Σάββατο, 11 Απριλίου 2020

Τότε και τώρα

Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Ημερολόγιο πανδημίας web only

XX. 11/4/2020. Σε διάφορα σημειώματα του ημερολογίου έγραψα για την αδυναμία της ιατρικής ν’ απαντήσει στην επιδημία με ικανοποιητικό τρόπο, γι’ αυτό και χρειάστηκε να καταφύγει στην πανάρχαια πρακτική της καραντίνας, με όλες τις πολλαπλές συνέπειες. Φυσικά με αυτό δεν θέλω να πω ότι τίποτε δεν άλλαξε, ότι δεν υπήρξαν σημαντικές επιστημονικές και κλινικές κατακτήσεις. Οι επιδημίες είναι κυρίως αντικείμενο της δημόσιας υγείας. Την κλινική πρακτική σωστότερο θα ήταν να την κρίνουμε από άλλες δραστηριότητες, για παράδειγμα πόσο επαρκώς αντιμετωπίζει το δύσκολο πρόβλημα των τοκετών από γυναίκες μολυσμένες με τον κορωνοϊό.

Με αυτές τις σκέψεις θυμήθηκα τις καταστάσεις με τις οποίες έρχονταν στη ζωή οι άνθρωποι τη δεκαετία του 1950. Ο πατέρας μου ήταν γιατρός στο γενέθλιο χωριό του και κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του ζωής έκανε περί τους χίλιους τοκετούς. Οι γέννες τότε, στην επαρχία, γίνονταν στα σπίτια. Η παρακολούθηση της εγκυμοσύνης γινόταν με τα κλινικά μέσα της εποχής και κυρίως με το ακουστικό. Ξεκινούσε από τον τρίτο μήνα και εντεινόταν τις τελευταίες εβδομάδες. Εργαστηριακά βοηθήματα ήταν δύσκολα κι απόμακρα και σπανίως χρησιμοποιούνταν.

Η γέννα ξεκινούσε μόλις άρχιζαν οι πόνοι ή έσπαγαν τα νερά και καλούνταν ο γιατρός. Στην πρώτη επίσκεψη έβλεπε τη διαστολή, προσδιόριζε τον πιθανό χρόνο του τοκετού –συνήθως κρατούσε πολλές ώρες– και, ανάλογα, έφευγε ή παρέμενε, αφού επαναλάμβανε οδηγίες για το τι θα χρειαστεί και πώς θα έπρεπε να προετοιμαστούν, ώστε να εξασφαλισθούν στοιχειώδεις συνθήκες καθαριότητας και αντισηψίας, φυσικά με τα μέσα που ήταν διαθέσιμα. Τα πάντα έπρεπε να πλυθούν ή να βραστούν. Το γυναικομάνι αναλάμβανε αυτές τις δουλειές. Τα βρασμένα εργαλεία ήταν σε ένα μεταλλικό κουτί και τα λίγα διαθέσιμα για την περίπτωση φάρμακα στην ιατρική του τσάντα. Τις περισσότερες φορές οι τοκετοί, για κάποιον βιολογικό λόγο, γίνονταν νύχτα. Το απαραίτητο καλό φως ήταν δύσκολο, συνήθως χρειαζόταν να δανειστούν κάποιο λουξ.

Όταν η διαστολή έφτανε σε σημείο που έδειχνε ότι αρχίζει η γέννα καθεαυτή, μετέφερε και ανέβαζε τη γυναίκα στο σανιδένιο τραπέζι της κουζίνας. Βόλευε το σκληρό υπόβαθρο, ενώ το ύψος διευκόλυνε τους χειρισμούς. Η τοποθέτηση αυτή θα έλεγα ότι είχε κι ένα συμβολισμό, τα παιδιά γεννιούνταν στο τραπέζι που αργότερα θα έτρωγαν αυτά και η οικογένεια. Συνήθως αυτό βρισκόταν σε μεγάλο χώρο, οι οικογένειες ήταν πολυπληθείς. Αυτός, λοιπόν, ο χώρος γέμιζε από γυναίκες, αποκλειστικά γυναίκες (ούτε ο σύζυγος): συγγένισσες,, φίλες γειτόνισσες, γιαγιές, κορίτσια, όλες οι ηλικίες.

Η γέννα ήταν δημόσια, με κάτι θεατρικό. Στο κέντρο της σκηνής φυσικά πρωταγωνιστούσε η επίτοκος. Ο πατέρας μου, ως γιατρός, κεντρικό πρόσωπο μπροστά από την επίτοκο, σε ρόλο σκηνοθέτη, το γλεντούσε, καθώς του άρεσαν πολύ οι γέννες, αυτές οι γιορτές ζωής. Μια πρακτική μαμή είχε το ρόλο επιλοχία, ενώ το γυναικομάνι μοιραζόταν διαφόρους ρόλους, αλλά κυρίως του θεατή. Όλοι κοιτούσαν και περίμεναν ένα σημείο, ένα λόγο του γιατρού σχετικό με την εξέλιξη της διαδικασίας.

Εκείνος με το φως του λουξ έλεγχε την πρόοδο της διαδικασίας με υπόκρουση τα αχ και βαχ της γυναίκας που κοιλοπονούσε, ενώ με μαλακτικές κινήσεις των χεριών πάνω στην κοιλιά βοηθούσε να πάρει θέση το έμβρυο και να κατεβεί. Παράλληλα μιλούσε, ακόμη και με χιουμοριστικές ατάκες, στη γυναίκα για να ξεχνιέται ενώ παράλληλα της έδινε οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει. Όταν το παιδί είχε πια κατεβεί άρχιζε η προσπάθεια εξόδου από τη γυναίκα, την οποία εκείνος υποβοηθούσε με χειρισμούς μαζί με παραινέσεις και επιβραβεύσεις. Πρώτα έβγαινε το κεφάλι, μετά ο ένας ώμος, ακολούθως ο άλλος και το υπόλοιπο σώμα. Ένα μπατσάκι για ν’ αναπνεύσει και να κλάψει το μωρό και μετά το κόψιμο του λώρου. Η πρακτική μαμή αναλάμβανε να το πλύνει, ενώ ο γιατρός παρακολουθούσε μια άλλη κρίσιμη διαδικασία, την έξοδο του συνόλου του πλακούντα, και ακολούθως τακτοποιούσε τον κόλπο της γυναίκας. Εξέταζε ιατρικά το νεογνό και το παρέδιδε στην αγκαλιά της μητέρας, φασκιωμένο σε άσπρα βρασμένα οθόνια.

Κάποιες φορές αυτή η φυσιολογική διαδικασία ήταν αργή και δύσκολη, είτε επειδή το παιδί κατέβαινε με τον κώλο κι έπρεπε ο γιατρός να το γυρίσει, είτε επειδή δεν κατέβαινε και έπρεπε να το τραβήξει με τον εμβρυουλκό. Κάποιες φορές αυτοί οι χειρισμοί αποδεικνύονταν ανεπαρκείς. Τότε η γυναίκα ταξίδευε στην κοντινή πόλη, τη Δράμα, συνοδευόμενη και από τον πατέρα, για να κάνει τη δύσκολη και άκρως επικίνδυνη τότε καισαρική.

Γενικά, στις γέννες υπήρχε συνολική ατμόσφαιρα χαράς, ενθουσιασμού, ακόμη και έξαψης, ιδιαίτερα αν ήταν εύκολες· πειράγματα, αστεία, διηγήσεις από αντίστοιχες καταστάσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη. Ήταν η γιορτή της γυναίκας –με σημερινούς όρους μια φεμινιστική γιορτή– και η αποθέωση της ιδιαίτερης φύσης της.

Οι άντρες ήταν απόβλητοι και μαζεμένοι σε άλλο δωμάτιο ή, αν ήταν καλοκαίρι, στην αυλή, περίμεναν καπνίζοντας ασταμάτητα. Στον δικό τους χώρο υπήρχε ατμόσφαιρα άγχους, ίσως και αγωνίας, σχετικά με την έκβαση της γέννας αλλά και για το φύλο του παιδιού. Σχεδόν όλοι ήθελαν αρσενικό. Περίμεναν ν’ ακούσουν το συμβολικό κλάμα του παιδιού, που έδειχνε ότι γεννήθηκε ζωντανό, ότι αναπνέει κι ότι έχουν αρχίσει τα βάσανά του. Μ’ αυτόν τον τρόπο επισημαινόταν η στιγμή που ένας νέος άνθρωπος ερχόταν στον κόσμο. Ήταν η πρώτη και κρίσιμη πληροφορία. Η δεύτερη ερχόταν από κάποια γυναίκα που έβγαινε και ανακοίνωνε το φύλο και η τρίτη το βάρος του παιδιού, που κατά τη λαϊκή δοξασία έδειχνε την δύναμη του σπέρματος του άντρα. Σε λίγες ώρες όλο το χωριό ήξερε τη χαρμόσυνη είδηση: «Ο Βαγγέλας έκανε κορίτσι».

Ο πατέρας γυρνούσε στο σπίτι κουρασμένος και πολλές φορές κάθιδρος, αλλά βαθιά ικανοποιημένος. Διηγούνταν τα καθέκαστα στη μητέρα· τα παιδιά ακούγαμε. Σήμερα μπόρεσα να συνθέσω την ιστορία από αποσπάσματα πολλαπλών εκδοχών της.

Στις γέννες του δεν έχασε ποτέ καμία γυναίκα παρ’ όλες τις συνθήκες, χάθηκαν όμως κάποια βρέφη. Η δυσκολία τότε αφορούσε την έλλειψη μέσων και γνώσεων. Σήμερα οι δυσκολίες αυξήθηκαν από την ηλικία των πρωτότοκων γυναικών και την, κατά συνέπεια, πιο πιθανή παράλληλη νοσηρότητα.

Όμως στην Ελλάδα η βρεφική θνησιμότητα –αξιόπιστος δείκτης της αποτελεσματικότητας της ιατρικής– μειώθηκε εντυπωσιακά τις δεκαετίες που πέρασαν και είναι από τις μικρότερες στον κόσμο: για κάθε 1.000 γεννήσεις ζώντων το 1960 χάνονταν 39 βρέφη, ενώ το 2018 αυτό περιορίστηκε στα 4.

 

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Μετά την πανδημία; ΡΟΜΑ και ΜΗ ΡΟΜΑ

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά