Κυριακή, 05 Απριλίου 2015

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Κοιμόμουν τη μισή Κυριακή, τις περισσότερες ώρες αγκαλιά με τον Α., και τα κατάφερα να χάσω αρκετά από τα νέα της ημέρας, αν και το πρωί, κατά τις οχτώμισι με εννιά παρά που κατεβήκαμε για την πρωινή βόλτα, είδα τα παιδάκια να τρέχουν στη διαδρομή τού ενός χιλιομέτρου, ή τέλος πάντων να περπατούν, ή τέλος πάντων να φορούν το τισέρτ του Διεθνούς Μαραθωνίου Μέγας Αλέξανδρος (ωραίο όνομα, αν και στην πόλη μου συνήθως έτσι βγάζουμε τις καφετερίες, τα μπουγατσατζίδικα και τα εντευκτήρια, πιο παλιά υπήρχε και ένα ημισυγκαλυμμένο πορνείο, μία «παπ» όπως τις έλεγαν τότε, με σεπαρέ aka καβάντζες, ο γνωστός στην πιάτσα«Μέγας Αλέξανδρος» του Λιμανιού, πίσω από τον Ερυθρό Σταυρό, όπου τα κορίτσια ήταν απαραιτήτως ξένες, κι αν τύχαινε και ήταν δικές μας όφειλαν να κάνουν πως δεν ήξεραν τη γλώσσα ή να μιλούν με προφορά, δεν ξέρω γιατί) και να βολτάρουν, έλεγα, τα παιδάκια επί της λεωφόρου Νίκης με απαράμιλλο ενθουσιασμό και στιλ. Οι γονείς τους τα φωτογράφιζαν από το πεζοδρόμιο ή από την Παλιά Παραλία, με κινητά και τάμπλετ και φωτογραφικές, άλλη μία ευκαιρία για μένα τον, εντέλει, τεχνοφοβικό λάτρη της τεχνολογίας να θυμηθώ τις Polaroid που μου λείπουν, και τους γέρους φωτογράφους του Λευκού Πύργου μ' εκείνες τις τεράστιες μηχανές πάνω στα στρίποδα, που κουκουλώνονταν με το μουσαμά για να νετάρουν το θέμα τους (ζευγαράκια και αργόσχολους) και τύπωναν, μετά, ωραίες ασπρόμαυρες φωτογραφίες που όσο περνούσε η ώρα γέμιζαν και πιο πολύ από ολόφρεσκο παρελθόν, όπως ακριβώς συνέβαινε χρόνια μετά και με τις Polaroid, κι εκείνες εμφανίζονταν αργά-αργά και θαυμαστικά, αλλά και τα κουβούκλια στους σταθμούς του Ηλεκτρικού, στην Αθήνα, εκείνους τους θαλαμίσκους με τον κερματοδέκτη και το βιδωτό σκαμπό, που τύπωναν φωτογραφίες στιγμής σε τετράδες, και είχα βγάλει κι εγώ καναδυό, από βαρεμάρα περισσότερο και χωρίς να τις χρειάζομαι. Ή ακκιζόμενος, δεν θυμάμαι. Δεν είναι νοσταλγία αυτό, είναι μια απλή διαπίστωση: το παρελθόν δεν υπήρξε ποτέ, ούτε κάποιο εκεί, υπάρχει μόνο ένα σήμερα, ένα τώρα, και ένα, οπωσδήποτε, εδώ. [§] Αλλά μετά, σχεδόν με το που ανεβήκαμε πάλι στο σπίτι, κι αφού του καθάρισα τα πόδια και τον άφησα να τρέξει, κοιμήθηκα πάλι στον καναπέ, αφού επίσης (θα το ξεχνούσα αυτό) έκανα πως διάβασα λίγες σελίδες από ένα καινούριο μυθιστόρημα που ήρθε στο σπίτι (η Κ. μετέφραζε στο γραφείο μία συνέντευξη, από το πρωί ώς τις δύο που πήγε στο Κανάλι), βγήκε η κούραση όλων αυτών των πολλών εβδομάδων, ή μηνών, δεν ξέρω, έχασα κάπως το λογαριασμό, μου βγήκε η τρομερή, τρομερή κούραση, περνάνε και τα χρόνια, όσο να πεις (κανείς