Τετάρτη, 01 Απριλίου 2020

Οι θάλαμοι της Καλαμαριάς

Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Ημερολόγιο πανδημίας web only

ΧV. 1/4/2020. Τις ημέρες αυτές της λάιτ καραντίνας, το μυαλό πάει στους πρόσφυγες του 1922. Πολλοί απ’ αυτούς, άνθρωποι υγιείς οι οποίοι υποχρεώθηκαν, με περιθώριο ελάχιστου χρόνου, να αφήσουν τα σπίτια τους και να μπουν σε ψειριασμένα πλοία τα οποία τους περιέφεραν από ’δώ κι από ’κεί, όταν βγήκαν στις στεριές μπήκαν σε πολύμηνη καραντίνα. Κάποιοι είχαν την ατυχία να απομονωθούν στο λοιμοκαθαρτήριο της Καλαμαριάς.

Kalamaria1

1922 ή 1923. Καταυλισμός στο λοιμοκαθαρτήριο Καλαμαριάς.   

 

Πολλοί μεμψιμοιρούμε για τον περιορισμό στα σπίτια μας. Βελτιώνεται και ο καιρός και τι ωραία θα ήταν να κάναμε μια βόλτα «παρά θίν’ αλός», στο βουνό, στο πάρκο. Όμως σε μια επιδημία που η νόσος δεν έχει φάρμακο και έχει αυτή τη μεταδοτικότητα, το πιο δραστικό μέτρο είναι η κατάργηση του συγχρωτισμού, η φυσική απόσταση, η κοινωνική απομάκρυνση, μένουμε σπίτι, η καραντίνα, ή όπως αλλιώς την πούμε. Είναι μια λάιτ καραντίνα. Ας σκεφτούμε τους σημερινούς πρόσφυγες και ας θυμηθούμε την καραντίνα του ενός και πλέον εκατομμυρίου ανθρώπων που ήρθαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών.

Ήταν άνθρωποι υγιείς οι οποίοι υποχρεώθηκαν, με περιθώριο ελάχιστου χρόνου, να αφήσουν τα σπίτια τους και να μπουν σε ψειριασμένα πλοία τα οποία τους περιέφεραν από ’δώ κι από ’κεί, και όταν βγήκαν στις στεριές μπήκαν σε πολύμηνη καραντίνα.

Πριν από λίγα χρόνια διάβασα την οδύσσεια Γεωργίου Νεοκλή Λαμψίδη στην Αυτοβιογραφία του πατέρα μου[i] της Ουρανίας Λαμψίδη. Στο κεφάλαιο «Οι θάλαμοι της Καλαμαριάς», σελ. 92 έως 97, είναι η διήγηση της καραντίνας στην Καλαμαριά, απολύτως συγκλονιστική και απίστευτη. Περισσότεροι από διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι στοιβάχτηκαν μέσα σε αγγλογαλλικούς στρατώνες του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Είκοσι χιλιάδες πέθαναν εκεί κυρίως από ελονοσία, που δεν είχαν πριν εγκλεισθούν. Ως μότο του κεφαλαίου, η Ουρανία Λαμψίδου επέλεξε απόσπασμα από τον Ντανίλο Κις:

Τι σημαίνει έξι εκατομμύρια, αν δεν έχεις συναντήσει ένα πρόσωπο, αν δεν έχεις δει ένα σώμα, αν δεν έχεις ακούσει μια προσωπική ιστορία;

Γι’ αυτό κι εγώ , αν και λυπάμαι που θα σας στενοχωρήσω, θ’ αντιγράψω ένα μικρό (λόγω χώρου) απόσπασμα από τη σκληρή ιστορία του πατέρα της:

Το ύψωμα αυτό της Καλαμαριάς ήταν απομονωμένο από τη Θεσσαλονίκη με αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Άγριοι και αυστηροί στρατιώτες-σκοποί, τοποθετημένοι ανά εκατό μέτρα, φύλαγαν τους εγκλείστους «χολεριασμένους». […] Η φήμη των «χολεριασμένων» δεν άφηνε τους θεσσαλονικείς να ανέβουν τον μικρό ανήφορο, έστω από περιέργεια. Γι’ αυτούς θα πρέπει να ήμασταν ένας απαγορευμένος ζωολογικός κήπος με άγρια και επικίνδυνα ζώα. […]

Η ζωή στον συρματοπλεγμένο τόπο ήταν μαρτυρική, βασανιστική και παρόλο που κράτησε μόνο επτά μήνες, μας στιγμάτισε για πάντα: το φαγητό ήταν άθλιο, φακές, φασόλια, σκουληκιασμένα μακαρόνια μαγειρεμένα με βρωμόλαδα. […]

Στο εσωτερικό τους οι θάλαμοι ήταν χωρισμένοι «κατά οικογένεια». Κουβέρτες, κιλίμια, τσουβάλια και ό,τι άλλο υπήρχε πρόχειρο χώριζαν τη μία οικογένεια από την άλλη. Τη νύχτα τα ποντίκια περπατούσαν επάνω μας, έγλειφαν τα πρόσωπά μας, πεταγόμασταν από τον ύπνο και τα κυνηγούσαμε. Σε κάθε θάλαμο άκουγες ιστορίες προσωπικής φρίκης, οι περισσότεροι είχαν χάσει συγγενείς ή φίλους και παρηγορούσαν ή τιμωρούσαν τους εαυτούς τους με τις αναμνήσεις τους. […]

Ο Σωκράτης[ii] σφάδαζε από τους πόνους όλη τη νύχτα και μαζί του ξενυχτούσαμε όλοι. «Λίγο κιχ, λίγο κιχ», έλεγε κάθε τόσο και εννοούσε το κρέας. Πού να βρεθεί όμως κρέας στην Καλαμαριά; Δεν άφηναν κανέναν να κατέβει στην πόλη. Η μητέρα έκλαιγε, όπως κι εγώ. Ο πατέρας έμενε σιωπηλός, όπως σιωπηλά έμεναν και τα άλλα αδέλφια μου.

Η μητέρα τον τύλιξε σε μια κουβέρτα κι εγώ κρατούσα σφιχτά την άκρη του φουστανιού της. Προχωρήσαμε προς το νεκροδωμάτιο και όταν φτάσαμε στην πόρτα σπρώξαμε, αλλά δεν άνοιξε εύκολα. Καταφέραμε να τη μισανοίξουμε και είδαμε αμέτρητους νεκρούς, στοιβαγμένους, που είχαν φράξει την είσοδο. Εναποθέσαμε τον Σωκράτη πάνω στις σορούς, κλείσαμε την πόρτα και γυρίσαμε στο θάλαμο. Δε μάθαμε ποτέ πού θάφτηκε ο Σωκράτης, όπως και οι τόσοι άλλοι νεκροί.

Έχουν περάσει πάνω από 70 χρόνια, έχω κάνει μια μεγάλη διαδρομή, απορροφήθηκα από πολλά κύματα ζωής, αλλά οι θάλαμοι της Καλαμαριάς με κυνηγούν σαν τραύμα ανεπούλωτο, μου ταράζουν τη γαλήνη, καρφωμένοι στο μυαλό μου. Και καθώς μεγαλώνω το μακρινό και απωθημένο παρελθόν όλο και πλησιάζει, πότε με ζεσταίνει και πότε με διαλύει.

Δεν τόλμησα να ανεβώ από τότε στο ύψωμα της Καλαμαριάς και παρόλο που τώρα πια είναι αγνώριστη και πυκνοκατοικημένη, φοβάμαι πάντα ότι θα αντικρίσω τα συρματοπλέγματα, τους άγριους σκοπούς, το νεκροδωμάτιο όπου εναποθέσαμε τον Σωκράτη, τη μάνα μου, που έκλαιγε ήσυχα και αρχοντικά το στερνοπούλι της.

 


[i] Ουρανία Λαμψίδου, Η αυτοβιογραφία του πατέρα μου, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2014, σελ. 190.

[ii] Αδελφός του Γ.Ν. Λαμψίδη.

Λάκης Δόλγερας

Συγγραφέας. Βιβλία του: τα διηγήματα Ξεχασμένες Ιστορίες (2006) και τα μυθιστορήματα Μια σκοτεινή υπόθεση (2010), Η δεύτερη συνάντηση της Ελεωνόρας και του Νίκου (2012), Νικητές και νικημένοι (2013), Νεκρός στον ήλιο του Ιουλίου (2015)

 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά