Πέμπτη, 07 Ιανουαρίου 2016

Γράμμα από τη Ρωσία #18. Στην Κιμμέρια του Μαξιμιλιάν Βολόσιν

Κατηγορία Στήλες
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Στήλες web only
Το «Σπίτι του ποιητή» Μαξιμιλιάν Βολόσιν. Το «Σπίτι του ποιητή» Μαξιμιλιάν Βολόσιν. Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Η λέξη Κοκτεμπέλ μπορεί να μην λέει πολλά σε κάποιον αναγνώστη από την Ελλάδα ή τη Δύση, για τους εραστές όμως της ρωσικής λογοτεχνίας και, κυρίως, της ποίησης, είναι συνυφασμένη με το όνομα του Μαξιμιλιάν Βολόσιν, ποιητή, ζωγράφου, δοκιμιογράφου και στοχαστή και από τους πιο ελευθερόφρονες και ελευθεριάζοντες ρώσους διανοούμενους του 20ού αιώνα.

Η φωνή του φίλου μου Σεργκέι, στην άλλη άκρη της γραμμής, μόλις είχε προφέρει τη μαγική αυτή λέξη. Επιπλέον, η ευκαιρία να δω την Κριμαία ιδίοις όμμασι, λίγους μήνες μετά την περιπετειώδη προσάρτησή της από τη Ρωσία και τη διεξαγωγή του τοπικού δημοψηφίσματος, ήταν ένα ακαταμάχητο κίνητρο. Έριξα λίγες αλλαξιές εσώρουχα, δυο τρία μπλουζάκια και μια πετσέτα σε μια βαλίτσα και την προκαθορισμένη ώρα βρισκόμουν στο μοσχοβίτικο αεροδρόμιο Ντομοντέτοβο.

Πριν επιβιβαστούμε στο αεροσκάφος, ο Σεργκέι με σύστησε στην Ιρίνα Κυρίλλοβα, γόνο ρώσων εμιγκρέδων της δεκαετίας του 1920 και τακτική καθηγήτρια του πανεπιστημίου της Οξφόρδης, η έντονη προσωπικότητα της οποίας αλλά και η θυελλώδης ζωή της, κυρίως όμως ο τρόπος εκφοράς της ρωσικής γλώσσας, αξίζει να αποτελέσουν το αντικείμενο ενός άλλου «Γράμματος από τη Ρωσία».

Η πτήση από τη Μόσχα στη Συμφερούπολη ήταν δύο περίπου ώρες. Μόλις προσγειωθήκαμε, ένιωσα πως με κατάπιε μια μαύρη τρύπα του χρόνου και βρέθηκα στην ΕΣΣΔ της δεκαετίας του 1970. Θαρρείς και δεν πέρασε ούτε μια ημέρα από το 1991 και τη διάλυση της ερυθράς αυτοκρατορίας.

Επιβιβαστήκαμε σε ένα λεωφορείο, σοβιετικής κατασκευής, από εκείνα με τις μεγάλες ρόδες που έχουν πολύ ψηλά το κέντρο βάρους τους, πράγμα που έκανε τη διαδρομή των 103 χιλιομέτρων μέχρι την πόλη Σουντάκ να μοιάζει με ταξίδι με καρυδότσουφλο σε πέλαγος όπου πνέουν άνεμοι 8 και 9 μποφόρ.

Φτάσαμε σε ένα θέρετρο, ιδιοκτησίας του ρωσικού υπουργείου Αμύνης, το οποίο πριν την προσάρτηση της Κριμαίας ανήκε στο ουκρανικό υπουργείο Αμύνης. Μια τεράστια παραθαλάσσια έκταση με δεκάδες πολυώροφα κτίρια, εκατοντάδες δωμάτια και μικρά διαμερίσματα, κύρια αποστολή των οποίων είναι η φιλοξενία στελεχών και προσκεκλημένων αυτών των υπουργείων.

Επί δύο ημέρες ξεκουραζόμασταν απολαμβάνοντας τα κρύα νερά της Μαύρης θάλασσας, τις παγωμένες μπύρες και τα καπνιστά ψάρια, την γκουρμέ πρόταση της περιοχής. Οι μεγάλες βόλτες στην τεράστια σε μήκος παραλία, αλλά και στην ίδια την πόλη, μου έδωσαν την ευκαιρία να δω από κοντά και να γνωρίσω πολλούς κατοίκους. Άλλοι ήταν Ρώσοι και ήταν πανευτυχείς που ενώθηκαν με την Μητέρα – Πατρίδα και άλλοι ήταν Τάταροι και ήταν επιφυλακτικοί έως εχθρικοί σε αυτή την εξέλιξη. Η κοινή αίσθηση όμως που αποκόμισα ήταν η περιοχή είχε αφεθεί στην τύχη της από την κεντρική εξουσία του Κιέβου, για πολλά χρόνια, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια του ντόπιου πληθυσμού. Περνώντας μέσα από διάφορα χωριά και κωμοπόλεις της περιοχής είδα σπίτια με τη γνωστή τουλούμπα στην αυλή της, από την οποία οι άνθρωποι έπαιρναν το τρεχούμενο πόσιμο νερό. Τα λεωφορεία των τοπικών συγκοινωνιών ήταν της σοβιετικής εποχής. Ο καλύτερος τρόπος για να μετακινηθεί κανείς ήταν τα ταξί, αφού το κόμιστρό τους ήταν σχετικά φτηνό.

Η απόσταση των 32 χιλιομέτρων από το Σουντάκ στο Κοκτεμπέλ φάνηκε αιώνας, καθώς η διαδρομή γινόταν από ένα δρόμο που είχε να συντηρηθεί δεκαετίες και περνούσε μέσα από χριστιανικά και μουσουλμανικά χωριά, με διακριτικά σημεία τις εκκλησίες και τα τζαμιά. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα χωριά που χωρίζονται από τη δημοσιά, όπου η μία συνοικία έχει τη χριστιανική εκκλησία και η άλλη το τζαμί.

Φτάνοντας στο Κοκτεμπέλ το πρώτο που αντικρίσαμε ήταν η πινακίδα που μας πληροφορούσε ότι η περιοχή ανήκει στην Ένωση Ουκρανών Συγγραφέων. «Τώρα πέρασε στην ιδιοκτησία της Ένωσης Ρώσων Συγγραφέων», μου είπε η ξεναγός μας. Διασχίσαμε μια απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου κατά μήκος του παραθαλάσσιου μετώπου της κωμόπολης και φτάσαμε μπροστά στο διάσημο «Σπίτι του ποιητή» του Μαξιμιλιάν Βολόσιν.

Χτισμένο πάνω στη θάλασσα, το σπίτι στέκεται σα φάρος φιλοξενίας, ανεκτικότητας και ελευθερίας, καλώντας τον περιηγητή επισκέπτη να μπει και να μοιραστεί το χώρο, την ατμόσφαιρα, το έργο και την κληρονομιά αυτού του ιδιόρρυθμου ρώσου ποιητή.

O Μαξιμιλιάν Βολόσιν (κατά κόσμον Κιριένκο - Βολόσιν) αυτή η πολυσχιδής και ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του Αργυρού Αιώνα της ρωσικής ποίησης γεννήθηκε στο Κίεβο το 1877 και πέθανε στο Κοκτεμπέλ της Κριμαίας, το 1932, λίγο μόλις καιρό πριν ξεσπάσει το πρώτο μαζικό κύμα της σταλινικής τρομοκρατίας.

Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Κριμαία και στη συνέχεια ξεκίνησε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας το 1897, απ’ όπου όμως και αποβλήθηκε λόγω της συμμετοχής τους στις φοιτητικές αναταραχές. Στη συνέχεια, το 1900 άρχισε να κάνει μεγάλα ταξίδια στις ευρωπαϊκές χώρες και να μελετάει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στις μεγάλες βιβλιοθήκες των ευρωπαϊκών χωρών. Επέστρεψε στη Ρωσία το 1903 όπου έγινε αμέσως μέλος του κινήματος των Συμβολιστών αλλά και της μασονικής στοάς «Όρος Σινά».

Τον Απρίλιο του 1906 παντρεύτηκε τη ζωγράφο Μαργαρίτας Σαμπάσνικοβα και μαζί της μετακομίζει στην Πετρούπολη. Οι δύσκολες σχέσεις του ζευγαριού περιγράφονται με έμμεσο τρόπο σε πολλά έργα του Βολόσιν. Συμμετέχουν τα περίφημα «λογοτεχνικά απογεύματα» στον πύργο του ρώσου συμβολιστή ποιητή Βιατσεσλάβ Ιβανόφ, με τελικό αποτέλεσμα, ο τελευταίος να κλέψει τη γυναίκα του πρώτου. Δεν ξαναμίλησαν ποτέ.

Το 1907 ο ποιητής αποφασίζει να μετακομίσει στο Κοκτεμπέλ, όπου και γράφει τον ποιητικό κύκλο Κιμμέρια δειλινά. Στις 22 Νοεμβρίου 1909 μονομαχεί με τον πρώτο σύζυγό της Άννας Αχμάτοβα Νικολάι Γκουμιλιόφ, εξαιτίας της ποιήτριας Ελιζαβέτα Ντμίτριεβνα. Πρόκειται για τη γυναίκα που του έδωσε συστατική επιστολή και μεσολάβησε για να γίνει μέλος μιας οργάνωσης ανθρωποσοφικού χαρακτήρα, ενώ η αλληλογραφία τους διήρκησε για πολλά χρόνια, μέχρι το θάνατο της Ντμίτριεβνα το 1928.

Το καλοκαίρι του 1914 είναι πλέον βυθισμένος στην ανθρωποσοφία. Ταξιδεύει στην Ελβετία, όπου μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του από 70 και πλέον χώρες (μεταξύ των άλλων ήταν μαζί του ο Αντρέι Μπέλι, η Άσια Τουργκιένεβα, η Μαργαρίτα Βολόσιν κ.ά.) συμμετέχει στην οικοδόμηση του Χετεάνουμ – του ναού του Αγίου Ιωάννη, συμβόλου της αδελφοσύνης των λαών και των θρησκειών. Την ίδια χρονιά, με επιστολή του προς τον υπουργό Στρατιωτικών της Ρωσίας, Σουχομλίνοφ, δηλώνει την άρνηση του να στρατευτεί και να συμμετάσχει στην «αιματοχυσία» του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.

Μετά τα τραγικά γεγονότα του 1917 ο Μαξιμιλιάν Βολόσιν εγκαθίσταται οριστικά στο Κοκτεμπέλ, στο σπίτι που είχε χτίσει το 1903-1913 η μητέρα του Γιλένα Οττομπάλντοβνα Βολόσιν. Είναι η περίοδος όπου ζωγραφίζει πολλές ακουαρέλες τις οποίες συνοδεύει με ποιητικές εκφράσεις, γραμμένες στα περιθώρια ή στο πίσω μέρος τους. Είναι η εποχή της Κιμμερίας του, όπου τα μαλακά, γήινα, παστέλ χρώματα, η γραμμή του θαλάσσιου ορίζοντα, όπου κυριαρχεί μια μαγεμένη, θα έλεγε κανείς, ατμόσφαιρα, με τα σύννεφα να στέκονται στον νυχτερινό ουρανό.

Τα χρόνια του αιματηρού ρωσικού εμφυλίου πολέμου ο ποιητής προσπάθησε να συμφιλιώσει τα πάθη και την εχθρότητα, προσφέροντας καταφύγιο στο σπίτι του για όλους ανεξαιρέτως τους ικέτες είτε ήταν του Κόκκινου Στρατού είτε της Λευκής Φρουράς. Αξίζει να σημειώσουμε πως η επιστολή του Βολόσιν έσωσε την εποχή εκείνη τον συλληφθέντα από τους Λευκούς Οσίπ Μαντελστάμ, τον οποίο ήθελαν να εκτελέσουν ως συμπαθούντα τους κομμουνιστές.

Το 1924 με απόφαση του Λαϊκού Κομισαριάτου Διαφωτισμού ο Βολόσιν μετατρέπει το σπίτι του στο Κοκτεμπέλ σε δωρεάν «Οίκο δημιουργίας» (στη συνέχεια το σπίτι πέρασε στη ιδιοκτησία της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων).

Στις 9 Μαρτίου 1927 παντρεύτηκε την Μαρία Στεπάνοβα Ζαμπολότσκαγια (1887-1976), η οποία μοιράστηκε μαζί του τις κακουχίες της περιόδου 1922-1932. Μετά το θάνατο του ποιητή κατάφερε να σώσει την κληρονομιά του, αλλά και το ίδιο του «Σπίτι του ποιητή». Πέθανε ο Βολόσιν την 11η Αυγούστου 1932 στο Κοκτεμπέλ και ο τάφος του βρίσκεται στο βουνό Κουτσούκ - Γιανισάρ.

Μας υποδέχτηκαν οι άνθρωποι του Μουσείου και του Πολιτιστικού Κέντρου «Μαξιμιλιάν Βολόσιν». Άνθρωποι ταλαιπωρημένοι, πληγωμένοι, μα περήφανοι. Τα πρόσφατα γεγονότα είχαν προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στη ζωή τους. Είχαν να πληρωθούν περισσότερους από τέσσερις μήνες. Παρ’ όλα αυτά εργάζονταν κανονικά, προσπαθούσαν να τηρήσουν τον προγραμματισμό των εκδηλώσεων. Ούτε λόγο φυσικά για νέες εκδόσεις έργων του ποιητή. Δεν υπήρχε ούτε χαρτί ούτε μελάνι διαθέσιμα για το σκοπό αυτό. Στο προαύλιο του σπιτιού, σε ένα μακρύ ξύλινο τραπέζι μερικά φλιτζάνια τσάι και λίγα κουλουράκια ήταν το φίλεμά τους. Πίνοντας τσάι, μια συνταξιούχος πρώην εργαζόμενη στο «Σπίτι», μόλις έμαθε ότι είμαι από την Ελλάδα, άρχισε να απαγγέλει στα αρχαία ελληνικά στίχους της Σαπφώς. Με καμάρι μού απάντησε πως κάποτε είχε αποφοιτήσει από ιδιωτικό κλασικό γυμνάσιο, όπου τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά ήταν εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο του εκπαιδευτικού προγράμματος.

Αφού γύρισα όλο το σπίτι. Ανέβηκα στο δεύτερο πάτωμα, βγήκα στη βεράντα κι αγνάντεψα στη Μαύρη Θάλασσα σκεπτόμενος πως τούτος εδώ ο τόπος, η Κιμμερία, όπως την έλεγε ο Μαξιμιλιάν, από το αρχαίο βασίλειο του Κιμμερίου Βοσπόρου, είναι ένας τόπος, όπου συναντήθηκαν άνθρωποι, έθνη, πολιτισμοί, θρησκείες και δημιούργησαν μια παράδοση ανεκτικότητας και σεβασμού, την οποία προσωποποίησε ο Βολόσιν, φτιάχνοντας αυτό το «Σπίτι» στο οποίο υπήρξαν χρονιές που φιλοξένησε ταυτόχρονα μέχρι και 200 άτομα, πολλοί εκ των οποίων ήταν οι άριστοι των ρωσικών γραμμάτων του 20ού αιώνα.

Καθίσαμε στον κήπο, σαράντα περίπου νοματαίοι, κυρίως βιβλιοθηκονόμοι αλλά και λάτρεις της ποίησης του Βολόσιν και, κάτω από τη σκιά αιωνόβιων βελανιδιών, συζητήσαμε για αρκετή ώρα. Στη συνέχεια, άλλοι με το λεωφορείο της γραμμής και άλλοι με ταξί πήγαμε στην κορυφή του λόφου όπου βρίσκεται ο τάφος του ποιητή. Το αγνάτιο από εκεί είναι κάτι το απερίγραπτο. Ο ήλιος έδυε στο βάθος του Κιμμερίου Βοσπόρου, προς τη μεριά απ’ όπου ήρθαν οι πρώτοι έλληνες άποικοι τον 5ο π.Χ. αιώνα. Κατηφορίζοντας με τα πόδια προς την ακροθαλασσιά σκέφτηκα πως το καλύτερο μνημόσυνο για τον ποιητή θα ήταν να μεταφράσω στα ελληνικά το μεγάλο του ποίημα με τίτλο «Το σπίτι του ποιητή»:

 

Η πόρτα ξεκλείδωτη. Διαβήκαμε το κατώφλι.

Το σπίτι μου ανοιχτό τους δρόμους όλους προϋπαντεί.

Στα δροσερά κελιά, τα φρεσκοασπρισμένα,

Φυσάει ο αγέρας, το μακρινό μπουμπουνητό ζει

Του κύματος, που την επίπεδη ακτή ξεπλένει,

Η μυρωδιά της αψιθιάς  και το ανελέητο τρίξιμο των τζιτζικιών.

 

Έξω από το παράθυρο η πυρακτωμένη θάλασσα

Καίγεται σα δαμάσκηνο στη γαλανή εσχατιά.

Οι παρακείμενες πλαγιές πυρώνουν

Από τον αγκαθωτό ήλιο. Το ασημί της αψιθιάς

Στα σχιστολιθικά ορυκτά της ερήμου

Κρέμεται σαν ανεμοστρόβιλος μιας γκρίζας κεφαλής.

Η γη των τάφων, των προσευχών και των διαλογισμών –

Στο σπίτι μου φύτρωσε

Μια φειδωλή σπορά από αϊλάντα και ακακίες,

Στο φράχτη αρμυρίκια. Στο βάθος

Πίσω από τις φυλλωσιές τους, παραδαρμένη από τους αγέρηδες,

Των βραχωδών ορέων η οδοντωτή ακτή,

Έκλεινε τον όρμο με τον στίχο του Αλκαίου,

Με ασύμμετρες – αυστηρές στροφές.

Εδώ είναι ο αρμός των ραχοκοκαλιών του Καυκάσου και των Βαλκανίων,

Και στις ακτογραμμές αυτών των φτωχών χωρών

Το μεγάλο πάθος του λυρισμού κληροδοτήθηκε

Από τις πρώτες μέρες, όταν το ηφαίστειο

Μέταλλο φωτιά από τα σπλάχνα των βαθιών ρωγμών

Και δαυλό καπνού στον ουρανό έστειλε τραντάζοντας.

Να εκεί – πίσω από το προφίλ των βράχων στις ακτές,

Που αποτύπωσαν ένα ομοίωμα

(το μέτωπο μου, η μύτη μου, τα μάγουλα και κάτω από το μέτωπο), -

Σαν γκρεμισμένος γοτθικός ναός,

Απ’ όπου κρέμονται οι απείθαρχες επάλξεις,

Σαν τη θρυλική μελανόλιθη φωτιά,

Που στέλνει μακριά την πέτρινη φλόγα,

Από το πυκνό σκοτάδι, πέρα μακριά πάνω απ’ τη θάλασσα

Υψώνεται το τείχος… Αλλά τους θρύλους για την Καρανταγκά

Δεν μπορείς να τους χρωματίζεις ούτε με το χρωστήρα στο χαρτί

Ούτε να τους προφέρεις με λέξεις σε γλώσσα φτωχή.

Είδα πολλά. Στα θαύματα του σύμπαντος

Με εικόνες και λόγια απέδωσα τιμές....

Αλλά το στήθος μικρό για την ανάσα τούτη,

Για τις λέξεις αυτές στενό είναι το λαρύγγι μου.

Καρφωμένα τα κουρελιασμένα βοσκοτόπια.

Στα παγωμένα σπλάχνα σκότος και σιγαλιά.

Με σπασμούς όμως και τρομώδη πάθη

Εδώ η γη ολάκερη από αιώνες ζει.

Και το ίδιο πάθος, και η ίδια σκυθρωπή μεγαλοφυΐα

Στην πάλη των φυλών και την εναλλαγή των γενεών.

Μέχρι σήμερα ονειρεύονται οι ακτές μου:

Τα κατραμωμένα αχαϊκά πλοία,

Και τους νεκρούς καλεί η φωνή του Οδυσσέα,

Και η Κεμέρια πνιχτή σκοτεινιά

Όλους τους δρόμους και τις πεδιάδες σκέπασε,

Με τους λάκκους της λήθης μαυρίζοντας τους.

Οι προσχώσεις των ποταμών οργιές βαθιά

Γεμάτες πέτρες, κρανία,

Τάφους, στάχτη, κόκαλα.

Σε μια κοίτη με τις βροχές ανακατωμένα

Και τους χοντροκομμένους νεολιθικούς ασβέστες,

Και τα θραύσματα των λεπτών της Μίλητου ανθογυαλιών,

Και κάποιοι σπόνδυλοι – των φυλών που ήρθαν

Η μορφή των οποίων, και το όνομα ξεχάστηκαν.

Ξίφος Σαρματίας και βέλος σκυθικό,

Της Όλβιας έμβλημα, γυάλινο φιαλίδιο για δάκρυα ρωμαϊκό,

Ταταρικός λιθάργυρος σκούρος πρασινωπός.

Γειτονεύει με της Βενετιάς μεθύσι.

Και στο χτίσιμο των τειχών του φυλακίου

Ανάμεσα στα χαλίκια ήταν μαργωμένα

Μια σκαλιστή τουρκική πλάκα

Κι η γωνιά ενός βυζαντινού κιονόκρανου.

Και πόσα ύστερα στο χώμα τούτο δεν υπάρχουν

Για τον αρχαιολόγο και τον συλλέκτη νομισμάτων –

Από ρωμαϊκές πλάκες και ελληνιστικά νομίσματα

Μέχρι κουμπιά ρώσου στρατιώτη! . . .

Εδώ, σε τούτες τις πτυχές της θάλασσας και της στεριάς,

Των ανθρώπινων πολιτισμών δεν στέγνωσε η μούχλα –

Η ανοιχτωσιά των αιώνων ήταν για τη ζωή στενάχωρη,

Μέχρι εμείς –η Ρωσία– να ’ρθουμε.

Μέσα σε εκατό πενήντα χρόνια –από της Αικατερίνης τον καιρό–

Ποδοπατήσαμε τον μουσουλμανικό παράδεισο,

Κόψαμε δάση, ξεδιαλύναμε ερείπια,

Κλέψαμε και καταστρέψαμε την περιοχή.

Ορφανεμένα χάσκουν τα λιθόκτιστα σπίτια,

Οι σκαλισμένοι στις κατηφοριές κήποι.

Ο λαός έφυγε, οι πηγές στέρεψαν.

Δεν έχει ψάρια η θάλασσα, δεν έχουν νερό τα σιντριβάνια.

Μα η θλιμμένη μορφή της μαργωμένης μάσκας

Βαδίζει προς τους λόφους της χώρας του Ομήρου,

Και ηδυπαθώς είναι γυμνά

Τα στήθια, οι μύες και οι σύνδεσμοι.

Μα οι σκιές εκείνων, που κάλεσε εδώ ο Οδυσσέας,

Μέθυσαν με κρασί και αίμα ξανά

Στα πρόσφατα τραγικά χρόνια.

Θανατικό, και πείνα, και πόλεμος,

Σταυρώνοντας με το ξίφος και τις φλόγες οι λαοί,

Όλη την αρχαία Φρίκη σήκωσαν από το βυθό.

Εκείνες τις ημέρες το σπίτι μου, τυφλό και κουρασμένο,

Φύλασσε το δικαίωμα του ασύλου, σα ναός,

Και άνοιγε μόνο για τους φυγάδες,

Που κρύβονταν από τη θηλιά και την εκτέλεση.

Κι ο κόκκινος οπλαρχηγός, και ο λευκός αξιωματικός,

Φανατικοί αδιάλλακτων πίστεων,

Έβρισκαν εδώ, κάτω από τη στέγη του ποιητή,

Καταφύγιο, προστασία και συμβουλή.

Τα έκανα όλα, για να εμποδίσω τους αδελφούς

Να χαθούν, εξοντώνοντας ο ένας τον άλλον,

Και ο ίδιος διάβαζα σε ένα στύλο μαζί με άλλους

Στους ματωβαμένους καταλόγους το όνομα μου.

Εκείνες όμως τις μέρες των καταγγελιών και των ανησυχιών

Ο τυχερός κλήρος δεν εγκατέλειψε το σπίτι μου.

Ούτε η εξουσία το πήρε, ούτε ο εχθρός το έκαψε,

Φίλος δεν το πρόδωσε, κλέφτης δεν το μαγάρισε.

Κόπασε η θύελλα. Έσβησε η πυρκαγιά.

Δέχτηκα τη ζωή και το σπίτι τούτο, ως δώρο –

Αναπάντεχο, - που μου έκανε η μοίρα,

Σαν οιωνό ότι έχω υιοθετηθεί από τη γη.

Με τα στήθια στραμμένα στη θάλασσα, κατευθείαν προς την Ανατολή,

Στραμμένο, σαν εκκλησιά, το εργαστήρι.

