Ημερολόγιο Γεφύρας

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Τι θέλουν οι ισλαμιστές τρομοκράτες; Δεν ξέρω. Και δεν είναι όλοι ίδιοι. Δεν θέλουν τα ίδια. Και, εδώ που τα λέμε, είναι και εχθροί μεταξύ τους, συχνά περισσότερο από όσο ο καθένας τους ξεχωριστά είναι εχθρός με «εμάς». Ένας φτωχούλης μεγαλωμένος σε ένα θεοκρατικό καθεστώς μέσα στις λάσπες, σε ένα πολιτισμικό επίπεδο ιγκουάνας χωρίς ουρά, με τον Αλλάχ πάνω από το κεφάλι του και τον Προφήτη μέσα στο βρακί του, ένα αμόρφωτο χωριατάκι που θεωρεί τις γυναίκες κάτι σαν την κοπριά, τους απίστους σκωλήκων βρώμα και δυσωδία, ένα δίποδο φουκαριάρικο πράγμα που δεν ξέρει από πόσους πλανήτες αποτελείται το ηλιακό μας σύστημα ή ότι υπάρχει καν ηλιακό σύστημα, θέλει άλλα από το μελαψό παλικάρι που μεγάλωσε και ζει στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, πήγε στο σχολείο εκεί, μιλά άπταιστα όλες τις βασικές γλώσσες, μετράει ένα-δυο πτυχία στις Επιστήμες του Ανθρώπου, έχει φράγκα, αγαπά το ουίσκι, κάνει μανικιούρ δύο φορές τον μήνα, είναι περιζήτητος εραστής, γράφει συνεκτικά δοκίμια και ποίηση, και ονειρεύεται να καταστρέψει τον Δυτικό πολιτισμό σαν μία πράξη ελέους προς αυτόν, και σαν να γεννά ένα συγκινητικό έργο τέχνης, προσφέροντας θυσία τον ίδιο του τον εαυτό. Όπως καμία σχέση με αυτούς δεν έχει ο ζάπλουτος φύλαρχος με την κελεμπία και τα φισεκλίκια που απλώς επιζητεί να μεγαλώσει τη χωμάτινη επικράτειά του και να ισχυροποιήσει την εξουσία του εκεί, και που δεν έχει την παραμικρή βλέψη για την Ευρώπη: ούτε που τον νοιάζει αν υπάρχει, αν ζει ή αν πεθαίνει — του είναι απλώς χρήσιμη σαν πεδίο άσκησης εσωτερικής πολιτικής. Όπως άλλο πράγμα είναι οι (σύμμαχοί μας) του ναζιστικού καθεστώτος της Σαουδικής Αραβίας. Εν πάση περιπτώσει, οι τρομοκράτες, ο εχθρός, ούτε ομοιογενείς είναι ούτε έχουν μια χώρα, ένα «Ιράκ», που τόσο όμορφα και αποτελεσματικά διέλυσε η Δύση χωρίς να σκεφτεί (τόσους υπερμορφωμένους αναλυτές πληρώνουμε, και τζίφος!) τι πύλες της Κολάσεως άνοιγε στερώντας την περιοχή από τον ντόπιο αιμοσταγή δικτάτορά της. Και ο πόλεμος εναντίον τους δεν μπορεί να τελειώσει μέσα σε ένα επιχειρησιακό εξάμηνο: θα διαρκεί πάντα, ακόμη και αν καταστραφούν ολοσχερώς το ISIS, η Αλ Κάιντα και η Μπόκο Χαράμ (Μπόκο Χαράμ σημαίνει «Η Δυτική Παιδεία είναι Απαγορευμένη», απροπό), όταν με το καλό σκονιστούν οι boots on the ground. Τι κάνουμε, άρα; Δεν κάνουμε τίποτε. Πενθούμε τα θύματα. Συνεχίζουμε τη ζωή μας. Πηγαίνουμε σινεμά. Αναμένουμε αλλαγές στην καθημερινότητά μας. (Χωρίς ασφάλεια, δεν υπάρχει Δημοκρατία. Και χωρίς Δημοκρατία δεν υπάρχουν Ανθρώπινα Δικαιώματα). Και προστατεύουμε τους ιερούς ξένους μας: τους βασικούς εχθρούς των ισλαμιστών.

Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Η σοσιαλδημοκρατία, η δημοκρατική Αριστερά, ή Κεντροαριστερά (μια λέξη που έχει καταντήσει ένα διόλου σύντομο ανέκδοτο), πρέπει να επιβιώσει και να θέσει γερές βάσεις για να αναπτυχθεί εκ νέου. Ο μόνος τρόπος για να το κάνει αυτό είναι να τεθεί η ίδια (και όχι η ΝΔ κυρίως) ως αντίπαλος του ΣΥΡΙΖΑ. Ή μάλλον: ναι, σαφώς και υπάρχουν και άλλοι τρόποι, άλλες μέθοδοι, αλλά αυτός είναι ο βασικός, είναι η μήτρα, η αναγκαία συνθήκη — το έδαφος πάνω στο οποίο θα απλώσει τις ρίζες της. Και λέμε «πρέπει», γιατί το ίδιο το πολιτικό σύστημα δεν θα αντέξει (είναι φανερό πως δεν αντέχει) τους ένθεν και ένθεν κραδασμούς (δεξιά της Κεντροδεξιάς, αριστερά της Κεντροαριστεράς) και απλούστατα θα καταρρεύσει, διολισθαίνοντας εξακολουθητικά προς τον απεχθή κρατισμό των άκρων —δηλαδή την πτωχεία—, που καίτοι δικέφαλος είναι ένας, και είναι θανάσιμος για τους πολίτες, όπως όλοι έμαθαν, ακόμη και οι κατά τεκμήριο μικρόνοες, οι χαζοί, από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η Κεντροαριστερά μόνο ως ούλτρα ευρωπαϊκή μπορεί να νοηθεί, δηλαδή ως φιλελεύθερη, μοντέρνα, εκσυγχρονιστική, μεταρρυθμιστική: όμορη και αδελφή της Κεντροδεξιάς, με την οποία και θα κληθεί να συγκυβερνήσει. Όλα τα άλλα είναι αγνός κουβελισμός. Ως εκ τούτου, και σε αντίθεση με τον Βενιζέλο, η Φώφη Γεννηματά κρίνεται ανεπαρκέστατη. Κι αυτός είναι ένας επιεικής χαρακτηρισμός. Προσδοκούμε το νέο κόμμα που θα γεννηθεί από την αυτοδιάλυση και την ένωση των υπαρχόντων, χωρίς βέβαια να ελπίζουμε σε τίποτε. Πολλά μικρά χωριά, πολλοί μικροί κοινοτάρχες που θέλουν να γίνουν αυλικοί και πιτσικόμηδες του καταρρέοντος προύχοντα Τσίπρα.

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Δεν είμαι σε θέση να σχολιάσω αυτή την επιστολή που διακινείται στον στρατό των υπό διορισμό βασιβουζούκων τού ΣΥΡΙΖΑ, όπου ευθέως τούς λένε, «Βαστάτε γερά, αν χάσουμε στις επερχόμενες Εκλογές, χάνουμε και τον μισθό που εξασφαλίσαμε από το κορόιδα, από το βρομιάρικο, πανηλίθιο ψηφοφοράτο, από τα χάπατα που μας εμπιστεύτηκαν. Βαστάτε γερά, σφοι/σφες, μη χάσουμε την κουτάλα μέχρι να μας πνίξει το λίπος και να μας βγει η χοληστερίνη από τα μάτια». Έχω δουλειές. Ούτε θα καταδεχτώ να σχολιάσω τον Καμμένο, που, λίγο πριν μασκαρευτεί <<ΟΘΟΝ>> για τις ανάγκες της φασιστικής παρελάσεως, στέρησε ένα σκασμό λεφτά από τους ίδιους του τους ψηφοφόρους για να ταξιδέψει με το <<ER FORSE 1>> στην Αμερική, όπου πετάχτηκε για δουλίτσες, αντί να πάει με κανονική πτήση — ελπίζω βέβαια να επιληφθούν οι αρμόδιοι γι’ αυτό. Έχω δουλειές. Μπορώ μόνο να χαζεύω πώς αυτοί οι αμερικάνικοι θαλασσαετοί μεγαλώνουν τα μικρά τους στην ωραία τους φωλιά, ψαρεύοντας ο ένας μέρα-νύχτα και προφυλάσσοντάς τα η άλλη από το κρύο με το σώμα της. Όταν, δε, τα ταΐζει μπουκίτσες από την πέστροφα, απλώς ξεχνώ οτιδήποτε άλλο και κάθομαι εκεί, με τα μάτια καρφωμένα στην οθόνη. Κι ας έχω δουλειές. Δείτε τα κι εσείς, είναι απόλαυση.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2016

Χτύπησε λίγο ο Αρσέν απόψε. Στο μάτι. Ο Αρσέν είναι τρομερά ευαίσθητος. Αν τον δεις, και κυρίως αν τον πιάσεις, αν τον πάρεις αγκαλιά και σταθεί ήσυχος και τον δεις από κοντά, με τα μάτια και με τα δάχτυλα, θα δεις πόσο απλός είναι, πόσο απλό είναι το σώμα του, και πόσο ευαίσθητο, εύθραυστο. Είναι μια σταλιά, κεφάλι από ουρά απέχουν δυο μισάνοιχτες παλάμες όλο κι όλο, και το λιγοστό από μέσα του είναι το πεπτικό του σύστημα και η μεγάλη του καρδιά. Έχει τον νου του όλο στο φαΐ και στον ύπνο και στις βόλτες, θέλει να περνάει καλά και να μην κάνει πολλά-πολλά, αλλά όλα αυτά εφόσον έχει εξασφαλισμένον εσένα. Αυτό είναι η μοναδική αλλά πολύ αυστηρή προϋπόθεση που θέτει. Αν είναι μόνος, ή αν του λείπεις με οποιονδήποτε τρόπο (αν τον μαλώσεις, ας πούμε), δεν θέλει τίποτε — όχι να φάει, όχι να παίξει ή να ξαπλώσει: τίποτε, τίποτε απολύτως. Επιλέγει μία άβολη στάση, σε ένα απίθανο σημείο, σχεδόν πονάει έτσι όπως κάθεται, και περιμένει ασκώντας όλη του την υπομονή να περάσει το κακό και να γίνουν τα πράγματα όπως πριν, να γίνουν φυσιολογικά: να είσαι μαζί του, και να τον αγαπάς. Αυτός είναι, δεν είναι τίποτε περισσότερο. Ένας οργανισμός, μία χαριτωμένη συγκέντρωση κυττάρων, γύρω από μία μεγάλη καρδιά, που αγαπάει διαρκώς και οριστικά και χωρίς να περιμένει τίποτε ποτέ, καμία ανταπόδοση, ούτε καν τη δική σου αγάπη. Και είναι και τρομερά ευαίσθητος. Όταν τον πάρεις εκείνη την αγκαλιά που λέγαμε, και καταλάβεις πόσο εύκολα μπορεί να πάθει κάτι (το νιώθεις στα κόκαλά του, και ιδίως στις κλειδώσεις του, αλλά και στο χτύπημα της καρδιάς του, και στους σφυγμούς του, και στην αναπνοή του), αισθάνεσαι σαν να πιάνεις κάτι τρομερά πολύτιμο, κάτι που σου εμπιστεύτηκαν και που κινδυνεύει από στιγμή σε στιγμή να χαλάσει, να σπάσει, να καταστραφεί: κάτι φίνο. Σήμερα λοιπόν χτύπησε πάνω στο παιχνίδι το μάτι του, και τον πονούσε πολύ και το ’κλεινε διαρκώς και όλο το έτριβε με το πόδι του ή στο πάτωμα, και με τα πολλά κι επειδή δεν περνούσε ο πόνος πήρε ένα χαπάκι για να κοιμηθεί και να γιάνει, να ξεχαστεί εν πάση περιπτώσει, αλλά μέχρι τότε είχε χάσει τελείως το κέφι του και καθόταν σε εκείνη την άβολη θέση που επιλέγει όταν νιώθει εγκαταλειμμένος, και έκλεινε το χτυπημένο του μάτι, που δάκρυζε, και είχε αυτό το περίλυπο ύφος που σου μαχαιρώνει την καρδιά, ένα ύφος όλο μοναξιά και πίκρα. Καταλαβαίνει μια χαρά ότι κάτι δεν πάει καλά με το σώμα του, και πικραίνεται. [§] Αυτά για τον Αρσέν. Τώρα, η ζωή μας, ξέρετε, έχει αλλάξει. Χάρη στη διπλή και τριπλή ετυμηγορία του Καρανίκα και των υπολοίπων του σιναφιού του που έχουν δικαίωμα ψήφου ή των χειρότερων από δαύτον που επίσης έχουν δικαίωμα ψήφου, και που τόσο οι μεν όσο και οι δε ενδιαφέρονται αποκλειστικά και μόνο για την πάρτη τους, δηλαδή για κάτι φτηνό, χάρη σε δαύτους ο καθ’ ημάς μουσολινισμός έχει σηκώσει από πάνω μας και την παραμικρή επίφαση κανονικότητας θέλαμε με το στανιό να διατηρήσουμε όπως ο δεσμοφύλακας τραβάει μια κουβέρτα από τις πλάτες ενός κρατούμενου: δεν δουλεύουμε, δεν παράγουμε, δεν γράφουμε, δεν διαβάζουμε, δεν κάνουμε ραδιόφωνο, δεν δημοσιεύουμε, δεν βλέπουμε τους φίλους μας, δεν αθλούμαστε, δεν ψωνίζουμε από το γαμημένο σουπερμάρκετ, δεν παρακολουθούμε την ομάδα μας, δεν διαβάζουμε τις κυριακάτικες εφημερίδες, δεν έχουμε χρόνο, δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει δυνατότητα έστω και μικρή μισερή κουλή κουτσή για οτιδήποτε, δεν δεν δεν, δεν κάνουμε τίποτε από όλα αυτά απλώς κολυμπάμε με τη μύτη κλειστή τα μάτια κλειστά τα αυτιά κλειστά το στόμα κλειστό μέσα σε έναν πολφό — μέσα σε ένα σκατόπραγμα γεμάτο κοπριταριό — αδιανόητο και επικίνδυνο κοπριταριό — ποτέ τόσα παράσιτα δεν είχαν τόση εξουσία στα χέρια τους — ποτέ δεν είχαμε αναγκαστεί να ζούμε να αναπνέουμε να κολυμπάμε και να πασχίζουμε να ξεχάσουμε ότι ζούμε αναπνέουμε κολυμπάμε μέσα σε μια καταβόθρα σκατών — μέσα σε μια καταβόθρα έτσι αδιανόητου και έτσι επικίνδυνου κοπριταριού. [§] Έτσι και πάθει κάτι ο σκύλος μας, που είναι ένα μικρό, ευαίσθητο, ασπαίρον κέντρο κανονικότητας  και όντως ζωής, κρυφτείτε.