κουράζεται περισσότερο φέτος από όσο πέρυσι, όπως ακριβώς ένα ποτήρι γεμίζει σε χ χρόνο μέχρι τη μέση και σε λιγότερο από χ/2 από τη μέση μέχρι επάνω), οπότε δεν είδα καν τις επιθέσεις με πέτρες και μπουκάλια των Ταγμάτων Ασφαλείας στους μεταλλωρύχους της Ελληνικός Χρυσός, που στον φαιοκόκκινο σταθμό Στο Κόκκινο βαφτίστηκαν απροκαλύπτως, φασιστικώ τω τρόπω, «προσωπικό»: ο τίτλος είναι απεχθής, ελεεινός και μαύρος, η χαρά και η τιμή και η δόξα τού Μπέρια: «ΜΑΤ και προσωπικό της Eldorado Gold χτυπούν, μαζί, διαδηλωτές!» [§] Δεν υπάρχει σωτηρία. Δεν υπάρχει. [§]  Το βράδυ είχαμε την εκπομπή, η Κ. ήρθε απευθείας από τη δουλειά στο σταθμό, ο Ορέστης Καλογήρου κάπου προς το τέλος («Το ευρώ δεν είναι νόμισμα, είναι πατρίδα») μ' έκανε σχεδόν να κλάψω. Νομίζω και τους ακροατές. Έχει δίκιο, βέβαια. Η ομοσπονδιοποίηση περνά μέσα από τη νομισματική ένωση. Τα άλλα θα τα βρούμε. Εμάς, εμάς δεν θα βρούμε. Τους «Έλληνες». Τον φαντασιακό εαυτό μας. Αποσυνάγωγος φελαχολαός, απολύτως αποσυνάγωγος λαός-παρίας, χωρίς ιστορία, χωρίς χτες, χωρίς αύριο, ξένος σε ξένο τόπο, με δοτούς εθνικούς μύθους, με ψεύτικο και χαλκευμένο παρελθόν. Ένας λαός καμωμένος στο Photoshop. Ένας λαός-απελπισία. [§] Κι ένας λαός που σπρώχνει και βρίζει γυναίκες με μωρά στην αγκαλιά, επειδή τόλμησαν να επιχειρήσουν να μπουν σε ανοιχτό, κυριακάτικα, μαγαζί, επειδή τόλμησαν να το σκεφτούν, και επειδή τόλμησαν να χλευάσουν την εξουσία τής ΟΠΛΑ. (Ανοησίες έλεγα χτες, τελικά ο καθ' ημάς ISIS, οι Χίτες τού ΚΚΕ και κάποιων άλλων απάνθρωπων μηχανισμών εξουσίας, τους οποίους βδελύσσεται το είναι μου, τους οποίους σιχαίνεται το μέσα μου, χτύπησαν κανονικά και την πρώτη-φορά-Αριστερά Κυριακή που δούλευε η αγορά. Έπρεπε να το περιμένω, είμαι βλαξ). [§] Στο μεταξύ όλα τελειώνουν σε λίγο, το Μισολόγγι έχει φάει και την τελευταία γενναία του γάτα, η δραχμική-αντιδυτική Σταύρωση έρχεται, επελαύνει, κατρακυλάει την πλαγιά, έχει ήδη κατακάψει τα ωραία μας προάστια. Ή, για να το πω, όπως μού αρέσει, ακόμη πιο παραστατικά, θέλω να ελπίζω: ο Βεζούβιος είναι έτοιμος να σαρώσει την καθ' ημάς Πομπηία. Μα που δεν τη λέμε Πομπηία εμείς, μα που δεν είναι Πομπηία, μα που τη λέμε Λούτσα και είναι η Λούτσα. Αυτή θα χάσουμε. Αυτήν είχαμε. [§] Μα είχε τουλάχιστον θέα στη θάλασσα, και είχε και αέρα που έφερνε καλά μαντάτα, τραγουδισμένα στις άλλες γλώσσες. [§] Είναι να ζήσουμε εξορία. Κι αντί τουλάχιστον να τρέμουμε, βγάζουμε σέλφι τής καιομένης μας Λούτσας. Άχαροι, άχαροι άνθρωποι. Κι ας μην πρέπει σε κανέναν η εξορία. Άχαροι.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Κυριακή, 5 Απριλίου 2015 Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά