Ημερολόγιο Γεφύρας

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Η Ευρώπη από μόνη της δεν χωράει απλώς, αλλά έχει ανάγκη από δύο Συρίες, όχι από μισή. Οι πρόσφυγες του πολέμου θα μπορούσαν να διασπαρούν κατά τον πλέον ικανοποιητικό και προσοδοφόρο για όλες τις πλευρές τρόπο στις χώρες τής ΕΕ: όλοι θα έβγαιναν κερδισμένοι από αυτό, τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα. Οι αριθμοί των «προσφυγικών ροών» (ένας λεκτικά ποταπός και σημασιολογικά αναιδής ευφημισμός για το δράμα των ανθρώπων που έχουν ξεφύγει το εκτελεστικό απόσπασμα από σκέτη τύχη) είναι μικροί, και η γηρασμένη Γηραιά Ήπειρος τους έχει ανάγκη, κι ας τους διώχνει. Αν δεν το ξέρουμε ή αν δεν το πιστεύουμε αυτό, δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Το πρόβλημα —πέραν της ελλιπούς πληροφόρησης του κόσμου (τέλος πάντων: των ψηφοφόρων), που έχουν τους γνωστούς, πατροπαράδοτους άλλ’ αντ’ άλλων φόβους, ότι τάχα οι ξένοι θα τους πάρουν τις δουλειές και θα τους μπασταρδέψουν το αίμα κλπ. κλπ., ελλιπούς πληροφόρησης που είναι καθαρά ευθύνη των πολιτικών ηγεσιών και των κακών επαγγελματιών που τους συμβουλεύουν και χαράσσουν την επικοινωνιακή πολιτική τους—, το πρόβλημα είναι ένα: η ανυπαρξία υποδομών, η ανυπαρξία οργανωμένων κέντρων υποδοχής και ημιμόνιμης εγκατάστασης (αν θες πες την ημιπροσωρινής, είναι σαν το ποτήρι) των προσφύγων, στελεχωμένων με επαγγελματίες που θα φροντίζουν τους κατατρεγμένους και θα καταγράφουν τις δεξιότητες του καθενός. Η Ευρώπη πληρώνει παχυλούς μισθούς σε ένα σωρό άχρηστο κόσμο, αντί να θωρακίζεται για το μέλλον. Δεδομένου ότι ακόμη το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης δεν άρχισε, αλλά επίκειται μέσα στην επόμενη δεκαετία, το μέλλον της δεν θα είναι ρόδινο έτσι και δεν εργαστεί πάνω ακριβώς σ’ αυτό. Αν όμως εργαστεί, σκληρά και έξυπνα, μόνο να κερδίσει θα έχει. Θα γίνει υπερδύναμη. [§] Στα δικά μας: ας κάνει ο καθένας μας το χρέος του, δόξα τω Θεώ με δύο κλικ μαθαίνει κανείς μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πώς μπορεί να βοηθήσει και να σώσει μια, δυο, δέκα ζωές, ή έστω να χαρίσει ένα χαμόγελο, ή έστω να ξεδιψάσει ένα στόμα γεμάτο σκόνη.

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά του ’22, η Σίλια Σόλομον και ο Γιάκομπ Λίμπερ, Εβραίοι Ρουμάνοι που μετανάστευσαν στην Αμερική γιατί η ζωή —για μία σειρά από λόγους· ας πούμε όμως ότι δεν είναι της παρούσης— δεν αντεχόταν στην πατρίδα τους, απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, τον Στάνλεϊ-Μάρτιν Λίμπερ. Ζούσαν, τότε, στην 98η Οδό του Μανχάταν, σε ένα μισοερειπωμένο σπίτι. Η μητέρα δεν είχε δουλειά, ο πατέρας ήταν κοπτοράπτης αλλά σπάνια έβρισκε μεροκάματο — τα γνωστά. Ήρθε και η Μεγάλη Ύφεση, γιατί πάντα έρχεται κι αυτή, περιοδικά, σαν τους μουσώνες, και σάρωσε τα πάντα. Οι Λίμπερ μετακόμισαν σε ένα ακόμη μικρότερο, απόκεντρο διαμέρισμα, σε μια γκαρσονιέρα ενός δωματίου ουσιαστικά, στον τρίτο όροφο μιας παλιάς οικοδομής, που το παράθυρό της έβλεπε στην πρασιά. Το ’31 γεννήθηκε ακόμη ένα αγόρι, και οι τέσσερίς τους έμεναν εκεί: σε εκείνο το ένα δωμάτιο. Είχαν ένα μονό κρεβάτι και έναν καναπέ. Κάπως τα κατάφερναν, τέλος πάντων — όλοι τα καταφέρνουμε εντέλει, έτσι δεν είναι; Και ο Στάνλεϊ; Ο Στάνλεϊ ονειρευόταν πάνω στον καναπέ. Μέρα-νύχτα: αν και ιδίως την ημέρα. Αλλά έπρεπε να σταματήσει να ονειρεύεται και να βγάζει μεροκάματο. Και μπήκε από μικρός στη δουλειά, κάπου μετά τα δέκα. Έτσι γινόταν τότε… Και τα χρόνια πέρασαν, και μαγεία απλώθηκε μέσα στη νύχτα, άγνωστο γιατί, κι από το τίποτε η Τύχη αποφάσισε αυτός ο κόσμος να αλλάξει, να γίνει, λέει, ο κόσμος εκείνου του μικρού Ρουμάνου, του Εβραιόπουλου. Σιγά-σιγά, ο Στάνλεϊ άρχισε να υπογράφει αλλιώς, έκοψε στη μέση το όνομά του, έβαλε και άλλο επώνυμο, και τέλος πάντων, τέλος πάντων, λέμε, η μαγεία έπιασε, και όλοι, όλοι μα όλοι ζούμε έκτοτε στο σύμπαν που έφτιαξε: το σύμπαν του Σταν Λι.

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Μονομανιακά και κουραστικά για όσους επιμένουν να με διαβάζουν, αφότου φάνηκε, πριν χρόνια, ότι η Αριστερά θα καταλάμβανε αργά ή γρήγορα την εξουσία φωνάζω σαν τον τρελό ότι τα πρώτα θύματα των πολιτικών της ναι μεν θα ήταν βέβαια οι φτωχοί, αλλά κυρίως ότι από τους φτωχούς —κάτι που δυστυχώς ελάχιστους ενδιαφέρει, μετρημένους— πρώτοι-πρώτοι θα πλήττονταν οι ξένοι (λέγοντας «ξένοι», εννοώ όσους οι γονείς τους δεν γεννήθηκαν εδώ): μία καθημαγμένη χώρα με πελώρια, θηριώδη ποσοστά ανεργίας και με ελλείψεις στα πάντα δεν είναι σε θέση να συντηρήσει όσους δεν έχουν οικογένεια, δηλαδή ανιόντες συγγενείς που θα κόψουν από την όποια σύνταξή τους — για να μην αναφέρω καν τη ρατσιστική βία που γεννά η φτώχεια, για τις δολοφονίες και τα πογκρόμ. Ως επακόλουθο, με μία χρεοκοπημένη χώρα να τους κοιτά με μίσος, να τους κουνά σουγιάδες και να γράφει στους τοίχους «Δέρνουμε τσίτες», οι μετανάστες δεν θα είχαν άλλο δρόμο από το να παρατήσουν όσα είχαν κατορθώσει να φτιάξουν εδώ, δουλειές, σπίτια, δομές, και να ξαναμεταναστεύσουν, όχι πια στα είκοσι αλλά στα σαράντα τους — μία ανθρωπιστική κρίση χωρίς προηγούμενο που θα έπληττε περί το ένα εκατομμύριο ανθρώπους, αλλά και μία τραγωδία για την ίδια την Ελλάδα (όποια χώρα χάνει τους μετανάστες της γρήγορα βουλιάζει στην αφάνεια και ξεχνιέται), μία ανθρωπιστική κρίση που ο αγώνας των ιδεοληπτικών ηλιθίων για τον σοσιαλισμό μπλα-μπλα θεωρεί ελαφριά παράπλευρη απώλεια. Τότε, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το αδιανόητο γεγονός της απολύτως ανεξέλεγκτης εισόδου μεταναστών (από την Αφρική κατά κύριο λόγο) και στη συνέχεια προσφύγων εδώ, και κυρίως για την αδυναμία τους να φύγουν από την Ελλάδα, που κανείς σε όλο τον κόσμο δεν θα επέλεγε και δεν επιλέγει για δεύτερη πατρίδα του από το ξέσπασμα της Κρίσης και μετά. Είχα την αφέλεια να πιστεύω πως το πρόβλημα πολύ γρήγορα θα μετατοπιζόταν σε άλλες χώρες, δεν πήγαινε ο νους μου πως δεν θα ήμαστε σε θέση να διαχειριστούμε συντεταγμένα και ορθολογικά το πρόβλημα, αδιαφορώντας εντέλει για τη ζωή και την προκοπή αυτών των ανθρώπων. Η Ελλάδα δεν τους συγκινεί περισσότερο από όσο ένα παιδί η πινακίδα στην είσοδο ενός λούνα-παρκ: δεν είναι ο προορισμός τους η Ελλάδα! Με την εκ των υστέρων γνώση, τρομάζω με την αφέλειά μου, που κράτησε περί τα δύο-τρία χρόνια. Και τρομάζω ακόμη περισσότερο που η άλλη όψη του ναζιστικού ολοκληρωτισμού —η εγκληματική ριζοσπαστική Αριστερά, που μέλη της στελεχώνουν την ίδια την κυβέρνηση—, όχι απλώς εκμεταλλεύτηκε πρόστυχα τον πόνο των ξεριζωμένων αλλά επιμένει να μιλά επί πτωμάτων πλέον για «ανοιχτά σύνορα», δηλαδή για τον πιο σύντομο δρόμο προς την γκετοποίηση αρχικά και τις εκκαθαρίσεις σε δεύτερο στάδιο. Το παιχνίδι έχει χαθεί, οριστικά. Όση βοήθεια και αν λάβουμε (και θα λάβουμε τελικώς), ο χαμένος χρόνος δεν θα ξαναβρεθεί. Ζούμε τα προεόρτια μιας νέας, γιγάντιας περιόδου μεταναστεύσεων και δεν το έχουμε καταλάβει.

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Μετά την καταστροφική διακυβέρνηση της χώρας από τους δωσίλογους της Δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ που έφεραν τη δυστυχία στον Έλληνα, αφάνισαν τα νοικοκυριά και έσπρωξαν στον εκούσιο θάνατο δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας, ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβε να περισώσει την αξιοπρέπεια της χώρας, την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Μόνος αυτός απέναντι σε πάνοπλους εχθρούς, Τρόικες εξωτερικού και εσωτερικού, διασπώντας τις συμμαχίες λεόντων ένθεν-κακείθεν, συνέπραξε έξυπνα με το πατριωτικό κομμάτι των αντιπάλων, έσφιξε τα δόντια και πολέμησε τους ορκισμένους υπηρέτες των Αγορών, μαχόμενος για το δίκιο και για το όνειρο, ώστε να ξαναγυρίσει το χαμόγελο στα χείλη όλων μας, για να ξανανθήσει η ελπίδα, για να γυρίσουμε την πλάτη στο άθλιο χθες, για την ανάπτυξη της χώρας με ανθρώπινο πρόσωπο. Ο αγώνας ήταν άνισος — αλλά ποιος πολεμιστής θα επέλεγε, αν το μπορούσε, έναν εύκολο αγώνα;… Ο Αλέξης Τσίπρας χτυπήθηκε λυσσαλέα από τους στυλοβάτες της διαπλοκής, από τα ξένα συμφέροντα, από τα παγκόσμια κέντρα του καπιταλισμού, από το αντιδημοκρατικό καθεστώς των Βρυξελλών και των Ευρωπαίων ηγετών, που έβλεπαν —και δικαίως— στο πρόσωπό του τον πρόμαχο της ελευθερίας όλων των λαών του Νότου, όλων των λαών της γηραιάς ηπείρου. Πολεμήθηκε όμως και από τους ντόπιους συνεργούς των ακόρεστων κεφαλαιοκρατών, αλλά και από μέρος των «συμμάχων» του, που απεργάζονταν στα σκοτεινά τους μυαλά τα δικά τους σχέδια κατάληψης της εξουσίας. Νίκησε σε όλα τα μέτωπα, τσακίζοντας τον εσωτερικό εχθρό, αποκαλύπτοντας τις ανίερες συμμαχίες που είχαν δημιουργηθεί και δείχνοντας αποφασιστικότητα νίκης απέναντι στους ισχυρούς της Δύσης. Με έξυπνη τακτική, απέφυγε τις κατά μέτωπο επιθέσεις όπου η μικρή Ελλάδα θα έβγαινε βέβαια χαμένη, έκανε σοφούς ελιγμούς, και κέρδισε για τη χώρα όσα όλοι οι άλλοι μαζί όλα τούτα τα χρόνια είχαν εκχωρήσει στο κεφάλαιο και στους διαπλεκόμενους συνεργούς τους. Αυτή η πολυμέτωπη μάχη όμως, παρά τις επιμέρους νίκες, δεν έχει τέλος. Και σήμερα περισσότερο από ποτέ, ο Αλέξης Τσίπρας χρειάζεται τη συμμετοχή όλων μας απέναντι στην άδικη, εκμαυλισμένη Ευρώπη, που επιμένει να ζητά ελληνική γην και ύδωρ, έτοιμη να μετατρέψει τη χώρα μας σε αποθήκη ψυχών και στραγγαλίζοντας την οικονομία μας με όλες της τις δυνάμεις. Γι’ αυτό και απαιτείται επιτέλους συναίνεση και συστράτευση: κανείς δημοκράτης δεν μπορεί να μείνει έξω από τη μεγάλη ελληνική συμμαχία, κανείς Έλληνας, και καμιά Ελληνίδα! Γιατί όλοι μαζί μπορούμε να νικήσουμε στον πόλεμο που μας κήρυξαν οι αφεντάδες της αδικίας, να τους διώξουμε από την πατρίδα μας και να ξαναφέρουμε την Ελλάδα στο Φως!