Κυριακή, 03 Μαΐου 2020

Κορώνες και κορωνοϊοί

Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Ημερολόγιο πανδημίας web only

ΧΧΧΙΧ. 3/5/2020. Σήμερα, τελευταία μέρα του «Μένουμε Σπίτι», αποχαιρετώ την καθημερινή δημοσίευση στο Ημερολόγιό Πανδημίας και όλους εσάς που το διαβάζετε, παραβαίνοντας την προτροπή του Διονύση Σαββόπουλου: «Τα όνειρά σου μην τα λες / γιατί μια μέρα κρύα / μπορεί και οι φροϋδιστές / να `ρθούν στην εξουσία», και θα διηγηθώ δύο «κορωνιασμένα» μου όνειρα.

Πριν από την εποχή του κορωνοϊού ήταν σύνηθες να βλέπω ενοχικά ή τραυματικού τύπου όνειρα, με το πιο συχνό, να ανακαλούμαι από διάφορες καφκικού τύπου αρχές να δώσω εξετάσεις, τις πιο πολλές φορές στη γεωγραφία, που τάχα είχα αποφύγει την εποχή του γυμνασίου. Επίσης έβλεπα όνειρα αποκλεισμού: έμπαινα π.χ. σε ένα κτίριο, στο οποίο κατά τη διάρκεια της εντός παραμονής μου όλες οι πόρτες εξόδου χάνονταν και τείχη παντού με περιέκλειαν· ή έβλεπα ότι οδηγούσα αυτοκίνητο που του είχε αφαιρεθεί το τιμόνι.

Ας προείπω, για όσους δεν με γνωρίζουν, ότι τριάντα οκτώ χρόνια άσκησα το επάγγελμα του οδοντιάτρου, από το 1968 ώς το 2006. Δεκατέσσερα χρόνια τώρα είμαι μακριά απ’ την οδοντιατρική. 

Στο παλιότερο όνειρο είδα ότι ήμουν περιορισμένος στο σπίτι. Αυτό δεν είχε καμιά σχέση με το πραγματικό, ήταν σε μια παντελώς άκτιστη περιοχή, τερατώδες και με πόρτα περίεργη – συγκεκριμένα, ένα δικτυωτό ρολό, σαν γκαραζόπορτα. Σήκωσα, λοιπόν, το ρολό και βγήκα να πετάξω τα σκουπίδια στον παρακείμενο κάδο, φορούσα πυτζάμες, το ένδυμα της εποχής. Επιστρέφοντας είδα ένα τσούρμο, πέντε έξι κακοντυμένες γυναίκες, να έχουν μόλις μπει μέσα στο σπίτι από το ρολό που βλακωδώς είχα αφήσει ανοιχτό. «Ε!», άρχισα να τρέχω και να φωνάζω σαν παλαβός, «τι κάνετε εκεί; Πού πάτε; Δεν ξέρετε την απαγόρευση, τον κορωνοϊό;» Με δυσκολία τις έβγαλα από μέσα, αλλά δεν απομακρύνθηκαν και τρομοκρατημένος άρχισα να κατεβάζω το ρολό. Πριν το ολοκληρώσω, επέστρεψε μία απ’ αυτές. Ήταν κουκουλωμένη με μια κελεμπία, κάτι σαν ινδικό σάρι, και είχε μια μαντήλα που έκρυβε εκτός από τα μαλλιά της και το μεγαλύτερο μέρος του αποστεωμένου μαύρου προσώπου της. «Φύγε» της είπα, «τι ζητάς εδώ;» Δεν μιλούσε, μόνο με κοίταζε στα μάτια και με δύναμη προσπαθούσε ν’ ανοίξει το ρολό, τραβώντας το προς τα πάνω. Εγώ αντιθέτως το πίεζα να κατέβει. Ήταν δυνατή. Ήρθαμε πιο κοντά, εξακολουθούσε να τραβάει το ρολό. Έβαλα μεγαλύτερη δύναμη να το κλείσω, τότε εκείνη έκανε ένα απειλητικό γατίσιο μορφασμό. Είδα τα δόντια της, ήταν όλα φριχτές, κοφτερές, χρυσές κορώνες. Ξύπνησα αλαφιασμένος.

Τώρα το πιο πρόσφατο όνειρο. 

Χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν μια ιντερνετική κλήση απ’ αυτές που βλέπεις τον καλούντα. Πελάτης! Ψηλός, ξερακιανός, στρογγυλοπρόσωπος, γύρω στα πενήντα, φορούσε ένα καφέ μπουφάν, ούτε εχθρικός ούτε φιλικός, αγχωμένος. Δεν θυμόμουνα την περίπτωσή του. Παρ’ όλο που μου μίλησε δεν μπόρεσα να διακρίνω τα δόντια του – το πρώτο πράγμα που κάνω μόλις δω κάποιον.  «Γιατρέ τι γίνεται με την κορώνα;», μου λέει. 

«Ξέρετε, δεν πηγαίνω στο γιατρείο. Δυο μήνες τώρα. Λόγω κορωνοϊού».

«Πολύς καιρός, γιατρέ».

«Τι να κάνουμε. Οι κανόνες… τα μέτρα».

«Τι γίνεται; Την έχεις έτοιμη; Πρέπει να τη βάλουμε. Θέλω την κορώνα».

«Θα συνεννοηθώ με τον τεχνίτη… Με την κατάσταση δεν ξέρω…»

«Εγώ τι φταίω; Την κορώνα».

Και πάλι δεν άντεξα για τη συνέχεια, ξύπνησα αγχωμένος.

***

Αναμένω εξηγήσεις, όχι του ονειροκρίτη, επιστημονικές, από  φροϋδιστές φίλους.

Φοβάμαι ότι με καλεί ο κορωνοϊός! 

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά