Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

The Greek Zombie Apocalypse

Κατηγορία Πεζογραφία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Λογοτεχνία Τεύχος 90

Αποσπάσματα από το υπό έκδοση στην αγγλική γλώσσα μυθιστόρημα του Κυριάκου Αθανασιάδη The Greek Zombie Apocalypse. Eικονογράφηση: Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 90, Σεπτέμβριος 2018.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Βγήκαν από τον σταθμό του μετρό στη Μεσογείων λουσμένοι στο αίμα – και σε άλλα πράγματα, πράγματα που δεν ήθελαν να ξέρουν τι θα μπορούσε να ήταν. Έξω από τις εδώ και τρεις ημέρες σταματημένες κυλιόμενες σκάλες, γεμάτες από άκρη σε άκρη με πτώματα, σε βαθμό που έπρεπε να σκαρφαλώνουν διαρκώς πάνω από μέλη και χαίνοντα στόματα για να τις ανεβούν, τους περίμενε ένα ακόμη κοπάδι, με επικεφαλής μία γυναίκα γύρω στα σαράντα. Ήταν ντυμένη με μαύρο παντελόνι ώς τους αστραγάλους, φορούσε ένα μόνο παπούτσι, κι αυτό με σπασμένο τακούνι, και το πουκάμισό της ήταν σκισμένο και λερωμένο με κάποιο πράσινο πηχτό υγρό. Το μισό πρόσωπό της έλειπε, αλλά με το υπόλοιπο μπορούσε να τους δει και να τους μυρίσει. Έβγαλε ένα υπόκωφο ουρλιαχτό και όρμησε καταπάνω τους όσο πιο γρήγορα της επέτρεπε η κατάστασή της. Τα υπόλοιπα μέλη του κοπαδιού, τριάντα κτήνη, μπορεί και περισσότερα, έστρεψαν αργά το κεφάλι προς το μέρος της φωνής, και κάτι σαν κοιμισμένη νοημοσύνη άστραψε θολά στα μάτια τους. Μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα, είχαν αρχίσει να βαδίζουν με εκείνο το φρικτό, συρτό περπάτημά τους, και με τα χέρια τεντωμένα προς τον Ηλία και την ομάδα του.

Έπρεπε να κινηθούν άμεσα. Τώρα.

Ο Ηλίας ήξερε πως απείχαν από τις εγκαταστάσεις του υπουργείου Άμυνας περίπου ένα χιλιόμετρο – μία απόσταση που υπό φυσιολογικές συνθήκες μπορούσαν να καλύψουν μέσα σε δέκα το πολύ λεπτά. Αλλά όχι με μία λεωφόρο Μεσογείων γεμάτη σταματημένα σε κάθε πιθανή κλίση αυτοκίνητα, λεωφορεία που κάπνιζαν με τις πόρτες τους να χάσκουν και τις ρόδες τους να φλέγονται ακόμη, αναποδογυρισμένα βαν και ταξί, και κυρίως με όλα εκείνα τα πτώματα που κρέμονταν από τα τρακαρισμένα οχήματα, σκέπαζαν την άσφαλτο, απλώνονταν σαν ψεύτικες παραγεμισμένες κούκλες παντού, ανάμεσα από τις ρόδες και πάνω στα καπό και πίσω από τα τιμόνια, δεμένα με ζώνες στις θέσεις του οδηγού και του συνοδηγού ή κολλημένα στα παρμπρίζ από την έξω μεριά, σκαρφαλωμένα στις οροφές τους ή πατημένα, διαλυμένα και μισοκομμένα από τις ρόδες τους, με τα μάτια και τις γλώσσες να πετάγονται από τις κόγχες και τα στόματά τους και με τα μέλη τους να δείχνουν ακόμα, και πάντα, τους ελάχιστους ζωντανούς, με τα δάχτυλα τεντωμένα και γαμψά, σαν νύχια αρπακτικών, σαν αρχαίοι, αρχαίοι οιωνοί.

Και πάλι όμως θα μπορούσαν να φτάσουν στον στόχο τους. Δεν ήταν αδύνατον. Δεν έπρεπε να είναι. Ακόμη και αν αναγκάζονταν να ελιχθούν ανάμεσα από τα οχήματα, να πηδήξουν πάνω από τα εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες μακελεμένα πτώματα όλων εκείνων των αντρών, των γυναικών και των μικρών παιδιών, και να περάσουν μέσα από αυτοκίνητα γεμάτα με μαύρες φλούδες και λίβρες ξεκολλημένης σάρκας ή χυμένων εγκεφάλων — ακόμη και αν έπρεπε να συρθούν ή να πετάξουν με κάποιον τρόπο από πάνω τους, και πάλι θα τα κατάφερναν.

Όφειλαν να το κάνουν.

Και, ναι, θα τα κατάφερναν.

Αν έλειπε εκείνο το κοπάδι που τους είχε μυριστεί και που τους κυνηγούσε. Αν έλειπαν εκείνα τα πεινασμένα τέρατα που ήθελαν να τους κατασπαράξουν. Ή αν τα μακέλευαν και αυτά.

«Προσέξτε!» φώναξε, και όλοι κοκάλωσαν για μια στιγμή.

Την αμέσως επόμενη, είχαν ήδη επιστρέψει βγάζοντας φτερά στα πόδια τους στις σκάλες του σταθμού, προσπαθώντας να ταμπουρωθούν πίσω από τους όγκους των νεκρών και ελέγχοντας ταυτόχρονα τα όπλα τους. Ο ίδιος τράβηξε από τη δερμάτινη θήκη που είχε στερεωμένη στην πλάτη του την κατάνα και προχώρησε σφίγγοντας τα δόντια προς το μέρος του κοπαδιού, ανοίγοντας το βήμα όσο προχωρούσε. Στο άλλο του χέρι, που το τέντωσε σημαδεύοντας το πρόσωπο της σαραντάχρονης γυναίκας, ή σε ,τι είχε απομείνει από δαύτο, κρατούσε το Glock.

Πυροβόλησε μία φορά από τα δεκαπέντε βήματα, και είδε τη μύτη της να εξαφανίζεται, σε ένα μικροσκοπικό γαλαξιακό νέφος από διαλυμένο χόνδρο, κόκαλα και ιστούς.

Τα κακά νέα ήταν πως το μυαλό της βρισκόταν λίγα χιλιοστά πιο ψηλά.

Βλαστημώντας, ξανάριξε.

Δεν του άρεσε να αστοχεί. Και δεν είχε πάνω από διακόσια βλήματα στους γεμιστήρες του, αν υπολόγιζε καλά. Πολύ λίγα για τόσους στόχους. Πάρα πολύ λίγα.

Αυτή τη φορά η σφαίρα απέκοψε ένα μεγάλο κομμάτι του κρανίου της γυναίκας, κροτώντας σαν φελλός που βγαίνει από ένα ξεθυμασμένο μπουκάλι φτηνού αφρώδους κρασιού. Ο Ηλίας θυμήθηκε βαρετές σκηνές από γάμους σε επαρχιακές πόλεις και άδειασε με αηδία το όπλο του στα υπόλοιπα μέλη του κοπαδιού.

«Γαμημένα κωλοζόμπι», είπε μέσα από τα δόντια του. «Ψοφήστε».

Δεν ψόφησαν όλα, αλλά ψόφησαν τουλάχιστον άλλα τρία. Βλαστήμησε πάλι και έτρεξε να ταμπουρωθεί μαζί με τους άλλους στις σκάλες του μετρό. Έπρεπε να τα εξοντώσουν όλα πριν μπορέσουν να πάνε στο υπουργείο.

Θα τα κατάφερναν, ναι. Ωστόσο ο θόρυβος της μάχης θα έφερνε κοντά και άλλα κοπάδια που ίσως τριγυρνούσαν κοντά στην περιοχή. Και τα πυρομαχικά τους θα τελείωναν κάποια στιγμή.

Σηκώθηκαν όλοι μαζί, και οι εφτά, πίσω από τα πτώματα που έπαιζαν ρόλο αναχώματος και έριξαν ουρλιάζοντας στα προπορευόμενα ζόμπι. Ο ήχος από τα κρανία που έσπαγαν ανακατευόταν με τις εκπυρσοκροτήσεις των όπλων και τους ζωώδεις μυκηθμούς των νεκροζώντανων σε ένα αποτρόπαιο κοκτέιλ φρίκης.

[…]

H νεαρή γυναίκα είχε καταφέρει –άγνωστο πώς– να ανέβει πάνω στο άγαλμα του Στρατηγού Παπάγου. Κρατιόταν από τα πόδια του αλόγου και κοιτούσε με τρόμο χαμηλά, τις ορδές των ασθενών, των γιατρών και του προσωπικού τού Γεννηματά που έτρεχαν σέρνοντας τα πόδια τους προς το άγαλμα περικυκλώνοντάς το από όλες τις μεριές. Πολλοί είχαν μόλις βγει από μισοτελειωμένα χειρουργεία, και βάδιζαν με ανοιχτούς θώρακες, κόκαλα που τρυπούσαν τις κνήμες τους και ορούς ή έντερα να σέρνονται σαν κορδέλες πίσω τους.

Και ήταν πολλοί πια. Πολλοί. Ίσως εκατό, ίσως ακόμη περισσότεροι. Ένα ακόμη πεινασμένο για ζωή και σάρκα κοπάδι, από τα χιλιάδες παρόμοια που λυμαίνονταν την Αθήνα. Μέχρι να προχωρήσει είκοσι μέτρα, κρυμμένος πίσω από ένα μακρύ αναποδογυρισμένο μπλε λεωφορείο με σπασμένα παράθυρα, και να ξανακοιτάξει πίσω του, ο Ηλίας είδε με απόγνωση πως τα ζόμπι του νοσοκομείου είχαν φτιάξει μία αυτοσχέδια σκαλωσιά από νεκρή σάρκα πέφτοντας το ένα πάνω στο άλλο και σκαρφάλωναν προς το μέρος της, πατώντας κουκουβιστά σε πλάτες και στρεβλά μέλη.

Τέντωσε το χέρι του προσπαθώντας να σημαδέψει σωστά. Ο ιδρώτας που κυλούσε στο μέτωπό του τον εμπόδιζε. Μισοέκλεισε τα μάτια και έριξε. Δεν την πέτυχε. Δεν μπόρεσε να τη σώσει. Η φωνή της του τρύπησε τα αυτιά όταν το πρώτο τέρας τής δάγκωσε τη γάμπα ξεκολλώντας όλο τον μακρό περονιαίο μυ. Ένα δεύτερο ζόμπι άρπαξε μέσα από το στόμα του πρώτου το κρέας και το έχωσε στο δικό του. Δευτερόλεπτα μετά, όλο το άγαλμα φάνηκε να κινείται με εκατό πόδια και να δείχνει προς κάθε κατεύθυνση με εκατό χέρια.

Χάρηκε που δεν είχε σπαταλήσει και άλλη σφαίρα τελικά, και έτρεξε πίσω από τους υπόλοιπους προς τα δέντρα έξω από τις πύλες του στρατοπέδου, που οι Αθηναίοι εσφαλμένα αποκαλούσαν Πεντάγωνο.

[…]

Οι νεκροζώντανοι στρατιώτες έτρεχαν με τον χαρακτηριστικό τρόπο των ζόμπι μέσα στο χορτάρι, σκοντάφτοντας πάνω στα πτώματα όσων τυχερών είχαν βρει ήδη αιώνια ανάπαυση στον χώρο του στρατοπέδου. Οι εφτά γονάτισαν πίσω από μία σειρά τσουβάλια με άμμο που είχαν ήδη τοποθετηθεί εκεί την πρώτη ή τη δεύτερη ημέρα της Επιδημίας και άρχισαν να πυροβολούν. Ο αέρας θα μύριζε μπαρούτι, θα τσουρούφλιζε τις μύτες τους και θα έκαιγε τα μάτια τους για πάντα.

«Ένα πολυβόλο!»

Η Νατάσσα ανέσυρε το γυαλιστερό ΗΚ11 των εφτά κιλών πίσω από μία στοίβα πεσμένα τσουβάλια. Δίπλα του, ένας σάκος με γεμιστήρες των τριάντα φυσιγγίων άφησε το περιεχόμενό του να κυλήσει πάνω στο φρεσκοκουρεμένο γκαζόν.

«Άνοιξε το κλείστρο για να μην πάθει εμπλοκή!» της φώναξε ο Σταύρος ρίχνοντας ταυτόχρονα με την καραμπίνα του.

«Θεέ μου, λες να μην ξέρω;»

Η Νατάσσα απέσπασε τον δίποδα, τον πέταξε πίσω από την πλάτη της και σήκωσε το οπλοπολυβόλο στο ύψος του στήθους. Τα μάτια της έλαμπαν από μια άγρια χαρά. Το ΗΚ έφτυσε φωτιά και τα τριάντα φυσίγγιά του των 7,62 χιλιοστών χύθηκαν με λύσσα από την καυτή κάννη μέσα σε κάτι λιγότερο από δέκα δευτερόλεπτα. Κεφάλια εξερράγησαν και στήθη γέμισαν τρύπες που χωρούσαν μία ολόκληρη γροθιά.

Η Νατάσσα γέλασε και έβαλε καινούργιο γεμιστήρα.

Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε όλο τον πλανήτη, σε τούτην εδώ τη μικρή μάχη η ανθρωπότητα είχε το επάνω χέρι.

[…]

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 96

«Κύριε, από δω!»

Ο υπουργός στρατάρχης έστρεψε τον όγκο του μέσα από τον εξοπλισμένο με τζετ εξωσκελετό που φορούσε και κοίταξε τον Διοικητή του στρατοπέδου.

«Είσαι σίγουρος;»

«Μάλιστα, κύριε, η σάλα των συσκέψεων είναι στα δεξιά μας. Ελάτε, ελάτε…»

Μιλούσαν σχεδόν ψιθυριστά. Ο Ηλίας έσφιξε τον ώμο της Νατάσσας, την άφησε στη γωνία με τον Σταύρο και τους υπόλοιπους και προχώρησε μόνος μπροστά, κοιτώντας τον υπουργό που είχε προαχθεί σε στρατάρχη την προηγουμένη. Αυτός ο άντρας ήταν η μόνη τους ελπίδα. Ο μόνος σε όλο το στρατόπεδο που μπορούσε να πετάξει με τον πρότυπο εξωσκελετό. Ο μόνος που είχε εκπαιδευτεί ειδικά για αυτό.

Ο μόνος σε ολόκληρη την Αθήνα. Ο μόνος σε όλη την επικράτεια.

Ήταν η μόνη ελπίδα που διέθεταν.

Τα μάτια του θόλωσαν από τα δάκρυα. Πώς μπορούσε αυτός ο γενναίος άντρας να πάρει μια τέτοια απόφαση; Μια απόφαση που ισοδυναμούσε με αυτοκτονία; Κι αν συνέβαινε… οτιδήποτε;

Πόσο μεγαλείο ψυχής έκρυβε μέσα του, Θεέ μου;

«Κύριε Καμμένο», είπε. «Στρατάρχα…»

Ο υπουργός έστρεψε αργά το προφίλ του προς το μέρος του.

«Πάνο, παιδί μου», είπε απλά. «Λέγε με Πάνο».

«Κύριε Πάνο…»

«Χωρίς το κύριε». Ο υπουργός στρατάρχης ξεφύσησε. «Με το κύριε είναι αλλιώς».

«Δεν… δεν μπορώ, δεν μου βγαίνει».

«Σε καταλαβαίνω».

«Αλλά δεν θυμάμαι αν είναι κύριε Καμμένε ή κύριε Καμμένο».

«Δηλαδή;»

«Εννοώ… η κλιτική… Ω, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει μόνο πως… θέλω να σας πω ότι…» Έκλεισε τα μάτια με έναν βαθύ αναστεναγμό. «Ότι σας συγχαίρω και… και…» Η φωνή του λύγισε. «Από εσάς… από εσένα… κρέμονται τόσα… Πάνο».

«Το ξέρω, γιε μου. Το ξέρω, καλό μου παιδί».

«Αυτό. Στρατηγέ μου».

«Στρατάρχης». Ο υπουργός στρατάρχης χαμογέλασε πικρά. Πικρά, και γενναία. «Αλλά τι σημασία έχουν οι τύποι, ε;…» Έκανε να στρίψει εξακολουθώντας να χαμογελά, αλλά κοντοστάθηκε. «Πώς είπαμε ότι σε λένε;»

Ο Ηλίας σκούπισε τα μάτια του από τα απρόσκλητα δάκρυα.

«Όπως λέτε κι εσείς, τι σημασία έχει το δικό μου όνομα, κύριε… Τι σημασία μπορεί να έχει; Είμαι ένας απλός στρατιώτης σας. Αυτό μόνο. Ένας άνθρωπος. Ένας από τους πολλούς… ένας από όσους έχουμε απομείνει σε τούτη τη γη, τέλος πάντων, και που περιμένουμε από εσάς τα πάντα. Την ελπίδα. Την ανάσταση. Για να φτιάξουμε ξανά τον πολιτισμό μας. Για να νιώσουμε πάλι κυρίαρχοι του πλανήτη. Για να κοιτάξουμε ξανά προς τα άστρα».

Ο υπουργός στρατάρχης πλησίασε με τον βαρύ ατσάλινο εξωσκελετό του τον Ηλία. Άπλωσε ένα σιδερόφρακτο χέρι και το άφησε τεντωμένο μπροστά του, για χειραψία.

Ο Ηλίας το πήρε με ζέση, και με τα δυο του χέρια.

«Στρατάρχα», είπε.

«Παιδί μου», του απάντησε με ένα τρέμολο στη φωνή.

Και έκανε μεταβολή.

«Διοικητά!» φώναξε με επιβλητική φωνή. «Να ανοίξει ευθύς αμέσως η μπαλκονόπορτα».

«Μάλιστα, κύριε».

Ο συνταγματάρχης με τα ασημένια μαλλιά άνοιξε τα δύο φύλλα της πλατιάς τζαμαρίας, και αμέσως η βοή του χαώδους κοπαδιού από κάτω πλημμύρισε τη σάλα των συσκέψεων. Ο Ηλίας αποτόλμησε να κοιτάξει κάτω, και το μετάνιωσε αμέσως.

Χιλιάδες ζόμπι είχαν κατακλύσει κάθε μεριά του στρατοπέδου. Το νεκροζώντανο κοπάδι παλλόταν σαν ένα παράδοξο, τιτάνιων διαστάσεων πτώμα που το κατέτρωγαν τα σκουλήκια. Ήταν φρικτό. Από στιγμή σε στιγμή, τα απέθαντα κτήνη θα καταλάβαιναν πως ο όγκος τους και μόνο αρκούσε για να συνθλίψει τους τοίχους των κτιρίων και να παρασύρει τους υπερασπιστές του στον θάνατο. Έναν θάνατο που όμως δεν θα ήταν ο συνηθισμένος. Έναν θάνατο κολασμένο.

Πισωπάτησε, αφήνοντας χώρο για τον γενναίο υπουργό στρατάρχη.

«Κύριε…» είπε φέρνοντας στο μέτωπο την τεντωμένη του παλάμη, σε στρατιωτικό χαιρετισμό. «Περάστε».

Ο βαριά θωρακισμένος άντρας με το αποφασισμένο ύφος προχώρησε κουβαλώντας το βάρος του πρότυπου εξωσκελετού του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων. Στα χέρια του, κρατούσε την κόκκινη φιάλη. Τα τζετ είχαν ήδη ανάψει στην πλάτη του: με το πάτημα ενός κουμπιού, ο υπουργός στρατάρχης θα τιναζόταν στον ουρανό, πάνω από τις μάζες των ζόμπι που κοιτούσαν ψηλά τεντώνοντας και στρίβοντας μοχθηρά τα σκελεθρωμένα χέρια τους. Θα πετούσε σαν διάττων αστήρ στον αέρα της Αθήνας, θα έφτανε στα τριακόσια πόδια ύψος, και από εκεί θα ψέκαζε την πόλη όπου γεννήθηκε η Δημοκρατία και ο δυτικός πολιτισμός με το πολύτιμο περιεχόμενο της κόκκινης φιάλης. Μόλις το στοιχείο EYE-D2018 ερχόταν σε επαφή με το οξυγόνο της ατμόσφαιρας, αστραπιαία, ο ιός στον εγκέφαλο των ζόμπι θα εκρηγνυόταν ρίχνοντάς τα για πάντα νεκρά στο ματωμένο έδαφος.

Ναι: υπήρχε ελπίδα.

Και ήταν προσωποποιημένη σε εκείνον τον γενναίο άνθρωπο.

Σε εκείνον τον γενναίο άντρα.

Ο υπουργός στρατάρχης στράφηκε για μία τελευταία φορά προς το μέρος τους.

«Κύριε Διοικητά», είπε, με ένα ράγισμα στη φωνή, που διόρθωσε αμέσως. «Κυρίες μου. Κύριοι. H Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση».

Στράφηκε ξανά, αργά, μηχανικά, με τον εξωσκελετό να βγάζει μεταλλικούς ήχους, προς το μπαλκόνι. Έκανε ένα βήμα. Ακόμη ένα.

Και πάτησε το κουμπί της εκτόξευσης.

[…]

«Θεέ μου!»

«Όχι! Μη! Μήηη!…»

Τα τζετ του εξωσκελετού εξερράγησαν και αποβλήθηκαν με έναν κρότο που έκανε τις καρδιές των λιγοστών ζωντανών να ραγίσουν. Έπεσαν αργά, ελικοειδώς, επάνω στον όγκο των πεινασμένων νεκροζώντανων. Ο υπουργός στρατάρχης έμεινε για λίγο ακόμη να αιωρείται, με φόντο το πολύτιμο μπλε του αττικού ουρανού. Ήταν η μεγαλειώδης στιγμή της δύσης του ηλίου.

Και μετά, ανατριχιάζοντας σύγκορμα τους πάντες, ακούστηκε η μελωδική φωνή του Πάνου Καμμένου:

«Σε γνωρίζω από την όψη…» άρχισε να τραγουδά.

Κι έπειτα γκρεμίστηκε πάνω στα συγκεντρωμένα ζόμπι.

[…]

Σαν μια γιγάντια κινούμενη τερμιτοφωλιά, που η είσοδός της ήταν ο τσακισμένος πρότυπος εξωσκελετός του υπουργού-στρατάρχη, οι νεκροζώντανοι έκαναν το μόνο που ήξεραν να κάνουν.

Η ελπίδα της Αθήνας είχε σβήσει, σκέφτηκε ο Ηλίας.

Η ελπίδα της ανθρωπότητας είχε σβήσει. Είχε γίνει βορά των ζόμπι.

[…]

 

Σημείωση: Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Κυριάκος Αθανασιάδης

Κυριάκος Αθανασιάδης. Συγγραφέας, μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: Δώδεκα (1991), Μικροί κόσμοι (1996), Το σάβανο της Χιονάτης (2000), Το βασίλειο του αποχαιρετισμού (2002), Πανταχού απών (2007), Ζα Ζα (2012). Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο του Η Κόκκινη Μαρία.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά