωθεί ότι η έδρα του ιδρύματος είναι πλέον στη Γενεύη της Ελβετίας και όχι στην Ελλάδα, όπως έως πρόσφατα – άλλη μια εκδήλωση, και αυτή, της αποδημίας ζωτικών δυνάμεων εν καιρώ κρίσης. Για τα 33 χρόνια του το ΔΕΣΤΕ παρουσιάζει το έργο 33 νέων Ελλήνων και Κυπρίων εικαστικών καλλιτεχνών, σε επιμέλεια Gary Carrion-Murayari (επιμελητή του νεοϋορκέζικου New Museum), Helga Christoffersen και Massimiliano Gioni. Ποια η εντύπωση που αφήνει αυτό το… χριστολογικό 33 Χ 33;

Θα πω, χωρίς περιστροφές, ότι η έκθεση αυτή απογοητεύει – αν αυτό ηχεί πολύ αυστηρό, τότε σίγουρα δεν γοητεύει. Ακολουθώ εδώ την περιδιάβαση ενός επισκέπτη από την είσοδο προς την έξοδο του ισογείου στο Μουσείο Μπενάκη, όπως διαρθρώνεται στο χώρο η έκθεση. Φανταστείτε, εν είδει εισαγωγής, μια έκθεση με όλα τα σύγχρονα μέσα και καλούδια: βίντεο, φιλμ, φωτογραφίες, objetstrouvés (ήτοι ευρεθέντα αντικείμενα που ενσωματώνονται στο έργο τέχνης συχνά άνευ επεξεργασίας), γλυπτά ανάγλυφα, ολόγλυφα, ηχητικά συμπληρώματα των εικαστικών έργων, κέντημα, εγκαταστάσεις, ακόμα και αυτή η έρμη η ζωγραφική επί δύο διαστάσεων (αλλά με πληθώρα υλικών και αυτή καμωμένη) –με λίγα λόγια, μια φαντασμαγορία τεχνικών μέσων, ένας κατακλυσμός τεχνικής: «και έτσι τα κάνουμε κι αλλιώς κι αλλιώτικα και παραλλιώτικα», μοιάζουν να σου λένε οι καλλιτέχνες.

Ας αρχίσουμε την περιδιάβαση, ελάτε: Μπαίνοντας, βρίσκεσαι αντιμέτωπη με το εισαγωγικό σημείωμα των επιμελητών ή και «μεριμνητών» (αν με το νεολογισμό αυτό αποδίδεται έτσι καλύτερα το λατινογενές curator – κουράτορας). Εδώ μαθαίνουμε ότι η έκθεση τιτλοφορείται Οι Εξισορροπιστές γιατί αφορά νέους καλλιτέχνες που, σχεδόν μοιραία, ισορροπούν ανάμεσα σε αντίρροπες δυνάμεις, όπως οι ισορροπιστές ακροβάτες του τσίρκου, και πετυχαίνουν μια έστω και φευγαλέα αίσθηση στερεότητας και σταθερότητας εν μέσω συνεχώς μεταβαλλόμενων κοινωνικών, οικονομικών, πολιτικών συνθηκών, εν μέσω «turmoil» –ελληνιστί «αναταραχής και ανακατωσούρας»– , όπως λέει ο βασικός επιμελητής Carrion-Murayari. Και στο εισαγωγικό σημείωμα του εκθεσιακού καταλόγου συμπληρώνει: «Έναντι της επισφάλειας και της υλικής αβεβαιότητας, [οι καλλιτέχνες] διατηρούν, ο καθένας και η καθεμιά τους, την πίστη τους στην κατασκευή χειροπιαστών, υλικών αντικειμένων» (η μετάφραση δική μου, από τα αγγλικά). Η  διεθνής ατραξιόν που ονομάζεται Γκρηκ Κράισις (GreekCrisis, Ελληνική Κρίση) παραμονεύει – ή μάλλον, ούτε καν παραμονεύει ή υπόκειται, αφού τόσο ο επιμελητής όσο και οι διευθυντές των δύο Μουσείων, αλλά και ο Dakisτου ΔΕΣΤΕ, το λένε ξεκάθαρα: με τα λόγια του επιμελητή και πάλι «αυτή η ομάδα καλλιτεχνών αναπόφευκτα συνδέεται μέσα από τις κοινές τους εμπειρίες της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, [οπότε] το να πει κανείς ότι η πολιτική και κοινωνική αναταραχή που προήλθε από αυτή την κρίση έχει διαμορφώσει τους νέους Έλληνες σήμερα είναι ένα understatement [σ.σ. δηλαδή «και λίγα λέμε», όπως περίπου σημαίνει η δυσμετάφραστη αλλά χαρακτηριστικά αγγλική αυτή λέξη].

Με άλλα λόγια, η έκθεση «πουλάει» ελληνική κρίση, το διασημότερο εξαγώγιμο προϊόν μας επί του παρόντος, το προϊόν για το οποίο υπάρχει διεθνώς και η μεγαλύτερη ζήτηση. Αντί του «άρτος και θεάματα», προσφέρουμε στη διεθνή κοινότητα, με ανάδοχο τα παντοειδή Μέσα, «το θέαμα της έλλειψης άρτου», άλλως «δείτε τι γίνεται στην κακομοίρα (ή στον κακό μαθητή, ή στον σοσιαλιστικό ήρωα) που λέγεται Ελλάδα». Οπότε η έκθεση, νεοαποικιακώς και κρυπτοαποικιακώς και μεταποικιακώς, όπως τόσες και τόσες άλλες (από το παρισινό εικαστικό Hell-as Pavilionτου 2013 [όπου λογοπαιγνιωδώς «Ελλάδα: Hellas = ωσεί Κόλαση: Hell-as], ώς την επικείμενη documenta 14, που φέρει τον νεοαποικιακό υπότιτλο «South» και «Μαθαίνοντας απ’ την Αθήνα», λες και όταν διεξάγεται στο Kassel της Γερμανίας, ως συνήθως, θα έπρεπε να επιγράφεται «North» και «Μαθαίνοντας από το Κassel και τη Hesse – ελληνιστί Έσση»), και η εν λόγω έκθεση, λοιπόν, εξυπηρετεί και ικανοποιεί τη διεθνή αυτή ζήτηση για porca miseria– τα εικαστικά είναι ιδεώδη για την ικανοποίηση αυτή, καθ’ ότι, ελλείψει του γλωσσικού εμποδίου (language barrier) είναι και τα πιο εύκολα προσβάσιμα (transferrable) στο ξένο κοινό. Αντί άλλης απόδειξης περί αυτού, με δυσάρεστη έκπληξη (άρνηση, σχεδόν, να το πιστεύσω) συνειδητοποίησα ότι οι τίτλοι των έργων και ολόκληρος ο κατάλογος της έκθεσης είναι αποκλειστικά στα αγγλικά, χωρίς καν ελληνική μετάφραση – μόνο τα ονόματα των καλλιτεχνών τη γλιτώσανε, καθώς εμφανίζονται και στο… πρωτότυπο! Εντάξει, πρόκειται για συμπαραγωγή του Νέου Μουσείου της Νέας Υόρκης και του εν Γεναύα πλέον ΔΕΣΤΕ, αλλά όχι κι έτσι!

Αυτά για το επιμελητικό υπόβαθρο ή συγκείμενο – context. Ας πάμε γρήγορα στα ίδια τα έργα, που ο επιμελητικός κουρνιαχτός ή έστω κυκεώνας δε μας άφησε προσώρας χώρο να σχολιάσουμε. Εδώ έχουμε υποσχέσεις, αλλά ατελείς και ανεκπλήρωτες. Τα λέω με τη σειρά που τα είδα.

Ο Γιάννης Καρπούζης κρεμάει φωτογραφίες (C-prints) στην πρώτη αίθουσα, είναι η Ελλάδα που ξέρουμε, Αθήνα, πολυκατοικίες με αναμονές, εθνική οδός, αλλά και υπόμνηση ένδοξου παρελθόντος – αρχαία μετώπη με πολεμιστές τυλιγμένη σε σελοφάν. Όχι κάτι καινούργιο ή πολύ εμπνευσμένο, μ’ άρεσε η Ομόνοια με τους μετανάστες και τη διαφήμιση του Hondos Center (ελυτικής εμπνεύσεως) στο φόντο, αλλά και ο φαντάρος που πηδάει τη διαχωριστική μπάρα στην εθνική οδό, με το πολυκατάστημα ειδών σπιτιού στο βάθος – νεοελληνικός νόστος.

