Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Γράφτηκε από τον 

Είναι κάτι περίεργο που μου συμβαίνει εδώ και κάμποσους μήνες τις νύχτες, όταν περπατώ στον δρόμο: νιώθω μια ζεστή, στερεή παρουσία να αναπνέει βαριά δίπλα μου και να με ακολουθεί, στερεή αλλά και πάλι κάπως ρευστή, με άνετο έλεγχο των κινήσεών της, που ποτέ δεν χάνει την περπατησιά μου, και που με κάνει να πιστεύω πως ξέρει από πριν αν θα στρίψω στη γωνία ή αν θα συνεχίσω ίσια. Όποτε γυρίσω απότομα να τη δω, παίρνει μιαν άυλη μορφή: γίνεται μια γκριζάδα ανάμεσα στις άλλες, και κοιτάζει αλλού, αδιάφορη, σταματώντας και να αναπνέει για λίγο. Είναι κάτι πιο λίγο από καπνός και πιο πολύ από μια ιδέα του μυαλού. Κι έπειτα πάλι, όταν ξαναστρέφω το κεφάλι και το σκύψω αναστενάζοντας, και συνεχίσω το περπάτημα, μαζεύει κι εκείνη πάλι τους ώμους και συνεχίζει να με ακολουθεί, κολλημένη πίσω από τον αριστερό μου ώμο, ζεστή και σαν στερεή, ωσότου κάτι συμβαίνει κάποια στιγμή, κάτι άσχετο από τη σχέση μας αυτή, ένας οποιοσδήποτε περισπασμός, και χάνεται λίγο μετά, δευτερόλεπτα αφότου βγει από το μυαλό μου. Θα πεις, είμαι τρελός. Και μπορεί να ’χεις δίκιο. Πόσο μάλλον που τώρα πια δεν τη νιώθω μονάχα τις νύχτες, αλλά και όταν ίσα-ίσα που αρχίζει να πέφτει το σούρουπο, εκεί κοντά κατά τις πέντε ή ώρα που βραδιάζει, κι ας είναι νωρίς, κι ας μην έχει πέσει ακόμη το σκοτάδι, γιατί εδώ και καιρό μάς κλείνει το μάτι ο χειμώνας, από την άνοιξη, πες, και πάει και μισοκλείνει τα φώτα νωρίς. Κι ακόμα, ακόμα χειρότερα: είναι τώρα κάτι μέρες που τη νιώθω —αυτή τη στερεή σκιά που λαχανιάζει στον ώμο μου— και μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, να γλιστράει πίσω από τις κουρτίνες, να κρύβεται στην ντουσιέρα, να παραμονεύει δίπλα από τα ράφια με τα βιβλία. Συχνά νομίζω πως δεν θέλει καν να κρύβεται πια, και ίσα-ίσα που, έτσι να κάνω, θα μπορέσω να τη δω, ή να την πιάσω στα πράσα, να κάθεται στο γραφείο μου, να ανακατεύει τις σημειώσεις μου, να ψαχουλεύει μέσα στην ντουλάπα με τα πουκάμισα, να σκαλίζει το πατάρι με τις βαλίτσες. Ίσως (αν και δεν ξέρω να πω με σιγουριά) αυτή η ζεστή, στερεή σκιά να γράφει και τα σημειώματα που βρίσκω πια εδώ κι εκεί, πάνω στο τραπέζι του σαλονιού ή σάμπως περασμένα κάτω από την εξώπορτα, ή μέσα στις τσέπες των παντελονιών μου, γραμμένα όλα τους με το ίδιο μελάνι και από το ίδιο χέρι. Όλα λένε μια λέξη μόνο: «ΦΥΓΕΤΕ», κι αν κάτι ξέρω να πω με σιγουριά είναι πως δεν συνιστούν απειλή, όχι: είναι προτροπή. Η σκιά με συμβουλεύει, μας πονάει. [§] Αλλά κι αυτό το ΦΥΓΕΤΕ μια κουβέντα είναι, σχεδόν γλυκιά. Μακάρι να ’ταν στ’ αλήθεια απειλή. [§] Θα φύγουμε όταν γίνει.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015 Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά