Ημερολόγιο Γεφύρας

Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Παράλληλα με το νέο κύμα ευρωσκεπτικισμού (στα καθ’ ημάς: περαιτέρω απέχθειας στις φιλελεύθερες δομές της Δύσης) που θα πλήξει σαν τυφώνας την Ελλάδα καθώς οι φωνές και οι τσιρίδες και η υστερία εναντίον των Κακών Ξένων που δεν χειρίστηκαν ως όφειλαν το Προσφυγικό (πώς; κανείς δεν λέει, κανείς δεν ξέρει, απλώς θα φωνάζουν — εννοώντας όμως: επειδή δεν ανάγκασαν την Τουρκία να κρατήσει στην επικράτειά της μερικά επιπλέον εκατομμύρια αλλόφρονες ανθρώπους) θα ενταθούν και θα πολλαπλασιαστούν και θα φτάσουν στον Θεό μόλις συνειδητοποιήσει ο κόσμος ότι παρέες μελαχρινών νεαρών προχωρούν στους καθαρούς ελληνικούς δρόμους (ενώ θα έπρεπε να κοιμούνται στα ράντζα του Καμμένου και να περιμένουν να τους δώσουμε ένα σάντουιτς), παράλληλα λοιπόν με την άρνησή μας να καταλογίσουμε ευθύνες στην από δω μεριά των συνόρων, δηλαδή σ’ αυτούς που εκλέξαμε με πανηγύρια στο Σύνταγμα και με σουβλιστά αρνιά στις αυλές μας για να πουν στην Ευρώπη, «Σύνορα η αγάπη για τον άνθρωπο δεν γνωρίζει, πόσο σ’ αγαπώ, πόσο σ’ αγαπώ», θα οργιάσει η απαίτηση για Εθνική Ομοψυχία, για ένα μεγάλο και τρανό ΟΧΙ, για ένα νέο ΕΑΜ, για έναν Δίκαιο Ξεσηκωμό του Έθνους (του καλύτερου έθνους υπό τον ουρανό) για να φύγουν οι ξένοι (οι άσπροι και οι όχι άσπροι): με άλλα λόγια, όλοι θα μιλάνε για Οικουμενική. Όλοι; Ε, περίπου. Πάντως την αρχή θα την κάνει η Κεντροαριστερά. Επειδή της Κεντροαριστεράς τής σώνεται το οξυγόνο και, θέλοντας (ποιος δεν το θέλει, θα μου πεις;) να κρατηθεί στη ζωή, θα προκαλέσει τον θάνατό της. Άλλωστε, χρόνια τώρα κάνει σταθερά τις πιο αυτοκαταστροφικές επιλογές. [§] Μια Οικουμενική κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ μέσα θα σημάνει την οριστική απομάκρυνση της χώρας από την Ευρώπη, γιατί θα επικυρώσει ΟΛΕΣ τις αντιδυτικές πολιτικές του: όσες έκανε ήδη και όσες θα κάνει. Κανείς δεν θα μπορεί πλέον να πάρει στα σοβαρά το πιο σύντομο ανέκδοτο της Ευρώπης. Μακριά! Οικουμενική Κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας θα έχουμε μετά τις εκλογές. Πριν το καλοκαίρι.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Τους ιδεολόγους φαν τού ΣΥΡΙΖΑ τους τοποθετώ σε εντελώς άλλο τάσι από ό,τι τους οπορτουνιστές, ευκαιριακούς, όψιμους τάχα μ’ Αριστερούς, που ψήφισαν τον αδιανόητο Τσίπρα για να μην πληρώσουν φόρους, ας πούμε, ή για να μη γίνονται, φέρ’ ειπείν, αξιολογήσεις στο Δημόσιο, ή για να πάρουν, ξέρω γω, δέκατη τρίτη σύνταξη και κάτι τέτοια γελοία, πράγματα με τα οποία ένα δεκάχρονο παιδί θα γελούσε χωρίς να μπορεί να σταματήσει έτσι και του εξηγούσες το πολύ μέσα σε ένα απόγευμα τι συνέβη στην Ελλάδα την τελευταία δεκαετία. Τους ιδεολόγους της Αριστεράς, που είδαν στον Τσίπρα και στον ΣΥΡΙΖΑ το όχημα για μια συνολική ρήξη με τους εργοστασιάρχες, τα αφεντικά, τους γαιοκτήμονες, τον καπιταλισμό, τους καναλάρχες, τη Σένγκεν, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Μέρκελ, τη Microsoft, την Apple, το FoxNews, το ΗΒΟ, την Αγγλία και τις ΗΠΑ, τους καταλαβαίνω: τους νιώθω. Και μπράβο τους, γιατί είναι αλτρουιστές, και γιατί δεν φοβούνται στερήσεις, πόλεμο, πείνα, σακατίκλι. Αν θέλεις να γίνεις Βενεζουέλα, φέρσου σαν Βενεζολάνος: δεν ψηφίζεις Σαμαρά και Βενιζέλο, είναι ηγέτες δημοκρατικών κομμάτων αυτοί. Ψηφίζεις κόμματα που σου υπόσχονται να παλέψουν για τη ρήξη, για τον πόλεμο, για τη φτώχεια. Για να σε βγάλουν από το καταραμένο ευρώ, αυτό το σατανικό εργαλείο των Αγορών — οι Αγορές πρέπει να πεθάνουν, τα χρηματιστήρια να κλείσουν, ένας άλλος κόσμος, ένας κόσμος ανέχειας και πείνας, είναι εφικτός. Δεδομένου δε ότι το ΚΚΕ παραείναι περιχαρακωμένο στα δικά του και αμετακίνητο σε ποσοστά (πάντα το ίδιο νούμερο βγάζει, σε όλες τις εκλογές), και καθώς η Χρυσή Αυγή είναι ένα τσούρμο μαϊμούδες με σουγιάδες κι ας ονειρεύονται πάνω-κάτω τα ίδια, τι άλλο μένει για τη ρήξη, τι άλλη επιλογή έχει ο ιδεαλιστής παύλα πραγματιστής παύλα αλτρουιστής ψηφοφόρος της Αριστεράς που θέλει να δει τα όνειρά του να εκπληρώνονται, και να μη μένουν μέσα στα νοικιασμένα γραφειάκια τού κάθε κουκουέ μουλού μουλού κουκουέ που ζέχνουν μπαγιάτικη νικοτίνη; Πώς να κάνει το όνειρό του για μία κόκκινη —από μενεξελί λιοβασίλεμα και αριστερή καρδιά— χώρα πραγματικότητα; Για μια χώρα παρία, αφανισμένη και μόνη; Ο ΣΥΡΙΖΑ μένει. Γι’ αυτό και, ξαναλέω: τους ιδεολόγους φαν τού ΣΥΡΙΖΑ τους τοποθετώ σε εντελώς άλλο τάσι, στο τάσι των ανηκέστων. [§] Απλώς είναι πέραν πάσης προσπαθείας κατανοήσεως το γεγονός ότι πιστεύουν στ' αλήθεια πως σε ένα καθεστώς φτώχειας και κακομοιριάς θα υπάρχει καν συζήτηση περί (κάποιων) ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όχι δικαιώματα καθαυτά: αλλά συζήτηση επί δικαιωμάτων... [§] Τελειώνουν, ευτυχώς, οι αυταπάτες. Δυστυχώς, από την άλλη, οι λάθος άνθρωποι μετανάστευσαν, αλλά θα την ξαναχτίσουμε τη χώρα ούτως ή άλλως. Αρκεί να μη μείνουν αυτοί στα πράγματα ούτε μισό καλοκαιρινό μήνα.

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Βρέθηκα χθες, λόγω ενός ραντεβού που είχε δοθεί σε ανύποπτο χρόνο και από ανύποπτους ανθρώπους, εμένα και έναν Αθηναίο, στο μέσον των συγκεντρωμένων που ήρθαν από την επαρχία για να στήσουν, να λάβουν μέρος και να παρακολουθήσουν τις εκδηλώσεις (παρέλαση, φωνές, αποκριάτικες στολές, μουσική) των Κωδωνοφόρων του Σοχού στο κέντρο της Θεσσαλονίκης (πέριξ του Λευκού Πύργου, σε όλη την Παλιά Παραλία και στην πλατεία Αριστοτέλους), ένα κέντρο που βέβαια είχε αποκλειστεί για τα αυτοκίνητα, για να παραδοθεί καταρχάς στους πεζούς και εν συνεχεία στο χάος. Παραβλέπω τις ανοησίες περί… διονυσιακού εθίμου (ο καθένας λέει ό,τι ανιστόρητη αρλούμπα θέλει, δικαίωμά του — αν και καλό θα ήταν να μπορούσαν να τα διηθήσουν αυτά οι υπεύθυνοι των εκπομπών και των ειδήσεων, για να μην ακούγονται αυτά τα τρελά από την τηλεόραση, τα ακούνε και παιδιά και αποβλακώνονται), παραβλέπω τη γενικότερη κακομοιριά, τον τριτοκοσμισμό και την ελαφρότητα που απέπνεαν οι συμμετέχοντες και οι φίλοι τους που τους χειροκροτούσαν, αφήνω απέξω και τους περαστικούς που χάζευαν με απορία ή κάνοντας τον σταυρό τους ένα «δρώμενο» (πόσο χυδαία, τι κακοποιημένη λέξη) τόσο χαμηλής αισθητικής, δεν θέλω να θυμηθώ και να αποτυπώσω εδώ τα ξέφτια από τις συζητήσεις που αναγκάστηκα να ακούσω όσο περίμενα το ραντεβού μου (τα μπουζούκια, οι γάμοι, τα μωρά, οι ξένοι, πάλι οι γάμοι, οι λαθρομετανάστες, ο Παντελίδης, το ξύλο που θέλουν όλοι, με πρώτους τούς πολιτικούς και τον… Παπανδρέου, πάλι οι γάμοι και τα μωρά, άλλη μία οι βρομιάρηδες οι ξένοι, ξανά και ξανά το ξύλο στους πολιτικούς, το ντου, το ξύλο, η Βουλή, το ντου, οι φωτιές, οι αγρότες, τα μπλόκα, και συνεχώς τα «έτσι που τα κάνανε» — άλλωστε αυτά, υποθέτω, ακούγονται σε όλες τις παρέες ανθρώπων που μεγάλωσαν με τους Παπαδάκηδες και την υπόλοιπη φιλοναζιστική trash tv του τέλους μας) και μένω σε μένα: ποτέ δεν τα προτιμούσα αυτά, τη φασαρία για τη φασαρία, την προσκόλληση σε μία αρχαϊκή ψευδοπαράδοση, τα τοπικά έθιμα που θέλουν να φανούν και κάνουν τουρνέ σαν θεατρικά μπουλούκια, αυτή τη δόλια παραισθητική κατάσταση του χαβαλέ — τώρα όμως τα κοιτώ ή ακούω για δαύτα με κανονικό μίσος, ή έστω με αποτροπιασμό. Τι άλλαξε; Νομίζω πως δεν έχει να κάνει με το ότι ζούμε τις τελευταίες ημέρες της πομπής μας (και όχι της Πομπηίας: εκείνοι ήταν υψηλού πνευματικού-πολιτιστικού επιπέδου νεκροί, εμείς είμαστε ζόμπι και κατσίβελοι) και κάτι τέτοια καρναβάλια το ξεχνούν ή μάλλον δείχνουν να το απολαμβάνουν, αλλά κυρίως με το γεγονός ότι όλα αυτά τα απεχθή έθιμα —και κυρίως ο τρόπος της παρουσίασής τους— είναι τόσο λυσσαλέα κολλημένα σε μία ακίνητη άμμο που δεν έχει πάρει χαμπάρι από τον κόσμο και τη ζωή και την Ιστορία, είναι τόσο νεκρά, ψόφια, κουφά και γκαβά, που δεν μπορεί παρά να σε απωθούν. Και πρωτίστως: δείχνουν την εικόνα του μέλλοντός μας έξω από τους θεσμούς του πολιτισμού. Έτσι θα ζούμε. Με τα κουδούνια.

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Για πολλά έχουμε να λογοδοτήσουμε. Σε ποιον; Δεν έχει σημασία. Ίσως στον εαυτό μας, ίσως πουθενά. Οπότε, αν θέλετε, ακόμη καλύτερα: πουθενά και σε κανέναν. Έτσι η ενοχή θα είναι πιο βαριά. Και κανείς πρέπει να νιώθει ενοχή, αλλιώς η ζωή του πήγε τσάμπα. Διαλέγω στην τύχη: το τέλος της νοσταλγίας. Από τις δεκάδες φίλους που έφυγαν τον τελευταίο χρόνο, άλλοι προετοιμάζοντας την έξοδό τους μεθοδικά, άλλοι εντελώς απαράσκευοι, άλλοι με κλειστά μάτια και τρέχοτνας, ούτε ένας δεν θα σκέφτεται με νοσταλγία αυτά που μείναν εδώ, κι αυτούς που ξέμειναν. Ούτε μισός. Η Ελλάδα θα πάψει να λείπει. Θυμάμαι τη Γερμανία, παλιά, τον θείο μου τον Βαγγέλη που λειτουργούσε το Ελληνικό Σπίτι σε μία πόλη μεταναστών (Τούρκοι, Γιουγκοσλάβοι, Ιταλοί, Έλληνες, μ’ αυτή τη σειρά), κι εκείνη την ανάγκη να μαζευτούν όλοι τους στη μεγάλη σάλα για να δουν ταινίες του Τζέιμς Πάρις ή της Βουγιουκλάκη και του Χατζηχρήστου, να πιουν καφέ με φουσκάλες ρουφώντας τον άγαρμπα και να φάνε τυρόπιτα — τις έψηνε η γιαγιά μου, ένα μάρκο η μία. Είχαν φτιάξει και κάτι σαν απογευματινό σχολείο για τα παιδιά, έναν αθλητικό όμιλο, έφεραν και παπά μετά από λίγο καιρό. Τα καλοκαίρια γέμιζαν τα πορτ-μπαγκάζ με σοκολάτες, μπισκότα και παιχνίδια, ρούχα από τα καλάθια και σέβεντις μπιμπελό, και τα κατέβαζαν στην Ελλάδα, στη Σαλονίκη και στα χωριά. Δεν ήθελαν να φύγουν, αλλά οι μέρες περνούσαν και ξοδεύονταν γρήγορα και άχαρα. Τους έβλεπα και μιζέριαζε το μέσα μου. Τους κορόιδευαν κιόλας, δεν τους ζήλευαν μόνο, όσοι είχαν μείνει πίσω, γιατί μπέρδευαν τις λέξεις καμιά φορά και επειδή δεν μπορούσαν να μανιπουλάρουν τις καινούριες τους συνήθειες, ήταν άκομψοι. Πέθαιναν σαν τις μύγες όταν έπαιρναν σύνταξη, από καρδιά, από πνιγμό, στον δρόμο με το αμάξι, συνήθως δεν δινόταν πολλή σημασία σ’ αυτούς τους θανάτους, τα μάτια στρέφονταν στον επόμενο που θα ερχόταν το καλοκαίρι να δειχτεί, να φέρει δώρα και να ξαναφύγει. Δεν θα επαναληφθεί αυτή η εποχή, οι νέοι μετανάστες μας δεν θα δημιουργήσουν κοινότητες εκεί έξω ούτε θα επιστρέφουν με δακρυσμένα μάτια. Δεν υπάρχει πια κάτι να θέλεις από την Ελλάδα, όπως δεν υπάρχει κάτι να αποζητά κανείς, πέστε, από τη Νιγηρία. Μόνο να ξεχνάς πρέπει, να στρέφεις την πλάτη σου. Καταφέραμε να νικήσουμε ώς και αυτό το κιτς της ηθογραφίας, κι άντε να τα βγάλεις πέρα τώρα με το τίποτα.