Στον ίδιο χώρο και τα κτίρια-φαντάσματα από κερί, τα κτίρια-κηρία της Μαλβίνας Παναγιωτίδη, Ghost Reliefs τα λέει και είναι κέρινα ομοιώματα-εκμαγεία σε σμίκρυνση των προσόψεων νεοελληνικών κτηρίων, πολλά είναι επαύλεις των πάλαι ποτέ Αθηναίων αστών. Τα κέρινα αυτά «κ(τ)ηριάκια» έχουν και φυτίλι – είναι και χρηστικά κεριά, που λιώνουνε σιγά-σιγά ώς την αφάνεια. Όμορφη ιδέα, γλυκό συναίσθημα, αλλά όχι σε ύψος ή τόσο βάθος.

Στην άλλη πλευρά του ίδιου δωματίου, γύρω από τα κέρινα κτίρια της Παναγιωτίδη κι απέναντι από τις φωτό του Καρπούζη, βλέπεις τα τυπώματα (αυτά που παλιά τα λέγανε «μεταξοτυπίες», αλλά που πλέον το μεταξένιο πλέγμα έχει αντικατασταθεί από πολυεστέρα), «πειραγμένα» με λίγη λαδομπογιά, που φέρουν τον τίτλο «Κι άλλα πράγματα συμβαίνουν το Δεκέμβριο, πέραν των Χριστουγέννων» (όπως πάντα οι τίτλοι εμφανίζονται στα αγγλικά, η εδώ ελληνική μετάφραση δική μου). Είναι έργα της Ειρήνης Ευσταθίου, πίνακες μικρών διαστάσεων, που ανακαλούν, χωρίς ανοιχτά να δείχνουν, τους δυο Δεκέμβρηδες, του 1944 και του 2008. Η σύνδεση είναι κάπως ατυχής και λαϊκίζει, βρίσκω, παραφουσκώνοντας τα πρόσφατα –τι δουλειά έχουν τα Δεκεμβριανά με ένα ξέσπασμα του νεαρόκοσμου που δεν ξέρω αν θα υπήρχε χωρίς τηλεοπτικό φακό και που έτυχε να γίνει κι αυτό Δεκέμβριο;–, όμως αυτή είναι άλλη συζήτηση. Επί της μορφής, γιατί επιλέγονται αυτά τα τυπώματα-μικροπίνακες; – δεν πείθομαι. Η οφειλή-αναφορά σε προηγούμενη επιτυχημένη δουλειά της Ευσταθίου (βραβείο ΔΕΣΤΕ 2009), όπου και πάλι χρησιμοποιείται η φόρμα του μικρού πίνακα εν είδει φωτογραφίας αρχείου, δεν αρκεί.

Λίγο παραμέσα, σαν Συμπληγάδες, δυο ανοίγματα, δεξιά και αριστερά, όπου σε υποδέχονται βιντεοπροβολές. Από τη μια, το Black Mountain (Μαύρο Όρος, Montenegro; – να πω εδώ ότι στο χώρο κινούνται και ξεναγοί-επεξηγητές των εκτιθεμένων που λύνουν απορίες περί θέματος ή και «μηνύματος» κάθε έργου, τους οποίους και απέφυγα, για να τα δω πιο ανεπηρέαστα, πιο «καθαρά», χωρίς  την έξωθεν επιβαλλόμενη «αποσαφήνιση» που συχνά γίνεται «συσκότιση» – πολλές φορές καλύτερα και πιο καθαρά τα [πραγματολογικώς] ασαφή στην τέχνη).  Το «Μαύρο Όρος» είναι της Μαριάννας Χριστοφίδη και εικονίζει ψαρά σε πατροπαράδοτη αλιευτική δραστηριότητα, ψαρά με τα δίχτυα του, μαθαίνω από το επιμελητικό σημείωμα πως είναι ψαράς της Αδριατικής – αναχρονιστική δραστηριότητα η χειρωνακτική αλιεία, άδεια τα δίχτυα, ο Χριστός που θα τα γέμιζε λείπει. Ωραία η ασπρόμαυρη ερημία η σχεδόν βιβλική του ψαρά μονάχου, όμως μορφικά –ή φορμαλιστικά αν θέλετε– δεν κομίζει κάτι καινούριο ή ιδιαίτερα επιδέξιο – συγκρίνετε εδώ με τα ασπρόμαυρα του JangFudongγια κάτι πολύ πιο δραστικό μορφολογικά.

Στην απέναντι Συμπληγάδα, ένας τεχνίτης προσπαθεί να κατασκευάσει ελικοφόρο πτητική μηχανή, την οποία και ζώνεται για να… – εν τέλει δεν τον βλέπουμε να πετάει, και το φόντο της επικείμενης πτήσης, τ’ οποίο στην αρχή μοιάζει με θάλασσα, αποδεικνύεται ότι είναι ένα αστικό αθηναϊκό (;) τοπίο. Είναι η βιντεοπροβολή του Ορέστη Μαυρουδή – ΟΚ, αντιλαμβάνομαι τις προεκτάσεις, τον αλληγορικό συμβολισμό, ο άνθρωπος πάντα θα προσπαθεί να πετάξει, αλλά δε συγκινούμαι, η ιδέα προαιώνια, οπότε τι κομίζει το βίντεο αυτό; Ενδιαφέρων κάπως ο τόνος αμηχανίας του μηχανικού αυτού εγχειρήματος, θυμίζει λίγο «ατμόσφαιρα Λάνθιμου».

Στο βάθος, πέρα απ’ τις Συμπληγάδες, βλέπεις την εγκατάσταση της Βαλίνιας Σβορώνου, όπου «επιτύμβιες στήλες» από γυμνό τσιμέντο μαζί με ένα βίντεο διηγούνται τη δυστοπική ιστορία ενός χάκερ ή άλλου παρόμοιου περιθωριακού, σαν ταινία με τον Τζην Χάκμαν σε ρόλο πρώην κατάσκοπου που τώρα έχει στραφεί εναντίον της μητρικής CIA. Ο τίτλος είναι «Επιτύμβιοι Λύκοι, Σκοτεινά Λιμνάζοντα» ή κάτι τέτοιο, «Gravestone wolfs, Dark pools», ακούγεται πιο… σέξι στα (πανταχού και αποκλειστικώς παρόντα) αγγλικά! Κι εδώ, η αρχική ιδέα δεν αρκεί.

Δίπλα, γειτονικά, η εγκατάσταση του Πέτρου Μώρη «Σημειώσεις πάνω σε επαναλαμβανόμενες φόρμες», μας δείχνει οπλισμούς σκυροδέματος, δηλαδή ατσαλόβεργες, σε σχήματα κρεβατιών αραδιασμένων στο πάτωμα, à la Beuys, ενώ τριγύρω και από πάνω υψώνονται γύψινοι ιζηματοειδείς σχηματισμοί-συσσωρεύσεις, σαν σταλαγμίτες, και ψηφιδωτές μορφές στο βίντεο του τοίχου – όλα αυτά χωρίς περαιτέρω συναισθηματική ή διανοητική φόρτιση κι επένδυση. Πού είναι το συναίσθημα και το φροϋδικό Besetzung, η φόρτιση που κι εμάς θα συγκινήσει;

Έτσι κάπως συνεχίζονται τα πράγματα και παρακάτω – αρχίζω να επιταχύνω την αφήγηση, καθώς η γυναίκα μου η Ευρυδίκη και οι δυο μου γιοι έχουνε προ πολλού προπορευτεί και ήδη φτάνουνε στην έξοδο, σε λίγο βλέπω τα παιδιά μου να χαχανίζουν και να τρελοτρέχουνε στο ωραίο αίθριο του Μπενάκη, είναι γλυκό απόγευμα Κυριακής μετά το μέσον του Σεπτεμβρίου και στο Μουσείο, εκτός από μας, ψυχή –κανα δυο άντε τρεις περνοδιαβαίνουν, περιεργαζόμενοι αυτά τα ερείπια της ύστερης μοντερνικότητας (αδόκιμος όρος αλλά δεν θέλω να την πω νεωτερικότητα, ακριβώς γιατί είναι τόσο ύστερη).

Too little too late, αφού αγαπημένη και αποκλειστική γλώσσα της έκθεσης είναι τα αγγλικά, αυτά έχουνε γίνει και ξαναγίνει και ξαναματαγίνει – δεν χρειάζεται η τέχνη να φέρνει το καινούργιο συνέχεια, αρκεί να μην υιοθετεί το παλιό ως καινούργιο, αλλά κι αυτό ακόμα μπορεί να δουλέψει αν επενδυθεί με δικό σου (ω καλλιτέχνη) σκεπτόμενο συναίσθημα ή συναισθηματική σκέψη και διάνοια, μπορεί και το παλιό ως νέο να δουλέψει αν επενδυθεί και έτσι καταφέρει να σημάνει.

Συνεχίζω, επιταχύνοντας, βλέπω την βιντεοεγκατάσταση της ομάδας Kernel (σημαίνει «πυρήνας, ψύχα, κουκούτσι και καρδιά»), που φτιάχτηκαν το 2009 στην Αθήνα και μου δείχνουνε μια μπετονένια αερογέφυρα με τα αστικά «ιερογλυφικά» των γκραφιτάδων να υπερίπταται μιας ουτοπικής αττικής φύσης με πεύκα, πλαισιωμένη από μια περίπλοκη ψευδοϊστορία «αρχαιοδιφικής» ανακάλυψής της, κι ύστερα βλέπω το βίντεο της Λουκίας Αλαβάνου, μια συρραφή ταινιών μυστηρίου ή και τρόμου χιτσκοκικής ατμόσφαιρας (η μία με τον Πήτερ Σέλλερς, δεν θυμάμαι ποια), που τελικώς αποδεικνύονται επίσκεψη ιδιοκτήτη στην ενοικιάστριά του για το νοίκι, μετά είναι η εγκατάσταση του Μανώλη Δασκαλάκη-Λεμού, με  μικρές δεξαμενές που περιέχουν πετρέλαιο ενώ μια πετρελαιοκηλίδα καίγεται στη φωτογραφία επί του τοίχου, εντυπωσιακή πλην όμως ασυγχωρήτως όμοια, στην ιδέα αλλά και τη μορφή της, με τη γνωστή εγκατάσταση-δεξαμενή πετρελαίου του Richard Wilson (το «20:50», ή «Oil Room») στην γκαλερί Saatchi στο Λονδίνο, πιο πέρα βλέπω τους υφαντούς πίνακες –ξομπλιασμένες tapisseries– της Ζωής Γαϊτανίδου, με τα τοτέμ, τις μάσκες και τα διακοσμητικά σύμβολά τους σε περιβάλλον ζούγκλας της Αφρικής ου μην και του Αμαζονίου, μαζί και κάποια πιο μεταμοντέρνα, απλωμένα υφάσματα-παντιέρες με τυπωμένες πάνω τους βλαστήσεις και βιομηχανικά απόβλητα, έργο της Εύας Παπαμαργαρίτη χωρίς ιδιαίτερες επινοήσεις ή συγκινήσεις, βλέπω τα αντικείμενα-εργόχειρα της Zoë Paul, ευφάνταστα κεντήματα πάνω σε σχάρες ψυγείων, μπερντέδες από χάντρες ενός «κοσμοπολίτη βοσκού» και άλλα μεταμοντερνοειδή, ύστερα βλέπω μια σχεδόν ακατάληπτη παρέλαση enpasserelle θραυσμάτων μαρμάρων, ξύλων και υπολειμμάτων βιβλίων, με τον αινιγματικά απόκρυφο συμβολικό τίτλο «33.478» –το 33 κάτι μας θυμίζει– έργο της Πάκυς Βλασσοπούλου,

Συνεχίζω, επιταχύνοντας κι άλλο, προς την έξοδο, βλέπω τις προθήκες με τα «κεντήματα» και τ’ άλλα εργόχειρα, μαζί με παλιές οικογενειακές φωτογραφίες, του Γιάννη Κολιόπουλου –μια κολοκύθα παρέα με μια φωτογραφία από τη σχολική παρέλαση–, πολλή ειρωνεία και μεταμοντέρνα παιγνιώδης υπονόμευση των μειζόνων αφηγήσεων, βλέπω στον ίδιο χώρο τα ντανταϊστικώς σύμμεικτα αντικείμενα-γλυπτά του Δημήτρη Αμελαδιώτη, σα σουρεαλιστική arte povera και ρεστανικός Nouveau Réalisme μαζί, βλέπω μετά τον μη πίνακα, το «κενό» αλλά και άτιτλο μνημειακό χαρτί του Αναστάση Στρατάκη, σαν Άγνωστος Στρατιώτης της τέχνης που πεθαίνει, χωρίς γλυπτά, μόνο με κάποια ίχνη από κάρβουνο και μολυβάκι (προτιμώ κύριε Στρατάκη τις προσωπογραφικές μινιατούρες σας!), ύστερα το βίντεο «Νύφες του Μάλτεπέ» από τις Περσεφόνη Μύρτσου και Εύα Γιαννακοπούλου, όπου φιλμάρουνε τις ίδιες τους τις οικογενειακές περιπέτειες των «μικτών» γάμων Τούρκων και Ελλήνων,

Έπειτα, στο δρόμο προς την έξοδο πλέον, περνώ μέσα από τις «φτωχικές» αρχειακού τύπου εγκαταστάσεις  του Γιώργου Γεροντίδη που «ξαναζωντανεύει», με όλα της (μου επιτρέπετε) τα συμπράγκαλα μιαν αινιγματική φιγούρα αποδιδόμενη (πιθανώς) στον Χανς Χολμπάιν (τον νεότερο και γνωστότερο), κι ακόμα τις αρκετά προχειρότερες εγκαταστάσεις των Λητώς Κάττου (με ουράνια σώματα και γατόσχημα φορμάκια από Λύκρα), Ναταλί Γιαξή (γύψινα εκμαγεία-αποτυπώματα στο πάτωμα), Μυρτώς Ξανθοπούλου (σκουπίδια υποφωτισμένα και χαρτόνια, ωχρές απομιμήσεις των ιδεών των Tim Noble και Sue Webster), Αλίκης Παναγιωτοπούλου (μαρκαδόροι και δοχεία που χύνονται οι μπογιές τους), Ελένης Μπαγάκη (Τ-shirts με φράσεις ολίγον πορνό, μαζί με βίντεο και ήχο από αποτυχημένη φαλλοκρατούμενη σχέση) και Ειρήνης Μίγα (αρχειακές αποτυπώσεις υπολειμμάτων ενός πολύ προσωπικού δωματίου, σαν ένα πολύ πιο αχνό και φραζίλ εσωτερικό σπιτιού της Ρέιτσελ Ουάιτρηντ/Rachel Whiteread), αυτά από εγκαταστάσεις, κάποιες ακόμα φωτογραφίες, πιο κλασικές αυτές της κυπριακής αστικής δυστοπίας της πράσινης γραμμής από τον Στέλιο Καλλινίκου, πιο grungeαυτές του Πέτρου Ευσταθιάδη, που κατασκευάζει ένα δικό του απορριμματικό και απορηματικό σύμπαν στο βορειοελλαδίτικο χωριό του, πολύ απορριμματικό και όχι τόσο απορηματικό για τα δικά μου κριτήρια, λίγο ακόμα βίντεο με πολυεδρικά σχήματα για μένα συναισθηματικώς απροσπέλαστα, από την Μαρία Αναστασίου, μια σειρά «ψευδοτοιχογραφίες» από μελαγχολικούς και βαριόθυμους γκραφιτάδες, σαν ύστερος Κανιάρης ή Antoni Tàpies, από την Όλγα Μηλιαρέση-Φωκά και άλλη μια ιερογλυφία Keith Haring-ικών συμβόλων, μαζί με δυο λαβές λεωφορείου, ως «σημειώσεις για κάποιον 1,67 και πάνω που βαριέται στο λεωφορείο» από τη Χρυσάνθη Κουμιανάκη, τέλος, με πολλή περίσκεψη κι ένα σφίξιμο, όπως όταν βλέπεις έναν παλιό καλό σου φίλο και τον έχει αλλάξει ο χρόνος πολύ, με βαρύ τέτοιο συναίσθημα βλέπω, τέλος, τις ζωγραφικές της Σοφίας Στέβη, πλακάτα ακρυλικά πάνω σε βαμβακερά πανιά, που δείχνουνε μέλη ανθρώπινα, μονόλιθους, αχώνευτα πράγματα κι ανησυχαστικά, με κάποιες συμβατικές καρδούλες να υπερίπτανται μονάχες, αλλά όλα αυτά χωρίς πολύ umph, σαν πολύ άνευρα βρε παιδί μου, και μαζί τις ζωγραφικές της Μαργαρίτας Μποφιλίου, ακρυλικά και μελάνια, ανθρωπόμορφα και άλλα όντα σε περιελίξεις, λίγο Ματίς, λίγο pop-arty, λίγο Μιρό, σε συνονθυλεύματα χωρίς και πάλι ιδιαίτερο συναισθηματικό αντίκρισμα.

Βγαίνω από την έκθεση, τα τελευταία σάς τα περιέγραψα ανάκατα, νιώθω κι εγώ ανάκατα, να μια γενιά νέων Ελλήνων εικαστικών –μεγάλες κι εντυπωσιακές οι τεχνικές τους δυνατότητες, μεγάλο το εύρος των προσλήψεών τους–, το «βραβείο», όπως κάθε φορά θα το απονέμουμε για ομαδικές εκθέσεις, πάει στον Γιάννη Κολιόπουλο για τις ευρηματικές επίτοιχες προθήκες του, τις «Αρχέγονες Αντικειμενικότητες», που κοιτάζουν παιχνιδιάρικα, σίγουρα περιπαικτικά, αλλά και πολύ μελαγχολικά τους ιδρυτικούς μας μύθους καθώς αυτοί απομακρύνονται και σβήνουν (κάτι αισθάνθηκα μπροστά στα έργα αυτά, παθητική και βαθιά η μελαγχολία της «Μελέτης πάνω στο χρώμα του ψωμιού», με την εξαιρετική ξυλοτυπία «όπου μιμείσαι τον ίσκιο της μάνας μου», με μια φωτογραφία-πολαρόιντ από παιδικό πάρτι του προηγούμενου αιώνα κι ένα λεπταίσθητο, εύθραυστο εξωτικό περίπτερο-pavillon πάνω από κόκαλα-λείψανα της παιδικής ηλικίας;), να λοιπόν μια γενιά νέων Ελλήνων εικαστικών, οι περισσότεροι γύρω στα 30, όλα τα μέσα δικά τους, όλοι οι ζωγράφοι στα πόδια τους, όλο το διαδίκτυο και η μπλογκόσφαιρα, όλοι –ο Dakis και η Lisa Phillips του New Museum και ο Gioni, αγαπημένος μεριμνιστής-κουράτωρ του Δάκη (τι ωραία που ήταν, σε δική του επιμέλεια, η «A Guest + A Host = A Ghost» με τους αγαπημένους ξένους του Δάκη, το 2009 στη Νέα Ιωνία, στα παλιά λημέρια του ΔΕΣΤΕ!)–, όλοι αυτοί να τους φροντίζουνε, αλλά (μεγάλο αλλά) με τα τόσα που έχουνε μάθει και δει και επισκεφθεί, με την ακέραια και πλήρη θέλησή τους –μεγάλο τους όπλο!– να γίνουνε καλλιτέχνες πραγματικοί, ας δαγκώσουνε επιτέλους το χέρι που τους ταΐζει, ας βγάλουνε γλώσσα στους κουράτορες και τη διεθνή κοινότητα, που διψάει για «κρίση», κι ας κάνουνε –ξανά– τέχνη δική τους – όλη σου την ψυχή χύσε, λέγω, στον ξένο τρόπο και κάν’ τονε τρόπο δικό σου.

 

Σημείωση: Τα στοιχεία των καλλιτεχνών παραλείπονται για λόγους οικονομίας και μικρότερης ανιαρότητας του κειμένου, είναι όλοι τους γεννηθέντες μεταξύ 1977-1991, σχεδόν όλοι στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη ή τη Λευκωσία, και είναι εγκατεστημένοι στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Νέα Υόρκη, το Βερολίνο, το Λονδίνο και αλλού. Βάζοντας τα ονόματά τους στο Google–τον διαδικτυακό ομφαλό μας!– εύκολα βρίσκετε την ιστοσελίδα, το fb προφίλ ή το tumblr του καθενός τους. Ακόμα περισσότερα στον κατάλογο της έκθεσης (μόνο στα αγγλικά, δυστυχώς), από τους k2 Design, με κάποια τυπογραφικά λάθη στα επιμελητικά κείμενα και μέτριες, εν γένει, φωτογραφικές αποτυπώσεις των έργων, φαντάζομαι για να μείνει η τιμή του καταλόγου προσιτή, όσο προσιτά είναι πλέον τα 20 ευρώ συν 8 ευρώ εισιτήριο κατ’ άτομο.

Η Ελλάδα, ένα χρόνο μετά τις εκλογές που έφεραν ξανά τον μνημονιακό πλέον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, βρίσκεται σχεδόν στο σημείο μηδέν, χωρίς συντεταγμένες και ρεαλιστική προοπτική εξόδου από την κρίση.

Ο γλάρος

04 Οκτ 2016

Ο Κωνσταντίνος Πίττας, σταθερός συνεργάτης του περιοδικού μας, αυτές τις μέρες έχει την τιμητική του, με μια μεγάλη έκθεση της φωτογραφικής ενότητας Εικόνες μιας άλλης Ευρώπης, που φιλοξενείται στο Μουσείο Μπενάκη. Η φωτογραφία με τον γλάρο, η πρώτη εικόνα από την Ευρώπη που σκοπεύει η ευαίσθητη ματιά του Πίττα, και κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου του με τον ίδιο τίτλο, ήταν για εκείνον μια εικόνα μαγική και οικεία ταυτόχρονα. Διαβάστε την ιστορία της σύλληψής της, όπως δημοσιεύθηκε στη στήλη του Κ. Πίττα Φωτο-γραφία, στο τεύχος 68 του Books' Journal.

Στη Ρωσία, το λουτρό είναι μια ξεχωριστή συνήθεια, μια τελετή που την τιμούν σε όλη την απέραντη ενδοχώρα. Και φυσικά, όπως κάθε τελετή, έχει και την τελετουργία του. Αργή και απολαυστική.

Το Λιουμπέτς είναι ένα χωριό, στην περιοχή του Βλαντίμιρ. Το Λιουμπέτς είναι η μεθόριος ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στη Ρωσία που χάνεται και στη Ρωσία του παρόντος. Το Λιουμπέτς είναι ένα χωριό δίπλα στο ποτάμι. Το Λιουμπέτς είναι ιδέα.

Με έμβλημα τον εστεμμένο βασιλικό αετό, κυματίζει στον άνεμο η σημαία της ηγεμονίας του Σούζνταλ, της πολιτείας, το όνομα της οποίας αναφέρεται για πρώτη φορά στα Χρονικά των αρχών του 11ου αιώνα. Μας υποδέχεται στην είσοδο της πόλης. Αρχικά την είδαμε στη στροφή του ποταμού, λίγο πριν από τη μεγάλη γέφυρα, να ξεπροβάλλει λες και αναδυόταν μέσα από τα νερά του. Πρώτα οι τρούλοι των εκκλησιών, μετά τα καμπαναριά, όλα στο τοπικό αρχιτεκτονικό στυλ της «ρωσικής λαμπάδας», και στη συνέχεια τα υπόλοιπα κτίρια, οι κήποι και τα περιβόλια της πόλης.

Στην εκβολή του ποταμού Κάμενκα στον ποταμό Νερλ υψώνεται το οχυρό που έκτισε ο Ντμίτρι Ντολγκορούκι τον 12ο αιώνα για να ελέγχει τους υδάτινους δρόμους της ηγεμονίας του Σούζνταλ. Το οχυρό αυτό βρίσκεται σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων ανατολικά της πόλης του Σούζνταλ. Η μία πλευρά του συγκροτήματος ήταν χτισμένη πάνω στην ψηλή, απότομη, κρημνώδη όχθη του ποταμού Νερλ.

Η νύχτα είναι μεγάλη, η παγωνιά βαριά. Στο δρόμο που οδηγεί στην Ανατολή, του δρόμου που μέχρι σήμερα λέγεται «του Πεκίνου» ή «της Σιβηρίας», ακούγεται ο θόρυβος που κάνουν οι βαριές αλυσίδες με τις οποίες είναι δεμένα τα χέρια και τα πόδια των κρατουμένων. Η ομάδα αποτελείται από έφιππους και πεζούς χωροφύλακες και τους κρατούμενους. Οι πρώτοι φορούν βαριές κάπες και γούνινα καπέλα, οι δεύτεροι είναι τυλιγμένοι με ό,τι είχαν στη διάθεσή τους. Μαζί θα διανύσουν έξι χιλιάδες χιλιόμετρα, μέχρι να φτάσουν στην άλλη άκρη του κόσμου. Κάποιοι από τους κατάδικους θα φτάσουν στον προορισμό τους, άλλοι απλά θα ταφούν στην άκρη του δρόμου, εκεί που θα αφήσουν την τελευταία τους πνοή.

Ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης επισκέπτεται εκ νέου τη Ρωσία. Ως εκ τούτου, επιστρέφει η στήλη του με τις επιστολές του από τη χώρα των αντιφάσεων - αλλά και της τεράστιας αγάπης πολλών κατοίκων της στην πνευματικότητα. 

Σελίδα 1 από 5