Και ξανά το κύμα των ανθρώπων

Μέσα απ’ την πόρτα κυλά, χωρίς σταματημό.

Μπες, επισκέπτη μου, τίναξε τη σκόνη της βιωτής

Και των σκέψεων τη μούχλα στο κατώφλι μου....

Από τα βάθη των αιώνων σε χαιρετίζει αυστηρά

Το τεράστιο πρόσωπο της τσαρίνας Θάια.

Η σκέπη μου – καταφύγιο. Κι οι εποχές – άγριες.

Μα ράφια με βιβλία υψώνονται στους τοίχους.

Εδώ τις νύχτες μαζί μου συζητούν

Ιστορικοί, ποιητές, θεολόγοι,

Και η φωνή τους εδώ, δεσποτική, σαν όργανο εκκλησιαστικό,

Τα λόγια τα βραχνά και τον πιο ήρεμο, των ψιθύρων λόγο

Δεν θα σκεπάσει ούτε η χειμωνιάτικη χιονοθύελλα,

Ούτε η βροντή των κυμάτων, ούτε του Πόντου ο σκυθρωπός γογγυσμός.

Τα χείλη μου έχω από καιρό σφραγίσει... Είθε!

Είναι πιο άξιο να επαναλαμβάνεις από μνήμης

Και να σε αντιγράφουν κρυφά και λαθραία,

Στη ζωή να μην είσαι βιβλία, μα τετράδιο.

Κι εσύ, κι εγώ – και όλοι μας είχαμε τη τιμή

«Στον κόσμο να ’ρθουμε σε εποχές μοιραίες»

Και να γίνουμε πιο θλιμμένοι και οξυδερκείς, από ό,τι είμαστε.

 

Παρίας δεν είμαι, μα της Ρωσίας αποπαίδι

Και στις μέρες τούτες – βουβός απ’ τη μορφή της.

Μόνος μου επέλεξα τούτη την ερημική κλειδωνιά

Της γης της εθελούσιας μου εξορίας,

Ώστε στα χρόνια του ψεύδους, των πτώσεων και των καταστροφών

Στη μοναξιά το πνεύμα μου να ατσαλώσω

Και να βιώσω τη μέγιστη γνώση.

Να καταλάβω το απλό μάθημα της γης μου:

Έτσι όπως η Ελλάδα και η Γένοβα πέρασαν,

Έτσι θα περάσουν όλα – και η Ευρώπη και η Ρωσία.

Των πολιτικών εξεγέρσεων το φλεγόμενο στοιχειό

Θα διαλυθεί... θα ανατείλει ο νέος αιώνας

Στης βιωτής τους όρμους καινούρια δίχτυα...

Παλιώνουν οι μέρες, περνάει ο άνθρωπος,

Μα ο ουρανός και η γη – αιώνια οι ίδιοι παραμένουν.

Γι’ αυτό και πρέπει να ζεις την κάθε μέρα.

Ευλόγησε την γαλανή σου περιοχή.

Να είσαι απλός, σαν άνεμος, ακάματος, σα θάλασσα,

Και με μνήμες χορτάτος, σα τη γη.

Να αγαπάς τα μακρινά του καραβιού πανιά

Και το τραγούδι των κυμάτων, που μουγκρίζουν στην ανοιχτωσιά.

Το τρέμουλο της ζωής όλων των αιώνων και των φυλών

Μέσα σου ζει. Πάντα. Τώρα. Τούτη τη στιγμή.

                                                                            26 Δεκεμβρίου 1926

 

Στο δρόμο της επιστροφής, το μενεξελί χρώμα του ουρανού και το μπλε σκούρο της θάλασσας, ήταν το φόντο πάνω στο οποίο η ανταύγεια των πραγμάτων έπαιρνε μια σχεδόν μεταφυσική διάσταση. Έκλεισα τα μάτια μου και φαντάστηκα πως φιλοξενήθηκα κι εγώ, ένας ταπεινός περιηγητής στο περίφημο «Σπίτι του ποιητή», το καλοκαίρι του 2014.

 

Τέλη Ιουνίου - Αρχές Ιουλίου 2014

Κριμαία: Σουντάκ - Κοκτεμπέλ 

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης. Μεταφραστής και δημοσιογράφος, εκδότης της επιθεώρησης ρωσικού πολιτισμού Στέππα.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά