Παρασκευή, 04 Νοεμβρίου 2016

Ευρώπη - Ελλάδα: ταξίδι στο άγνωστο;

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες Τεύχος 70
Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ την Ευρώπη, το φάντασμα του ευρωσκεπτικισμού. Η Μαρίν Λεπέν (επικεφαλής του γαλλικού Εθνικού Μετώπου) και ο Γκερτ Βίλντερς (ηγέτης του ολλανδικού FreedomParty) είναι δύο από τους εκπροσώπους αυτής της τάσης. Στην εθνικιστική Ακροδεξιά και οι δύο, δυνητικά θα μπορούσαν να συμμαχήσουν στην κατεύθυνση του μείζονος πολιτικού στόχου τους, της απο-ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αριστερούς εθνολαϊκιστές. Η φωτογραφία, από πρόσφατη συνάντηση Λεπέν και Βίλντερς. Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω απ’ την Ευρώπη, το φάντασμα του ευρωσκεπτικισμού. Η Μαρίν Λεπέν (επικεφαλής του γαλλικού Εθνικού Μετώπου) και ο Γκερτ Βίλντερς (ηγέτης του ολλανδικού FreedomParty) είναι δύο από τους εκπροσώπους αυτής της τάσης. Στην εθνικιστική Ακροδεξιά και οι δύο, δυνητικά θα μπορούσαν να συμμαχήσουν στην κατεύθυνση του μείζονος πολιτικού στόχου τους, της απο-ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αριστερούς εθνολαϊκιστές. Η φωτογραφία, από πρόσφατη συνάντηση Λεπέν και Βίλντερς. twitter

Η Ελλάδα, ένα χρόνο μετά τις εκλογές που έφεραν ξανά τον μνημονιακό πλέον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, βρίσκεται σχεδόν στο σημείο μηδέν, χωρίς συντεταγμένες και ρεαλιστική προοπτική εξόδου από την κρίση.

Ουδέποτε στο παρελθόν και οπωσδήποτε ουδέποτε στην εξηκονταετή  ιστορία της η έναρξη της νέας διαπραγματευτικής περιόδου (το φθινόπωρο)  έβρισκε την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αλλά και  το παγκόσμιο σύστημα (και την Ελλάδα) μπροστά σε τόσο ισχυρές αβεβαιότητες, απειλές, προβλήματα, κρίσεις  και προκλήσεις. Η αίσθηση ότι ένας ιστορικός κύκλος κλείνει, ένας νέος ανοίγει, ότι έχουμε ένα paradigm shift είναι διάχυτη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται, ιδιαίτερα μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, σε αναζήτηση προοπτικής / προσανατολισμού / στρατηγικής, προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα, δηλαδή τη δομική εξασθένιση, την απο-ολοκλήρωση (disintegration), ίσως και την ολική κατάρρευση. Οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, σε μια άτυπη διάσκεψη κορυφής (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο) στην Μπρατισλάβα, στις 16 Σεπτεμβρίου, προσπάθησαν  να χαράξουν μια κάποια στρατηγική, αλλά με εντελώς  πενιχρά αποτελέσματα.

Εξ άλλου, το ευρύτερο διεθνές σύστημα έχει μπει επίσης σε μια βαθιά αστάθεια για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως εξ αιτίας  της βαθιάς αμφισβήτησης  της κύριας διαδικασίας που το διαμόρφωσε τις τελευταίες δεκαετίες, δηλαδή της παγκοσμιοποίησης. Εάν η εντυπωσιακή πορεία του Ντόναλντ Τραμπ προς την προεδρία των ΗΠΑ αλλά και η άνοδος των εθνολαϊκιστικών δυνάμεων στην Ευρώπη πιστοποιούν  κάτι, είναι ότι έχουμε περάσει στη διαδικασία «απο-παγκοσμιοποίησης», στην προσπάθεια επιστροφής στο εθνικό κράτος, με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες που αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Μια απ’ αυτές είναι η συρρίκνωση και η απονομιμοποίηση  της δημοκρατίας σε παγκόσμια κλίμακα.

Η Ελλάδα, ένα χρόνο μετά τις εκλογές που έφεραν ξανά τον μνημονιακό πλέον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, βρίσκεται σχεδόν στο σημείο μηδέν, χωρίς συντεταγμένες και ρεαλιστική προοπτική εξόδου από την κρίση. Η οικονομική ύφεση παραμένει (στο – 0,7% σε ετήσια βάση, παρά την αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,3% το δεύτερο τετράμηνο του έτους – η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ σε ύφεση), η δεύτερη αξιολόγηση του τρίτου προγράμματος / μνημονίου υπόσχεται να είναι άλλη μια τραυματική εμπειρία, οι δυσβάστακτες φορολογικές επιβαρύνσεις επιτείνουν την κοινωνική απόγνωση και την αφανή οργή, ενώ αναλυτές εκτιμούν ότι η αιχμή της ελληνικής κρίσης μπορεί να  επιστρέψει στα πρωτοσέλιδα του ευρωπαϊκού και του διεθνούς Τύπου. Ταυτόχρονα, βασικά κεκτημένα της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας φαίνεται να αμφισβητούνται ή και να απειλούνται. Επιχειρούνται θεσμικές αλλοιώσεις και πολιτικές τερατογενέσεις ( υπόθεση Καλογρίτσα, αλλά και υπόθεση  Γεωργίου, κ.ά.).  Και η Κεντροαριστερά (Σοσιαλδημοκρατία, Μεταρρυθμιστικό Κέντρο ή όπως αλλιώς ονομασθεί – αδιάφορο), ο προοδευτικός δηλαδή φιλοευρωπαϊκός πολιτικός χώρος του ορθολογισμού, αναζητά ακόμη την ενότητα και την ταυτότητά του χωρίς μεχρι στιγμής αποτελέσματα.Το αντίθετο, μάλλον τα πράγματα δυσκολεύουν. Ωστόσο η ρήση-κλισέ ισχύει :  «η θεσμική ενωτική παρουσία του χώρου αυτού  είναι αναγκαία σήμερα παρά ποτέ» ως προϋπόθεση για την ομαλή πολιτική διαδρομή της χώρας.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τις προσπάθειες επίδειξης ενότητας ( μεταξύ άλλων  στην Μπρατισλάβα) , παραμένει βαθύτατα  διχασμένη  με  σαφώς διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς τη μελλοντική της πορεία  και την ταυτότητα μετά το δημοψήφισμα για το Brexit. Μπορούν να αναγνωσθούν  τρεις διαφορετικές  προσεγγίσεις που  αντιστοιχούν σχηματικά σε τρεις ξεχωριστές  ενότητες πολιτικών δυνάμεων:

*Η πρώτη προσέγγιση υποστηρίζει ουσιαστικά τη διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αντιστροφή της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (disintegration) με πλήρη επιστροφή στο εθνικό κράτος. Είναι η προσέγγιση που προπαγανδίζεται ανοιχτά από τις εθνολαϊκιστικές δυνάμεις των  άκρων, κυρίως της Ακροδεξιάς. Για τις δυνάμεις αυτές, η απόφαση για το Brexit έδειξε την «αντιστρεψιμότητα» (reversibility) της ενοποιητικής διαδικασίας και, επομένως, το γεγονός αυτό θα πρέπει να αξιοποιηθεί ως ευκαιρία για το αποφασιστικό τελικό χτύπημα στο «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» έπειτα από  εξήντα  χρόνων  προσπάθειες  για  τη συγκρότησή του. Στη λογική αυτή, ακροδεξιά κόμματα και ηγέτες όπως η Μαρίν Λεπέν του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία, ο Γκερτ Βίλντερς του Freedom Party στην Ολλανδία, το People’s Party στη Δανία, το Five Star Movement στην Ιταλία, τα οποία κατάφεραν να διεκδικούν  με αξιώσεις  θέσεις εξουσίας,  υποστηρίζουν τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων για την έξοδο των χωρών από την Ευρωπαϊκή Ένωση και επιτάχυνση της διαδικασίας απο-ολοκλήρωσης της Ευρώπης. Βεβαίως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι δυνάμεις αυτές θα φθάσουν  τελικά στις  θέσεις εξουσίας τις ικανές να επιβάλουν τις επιλογές τους . Εξαίρεση ίσως αποτελεί η Ιταλία, όμως αυτή τη στιγμή είναι γενικώς και η χώρα-πονοκέφαλος για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν ο πρωθυπουργός Ματέο Ρέντζι χάσει το ερχόμενο δημοψήφισμα πάνω στις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, τότε, όπως ο ίδιος (αφελώς) δεσμεύτηκε, θα παραιτηθεί και το πιθανότερο είναι να ακολουθήσουν γενικές εκλογές με όλα τα  αποτελέσματα πιθανά και με απρόβλεπτες συνέπειες. Η ενδεχόμενη άνοδος της Five Star Movement στην εξουσία μπορεί όντως να οδηγήσει στην απο-ολοκλήρωση – αν όχι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπωσδήποτε της ευρωζώνης.

*Η δεύτερη προσέγγιση προτείνει ουσιαστικά το πάγωμα της ενοποιητικής διαδικασίας για το ορατό μέλλον. Η  προσέγγιση αυτή υποστηρίζεται από την πλειονότητα των συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα από την καγκελάριο της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ. Το επιχείρημα είναι ότι το δημοψήφισμα για το Brexit  επιβάλλει μια μεγάλη περίοδο περισυλλογής (reflection) πριν αναληφθούν οποιεσδήποτε νέες ενοποιητικές πρωτοβουλίες. Χωρίς αμφιβολία, η στάση της καγκελαρίου Μέρκελ υπαγορεύεται από την επερχόμενη εκλογική αναμέτρηση (Σεπτέμβριος 2017) και τις ανακατατάξεις που καταγράφονται στο εκλογικό σώμα (σχετική άνοδος του ευρωσκεπτικιστικού AFD – Εναλλακτική για τη Γερμανία). Υπαγορεύονται όμως και από την αρνητική στάση άλλων συντηρητικών δυνάμεων ή χωρών (ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, Πολωνία, Ουγγαρία κ.ά.) να στηρίξουν πρωτοβουλίες εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η τρίτη προσέγγιση είναι αυτή της επιτάχυνσης / εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Υποστηρίζεται από μεγάλη κατηγορία αριστερών / σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών δυνάμεων με επικεφαλής τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Mάρτιν Σουλτς, αλλά και τον προερχόμενο από τον συντηρητικό  χώρο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλων Γιούνκερ, καθώς και από τους φιλελεύθερους (Γκυ Φέρχοφστατ).  Με άλλα λόγια, οι δυνάμεις αυτές θέλουν να αξιοποιήσουν την απόφαση για Brexit ως ευκαιρία για την προώθηση της ενοποίησης, προβάλλοντας τρία κεντρικά επιχειρήματα για τη θέση αυτή:

Πρώτον, ότι τα προβλήματα και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη και οι πολλαπλές κρίσεις (προσφυγικό, ανάπτυξη, απασχόληση, τρομοκρατία, περιφερειακή αστάθεια κ.ά.) δεν μπορούν να επιλυθούν παρά με «περισσότερη και καλύτερη Ευρώπη» και όχι με «λιγότερη Ευρώπη» και επιστροφή στο εθνικό κράτος. Η συνταγή αυτή είναι καταδικασμένη. Θα οδηγήσει σε αστάθεια και πιθανότατα σε συγκρούσεις στον ευρωπαϊκό χώρο. Που σημαίνει, επιστροφή στο «κακό παρελθόν».  

Δεύτερον, η ευρωζώνη (ΟΝΕ) όπως έχει σήμερα δεν είναι βιώσιμη (sustainable). Εάν δεν προχωρήσει η ολοκλήρωσή της με δημοσιονομική ένωση, οικονομική ένωση και τελικά πολιτική ένωση, αργά ή γρήγορα θα καταρρεύσει.  Επομένως απαιτείται επιτάχυνση της ενοποιητικής διαδικασίας στον τομέα της νομισματικής ένωσης αλλά και στους τομείς ασφάλειας και άμυνας.

Τρίτον, το ενδεχόμενο πάγωμα της ενοποιητικής διαδικασίας συνιστά αδιέξοδη προσέγγιση. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στην de facto απαξίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με χώρες μέλη αρνούμενες να εφαρμόσουν το δίκαιο και τις πολιτικές της (όπως ήδη έχει αρχίσει και συμβαίνει) και, τελικά, στην απο-ολοκλήρωση.

Στη καρδιά  των επιχειρημάτων αυτών βρίσκεται η εκτίμηση ότι η άνοδος του ευρωσκεπτικισμού οφείλεται βασικώς στην αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιλύσει καθημερινά προβλήματα της ευρωπαϊκής κοινωνίας, καθώς δεν διαθέτει τις απαιτούμενες «ικανότητες» (capabilities) ούτε τις πολιτικές για το σκοπό αυτό.  Θα πρέπει επομένως να τις αποκτήσει μέσω της εμβάθυνσης της ενοποίησης που μπορεί τελικά να προσλάβει το χαρακτήρα και ενός «νέου ευρωπαϊκού συμβολαίου». 

Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η χώρα που θα μπορούσε να σηκώσει το βάρος της επιτάχυνσης της ενοποίησης, η Γαλλία, βρίσκεται σε πολιτική αποσύνθεση, με τον πρόεδρο Φρανσουά Ολλάντ να  έχει περιέλθει στην κατάσταση  που οι Αγγλοσάξωνες περιγράφουν ως lame duck (κουτσό παπάκι)  αδύναμος να ασκήσει οποιαδήποτε ουσιαστική επιρροή σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και η Βρετανία ψάχνεται .Οι διάφοροι εθνολαικιστές πίεσαν για το Brexit χωρίς να έχουν κανένα σχέδιο για την επόμενη μέρα. Συμβαίνουν δυστυχώς και στην Αλβιώνα.

Πάντως , κατά την άποψή μου, η επιτάχυνση ,της ενοποίησης  συνιστά την πλέον συνεκτική και ολοκληρωμένη προσέγγιση με λογικά στέρεα επιχειρήματα. Ωστόσο, η υλοποίηση της  προσέγγισης αυτής απαιτεί ευρύτερες συναινέσεις που δεν θα είναι εύκολο να επιτευχθούν. Η πολιτική βούληση απουσιάζει. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Ένωση θα πρέπει να αφεθεί «να σέρνεται» (muddling through).  Μια στρατηγική δύο σταδίων θα μπορούσε να ξεπεράσει τα εμπόδια. Στο πρώτο, άμεσο στάδιο θα μπορούσε να προωθηθεί δέσμη ενοποιητικών πρωτοβουλιών στο πλαίσιο των υφιστάμενων συνθηκών. Και οι συνθήκες προσφέρουν τεράστια περιθώρια τα οποία δεν έχουν αξιοποιηθεί μέχρι σήμερα (όπως, π.χ., στον τομέα της Ευρωπαικής Άμυνας και Ασφάλειας. Σε ένα δεύτερο, περισσότερο φιλόδοξο, στάδιο και αφού κλείσει ο ευρωπαϊκός εκλογικός κύκλος σε Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία κ.ά (και με τα «σωστά» [sic] αποτελέσματα),  μπορεί να επιχειρηθεί συνολική αναθεώρηση των Συνθηκών και ενα νέο grand bargain,  με τελικό  στόχο την  περιεκτική Πολιτική Ένωση. Το πιθανότερο ωστόσο είναι το σχέδιο αυτό να μην μπορέσει να υλοποιηθεί με τη συμμετοχή όλων των κρατών μελών. Σ’ αυτή την περίπτωση, η προώθηση της ολοκλήρωσης με ευέλικτα σχήματα διαφοροποιημένης ολοκλήρωσης (δύο πόλων/ταχυτήτων, κ.λπ.) θα καταστεί αναπόφευκτη. Αυτοί που θέλουν και μπορούν («συνασπισμός επιθυμούντων») θα είναι σε έναν προωθημένο ενοποιητικό κύκλο. Οι άλλοι, σε έναν χαλαρότερο  που  μπορεί τελικά να συμπεριλάβει και τη Βρετανία.

Το ερώτημα είναι σε ποιον κύκλο θα συμμετέχει η Ελλάδα, όχι απλώς  κανονιστικά / φορμαλιστικά, αλλά ουσιαστικά, με δυνατότητες  άσκησης επιρροής; Αν όμως η Ελλάδα δεν επανέλθει στην κανονικότητα, σε όποιον κύκλο κιαν βρεθεί επιρροή δεν θα μπορεί να ασκεί. Και δεν είμαι καθόλου βέβαιος αν η επιστροφή στην κανονικότητα  έρχεται πλησιέστερα  ή αν απομακρύνεται..

Εν κατακλείδι: Ευρώπη, Ελλάδα: ταξίδι στο άγνωστο...

 

 

 

Παναγιώτης Κ. Ιωακειμίδης

Π.Κ. Ιωακειμίδης. Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, υπήρξε ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Διακυβερνητική Διάσκεψη για τη σύνταξη της Συνθήκης της Νίκαιας και αναπληρωματικό μέλος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης (Convention) για την επεξεργασία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Πιο πρόσφατα βιβλία του: Ευρωπαϊκό σύνταγμα και ευρωπαϊκή ενοποίηση (2005), Θα επιβιώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση; (2007), Η θέση της Ελλάδας στο διεθνές, ευρωπαϊκό και περιφερειακό σύστημα (2007), Η  Συνθήκη της Λισσαβώνας (2010).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά