Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Ή, του λύκου, ή, του μαχαιριού

Κατηγορία Πεζογραφία
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Διήγημα Πεζογραφία Τεύχος 72
Εικονογράφηση: Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Εικονογράφηση: Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης

Ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, που γράφτηκε ειδικά για το Books' Journal. Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 72, που για μερικές ημέρες ακόμα κυκλοφορεί.

Μουχρώνει, πλησιάζει η νύχτα αυτή των Χριστουγέννων του 2013 και ο Αντώνης ξανακοιτάζει απ’ το μικρό παραθυράκι της καλύβας μέσα κι έξω απ’ το μαντρί: το χιόνι συνεχίζει να πέφτει σε τουλούπες εδώ και δυο μερόνυχτα ακατάπαυτα. Ο περίβολος έχει υψωθεί κατά εξήντα εκατοστά, το ίδιο κι απέξω, κάνοντας πιο ευάλωτη την ξύλινη περίφραξη στους λύκους που ήδη έχουνε μαζευτεί και τριγυρίζουν παρακολουθώντας και ψάχνοντας κάποιο αδύνατο σημείο, ώστε να μπορέσουν να πηδήξουν, ή να τρυπώσουν από κάποιο μικρό άνοιγμα. Μέσα στην ησυχία ακούγονται τα ποδοβολητά τους όταν σταματούνε για λίγο τα έξι σκυλιά του κοπαδιού να τους γαυγίζουν.

Ο πατέρας του ο κυρ-Ηλίας, πιο εκεί, εβδομήντα εννιά χρονών (ο Αντώνης τριάντα οχτώ) καθιστός σε μια καρέκλα καθαρίζει και γρασάρει το παλιό πολυβόλο STEN (εγγλέζικο όπλο – βγάλανε παραλλαγή του οι Γερμανοί το ’43), που το έχει συνήθως χωμένο σε μια κρύπτη στη μικρή αποθήκη με τις ζωοτροφές, την μπαμπακόπιττα, το ξερό τριφύλλι και τον βίκο – το είχε βρει, παιδί, στο βάθος μιας χαράδρας λίγο παρακάτω. Τον Οκτώβριο του ’44, με τη φυγή των Γερμανών, ανέβαινε ένας λόχος από εκεί, από το άγριο ανηφορικό μονοπάτι, κι ένας Γερμανός γλίστρησε, έπεσε και σκοτώθηκε κάτω, στα χαμηλά. Οι δικοί του μέσα στη φούρια τους ούτε που γύρισαν να τον ψάξουν. Ο κυρ-Ηλίας, δεκάχρονος τότε, κατέβηκε,  πήρε το STEN και πέντε γεμιστήρες πού ήταν σε μια πέτσινη τσάντα και τα πήγε στον πατέρα του. Εκείνος έκρυψε καλά το όπλο σ’ όλο τον εμφύλιο και, μετά που πέθανε, το πήρε ο κυρ-Ηλίας και το συντηρούσε, το έλυνε και το έδενε, καθάριζε τα πυρομαχικά, το καμάρωνε, έτσι για να περνάει η ατέλειωτη ώρα της μοναξιάς στο βουνό.

Ο Αντώνης έχει τρία χρόνια που γύρισε στο χωριό – είχε πάει στην Αθήνα όπου σπούδασε Γεωπονική. Δούλεψε στον Οργανισμό Βάμβακος, και μετά, επί Σημίτη, στο Υπουργείο Γεωργίας. Εργάστηκε κάποια χρόνια στην πρωτεύουσα, μετά ξέμεινε άνεργος, έπεσε στην κρίση, ένιωθε να πνίγεται και κάποια στιγμή το πήρε απόφαση να γυρίσει κοντά στον πατέρα του διαβάζοντας μια φράση του στοχαστή E.M. Σιοράν: «Αυτά που γνωρίζω στα εξήντα μου (μετά από σαράντα χρόνια στο Παρίσι) τα ήξερα εξίσου καλά όταν ήμουν είκοσι χρονών στο χωριό μου στη Ρουμανία».

Αρραβωνιάστηκε πριν ένα χρόνο, αλλά συνήθως ζει στο βουνό με τα ζωντανά. Εξάλλου κατέχουν πολλά χωράφια, στρέμματα με κερασιές, γερή περιουσία, πεντακόσια ζώα, διακόσια κουδούνια, πρόβατα και γίδια – το μαντρί, μέσα στην περίφραξη, αποτελείται από τρία υπο-μαντριά και την καλύβα των τσοπάνηδων. Βρίσκεται ανάμεσα στον Όλυμπο και στα Πιέρια, σε έναν απαρήγορο τόπο που λέγεται Παλιομονάστηρο, ή Κούρασμα (λόγω της ανωφέρειας), αλλά κοντά σε δασώδες μέρος, προσηλιακό, για να μην παγώνουν και μένουν τα χιόνια όταν πέφτουν και δεν μπορεί να βγει το κοπάδι. Γύρω απ’ το μαντρί είναι ανοιχτή επικλινής έκταση δέκα στρεμμάτων και μετά δέντρα και βουνά. Τα τρία περιφραγμένα μαντριά είναι φτιαγμένα από ξύλα, βρύζες και καλαμιές και σκεπασμένα με λαμαρίνες, το ίδιο και η καλύβα. Το πάτωμα της καλύβας έχει από κάτω χώμα κι από πάνω αλείμματα, ένα μίγμα από σβουνιές γελαδιών και γαϊδουριών με άχυρο και πηλό που το κάνουν σταθερό, στεγανό και κρατάει καλή θερμοκρασία. Μέσα στην καλύβα υπάρχει μια πυροστιά σαν αυτοσχέδιο τζάκι, δυο αντικριστά μονοκρέβατα από σανίδες με στρώματα από τσουβάλια γεμάτα άχυρο και ένα τραπεζάκι στο κέντρο. Στις πλευρές κρεμασμένες δυο λάμπες πετρελαίου, δυο κάπες, τσίγκινα, βαθιά πιάτα, γκλίτσες, ένας φακός, κουδούνια ζώων και κυπριά. Ένα τσουβαλάκι με ψωμιά. Στη γωνία φτυάρι, δικράνι, τσαλοκόφτες και άλλα εργαλεία.

Έχει νυχτώσει και οι δυο άντρες απομονωμένοι εκεί μέσα, αποκλεισμένοι, ακούνε τα ουρλιαχτά των λύκων να πυκνώνουν, τα θηρία να πλησιάζουν όλο και περισσότερο, να ψάχνουν τρύπα στην περίφραξη, τα σκυλιά να ουρλιάζουν και τα κουδούνια των εγκλωβισμένων προβάτων που τα έχει συνεπάρει ο φόβος, ο τρόμος του θανάτου, να χτυπούνε συνέχεια, άρρυθμα, ακατάστατα, φρικιαστικά. Πιο πολύ φοβούνται οι προβατίνες που έχουν νεογέννητα – άρχισαν να γεννούνε απ’ τον Νοέμβριο και θα συνεχίσουν, αν γλιτώσουν, ώς τα μέσα Ιανουαρίου.

Ο Αντώνης:

- Τρέμουνε τους λύκους, τα καημένα.

- Ναι. Το χειρότερο, που δεν ξέρουνε: Είναι ή του λύκου, ή του μαχαιριού.

Ο κυρ- Ηλίας έχει καθαρίσει καλά το Sten  κι έχει βάλει μια δεσμίδα των τριάντα από τα πλάγια, που χρησιμεύει και για να το κρατάς με το αριστερό, ενώ με το δεξί σφίγγεις το σώμα του όπλου έχοντας το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Ο Αντώνης:

- Κάνει τίποτα αυτή η παλιατσαρία; Μπορεί να ρίξει καμιά σφαίρα;

- Μια χαρά δουλεύει ακόμα. Προψές άκουσα στο ράδιο ότι πουλάνε ακόμα τέτοια στην Κρήτη. Είναι λειτουργικό. Κι εγώ, πριν έξι μήνες που το δοκίμασα, έριξε μια ριπή στο δάσος λες και ήταν καινούργιο. Το ’χω συντηρημένο καλά.

Άφησε το όπλο και σηκώθηκε κι άναψε τις δυο λάμπες πετρελαίου για να βλέπουν.

Ο Αντώνης:

- Να βγούμε να δούμε τι γίνεται;

- Πάρε το δικράνι και πάμε.

Ο κυρ-Ηλίας ξεκρεμάει τον φακό, αδράχνει το όπλο και βγαίνουν στον περίβολο. Ο ουρανός φαντάζει κοκκινόμαυρος. Οι νιφάδες λευκάζουν. Οι λύκοι που είναι σχεδόν κοπάδι, ένας συρφετός από θηρία, έχουν περικυκλώσει το μαντρί, πηγαινοέρχονται, ακροβολίζονται ψάχνοντας, βρυχιούνται και ουρλιάζουν απειλητικά – ο κυρ-Ηλίας, πιο πεπειραμένος, ξέρει πόσο πονηρά κι ανελέητα ζώα είναι και κρατώντας το πολυβόλο στάθηκε και, σε ένα χάσμα σιωπής, κατάλαβε. Κάνει νόημα στον Αντώνη. Πλησιάζουν αθόρυβα, δεξιά σε ένα σημείο που οι λύκοι έχουν σκάψει απέξω στο χιόνι και προσπαθούνε να ανοίξουν λαγούμι κάτω απ’ τα ξύλα και να μπούνε μέσα. Ο κυρ-Ηλίας κάνει νεύμα στον Αντώνη να περιμένει, φέγγοντας με τον φακό. Εκείνος στέκεται βουβός, με το δικράνι υψωμένο, έτοιμο. Κάποια στιγμή, από κάτω, μέσα απ’ τα χιόνια, βγαίνει η μουτσούνα και το κεφάλι ενός τεράστιου λύκου – χταπ! του ρίχνει μια μπηχτή ο Αντώνης και τον καρφώνει με το δικράνι πέρα-πέρα στο μάτι και πλάγια στο λαιμό. Ο λύκαρος αιμόφυρτος και μισότυφλος τραβιέται πίσω σκούζοντας παραπονετικά ενώ την ίδια στιγμή ο κυρ-Ηλίας βάζει την κάνη ανάμεσα στα ξύλα και ρίχνει μια ριπή χαμηλά, στα τυφλά. Απέξω ακούγονται πνιχτά γρυλίσματα, γδούποι και συρσίματα – σε λίγο το μέρος εκεί ησυχάζει.

Στο μεταξύ έχουν φτάσει στο ίδιο σημείο και τα έξι σκυλιά του κοπαδιού, με αρχηγό τον Μόργκα, ένα πεντάχρονο, ασπρόμαυρο καθαρό τσοπανόσκυλο, περήφανο, με μπόι-θέριεμα, ίσα με μισό γαϊδούρι. Τα μάτια του είναι γαλαζοκίτρινα και φοράει χοντρή, ατσάλινη λαιμαριά με μυτερές ακίδες σαν καρφιά. Έχει δώσει πολλές μάχες με λύκους, είναι γεμάτος σκισίματα και παλιότερα, ηρωικά τραύματα.

-Να βγάλουμε έξω τα σκυλιά; Ρωτάει ο Αντώνης.

- Όχι ακόμα, δεν θ’ αντέξουν.

Γυρίζουνε στο καλύβι – ο Αντώνης είναι τυπικός χριστιανός, αδιάφορος, ενώ ο κυρ-Ηλίας είναι παλιός, απλοϊκός άνθρωπος κι ευλαβής. Κάθε πρωί ξεκινάει με τον σταυρό, τρώει αποξηραμένα αντίδωρα απ’ το Άγιον Όρος και πίνει λίγο αγιασμό. Και έχει αναγκάσει και τον Αντώνη να κάνουνε σαράντα μέρες νηστεία, οπότε περιμένουνε κανονικά τα μεσάνυχτα, απόψε, νύχτα των Χριστουγέννων, να φάνε κρέας με μεγάλη λαχτάρα πίνοντας τσίπουρο. Ο κυρ-Ηλίας βγάζει τα λιανώματα που έχει χωμένα βαθιά σε μια γούβα με χιόνι για να διατηρηθούν, δηλαδή αχαμνά κατσικιών, έντερα, εντόσθια και συκώτια, βάζει νερό στο τσουκάλι, τα ρίχνει μέσα και πασπαλίζει χοντρό αλάτι απ’ τις αλυκές που είχε σε ένα σακούλι για να κάνει σούπα, κάτι σαν αυτοσχέδια μαγειρίτσα. Αποθέτει το τσουκάλι στη πυροστιά να βράσουν – θέλουνε ώρες, γιατί η φωτιά είναι αδύναμη και δεν μπορούνε να την μπουρλοτιάσουν πολύ, φοβούνται πυρκαγιά.

Απέξω τα πράγματα όλο και χειροτερεύουν – έχουνε μαζευτεί ένα σωρό λύκοι και τους απειλούνε τώρα πηδώντας και πέφτοντας με δύναμη πάνω στα ξύλα της περίφραξης, δαγκάνοντας τα παλούκια, σκάβοντας, ουρλιάζοντας διαρκώς.

Κατά τις έντεκα και μισή ο κυρ-Ηλίας βγάζει το τσουκάλι. Η σούπα είναι έτοιμη και ο Αντώνης δύσκολα κρατάει τα σάλια του απ’ την πείνα και τη λαχτάρα να φάει κρέας μετά από τόσον καιρό αποχής. Ο κυρ-Ηλίας λέει:

- Μην κάνεις όρεξη. Τα πράματα είναι δύσκολα. Τη σούπα θα τη φάει όλη ο Μόργκας, πριν βγει έξω με τους λύκους, και τα ψωμιά είναι για τα άλλα σκυλιά. Αυτά θα μας κρατήσουν απόψε. Θα σώσουνε το κοπάδι και τα γεννητούρια – αν έχουμε και λίγο Θεό.

Ο Αντώνης αρχίζει να διαμαρτύρεται αλλά ο κυρ-Ηλίας δεν ακούει κουβέντα. Αδειάζει όλη τη λαχταριστή σούπα σε δυο βαθιές, τσίγκινες γαβάθες και την αφήνει να κρυώσει. Βγάζει  και όσα ξερόψωμα έχουνε  απομείνει, τα βουτάει για λίγο στη μαγειρίτσα και τα αφήνει κι αυτά δίπλα.

Στις δώδεκα παρά τέταρτο, ανοίγει την πόρτα και φωνάζει τα σκυλιά – εκείνα έρχονται  ξεπαγιασμένα, πεινασμένα, με τα σάλια τους να τρέχουνε και τρομαγμένα απ’ τα ουρλιαχτά των λύκων. Ο κυρ- Ηλίας παίρνει μόνο τον Μόργκα μέσα στο καλύβι και ρίχνει τα ψωμιά έξω να παρηγορηθούνε τα άλλα σκυλιά. Μετά δίνει εντολή στον αρχηγό να φάει τη σούπα. Το θηριώδες τσομπανόσκυλο ρίχνεται με άγριο πάθος στις γαβάθες και καθαρίζει κρέατα ζουμιά και υπολείμματα μέσα σε τρία λεπτά. Γλείφει τα σκεύη καλά, επίμονα, και μετά σηκώνει το κεφάλι του για ένα λεπτό και κοιτάζει ερωτηματικά το αφεντικό του. Ο κυρ-Ηλίας λέει:

- Πάμε…

Ο Μόργκας κατάλαβε, βγαίνει έξω μαζί με τα άλλα σκυλιά που είχαν κάπως διώξει την πείνα εξαφανίζοντας τα ξερόψωμα, και ακολουθεί τον κυρ-Ηλία. Εκείνος πάει στην πόρτα της περίφραξης και την ανοίγει λίγο, λέγοντας επιτακτικά:

-Μόργκα, άρπαξ’ τους… φάτους…

Το τσομπανόσκυλο μυρίζει τον αέρα για δευτερόλεπτα, παίρνει τα οσμά και μετά

πετάγεται έξω σαν λυσσασμένο μαζί με τα άλλα σκυλιά και ρίχνονται στους λύκους. Ο κυρ-Ηλίας κλείνει γρήγορα την πόρτα, την ασφαλίζει και γυρίζει στο καλύβι.

Η ώρα είναι δώδεκα παρά δύο λεπτά. Ο Αντώνης κάθεται στο τραπέζι και έχει βγάλει μπροστά του μια χούφτα στραγάλια που του έδωσε πριν μέρες η αρραβωνιαστικιά του και τα είχε σε ένα σακούλι ξεχασμένα. Δίπλα έβαλε δυο ποτηράκια και το μπουκάλι με το τσίπουρο κι έπαιζε με το κινητό του που εδώ πάνω δεν πιάνει τίποτε. Μόλις πλησιάζει ο πατέρας του σηκώνεται, τον αγκαλιάζει, τον φιλάει σταυρωτά, τον σφίγγει γερά, αλλά με σεβασμό κι εύχονται ο ένας στον άλλο συγκινημένοι «Χρόνια πολλά».

Κάθονται κι αρχίζουνε να πίνουνε τσίπουρο τρώγοντας στραγάλια. Έξω γίνεται χαλασμός. Τα σκυλιά γαυγίζοντας και ουρλιάζοντας παλεύουνε με τους λύκους. Ο κυρ-Ηλίας πίνοντας μουρμουροψέλνει διάφορα τροπάρια – μόλις τελειώνει το τσίπουρο παίρνει το όπλο, το εξετάζει αν είναι έτοιμο, και λέει:

- Ξάπλωσε εσύ κάνα δυο ώρες, να φυλάξω εγώ,  και μετά θα σε ξυπνήσω να ξεκουραστώ με τη σειρά μου.  

Χαράζοντας ελαφρά, με το πρώτο ελάχιστο φως, οι δυο άντρες σηκώνονται, φορούν τις κάπες τους, παίρνουν πολυβόλο και δικράνι και βγαίνουνε έξω. Οι μάχες και τα ουρλιαχτά συνεχίζονται, αλλά πιο αδύναμα απ’ τη νύχτα. Τα κουδούνια των άγρυπνων προβάτων χτυπούνε ακόμα ανήσυχα, τρομαγμένα, ακατάστατα.

Ο κυρ-Ηλίας ανοίγει την πόρτα του μαντριού κρατώντας έτοιμο το Sten. Δίπλα του ο Αντώνης – στο λίγο φως, βλέπουνε σκοτεινούς όγκους από σκοτωμένα και ζωντανά ζώα, διάσπαρτα ένα γύρο. Αίματα στο χιόνι παντού και τούφες από τρίχες. Λύκοι και σκυλιά ξεσκισμένα, νεκρά, ή ετοιμοθάνατα. Ο κυρ-Ηλίας φωνάζει:

- Μόργκα!

Το τσομπανόσκυλο που πάλευε ακόμα, έρχεται απ’ το πουθενά. Καταματωμένο, ξεσκισμένο στη ράχη και στα πλευρά, με ένα αυτί, κουτσαίνοντας. Εξουθενωμένο σέρνεται σχεδόν και πέφτει πλάγια στα πόδια του αφεντικού του. Αχνίζει ολόκληρο και τρέμει. Όλα τα άλλα σκυλιά τα έχουν ξεσκίσει οι λύκοι, όσοι επέζησαν απ’ τα δόντια του Μόργκα και τώρα μαζεύονται, κοπαδιάζουν πάλι για να επιτεθούν. Ο κυρ-Ηλίας, μιας και φέγγει κάπως, μπορεί να τους δει καλά και χωρίς να φοβάται, πια, μήπως σκοτώσει κάνα δικό του σκυλί, σηκώνει το Sten και αδειάζει με τη μία όλη τη γεμιστήρα πάνω τους. Πέφτουν νεκροί, ή χτυπημένοι, αρκετοί λύκοι και οι άλλοι, με λυγμούς θαρρείς, πανικοβλημένοι, κλαψουρίζοντας, σκορπίζουνε τρέχοντας αλαλιασμένοι προς το δάσος.

Ο κυρ-Ηλίας βγάζει την κάπα του, την απλώνει χάμω στο χιόνι, τραβάει με προσοχή πάνω της τον Μόργκα και μαζί με τον Αντώνη τον σέρνουνε μέσα στο καλύβι. Τον αποθέτουνε ήσυχα, δίπλα στην φωτιά και τον σκεπάζουνε καλά, με μια κουβέρτα. Το σκυλί, μέσα στα αίματα, τα δικά του και των λύκων, εξαντλημένο, ξεπνοϊσμένο, τους κοιτάζει βουβά, με ευγνωμοσύνη.

Ο κυρ-Ηλίας βγάζει απ’ την τσέπη του ένα μαντήλι, το ανοίγει, παίρνει ένα αποξηραμένο Αγιορείτικο αντίδωρο, το βάζει απαλά μέσα στο στόμα του σκύλου, μετά τον χαϊδεύει τρυφερά, προσεκτικά στο κεφάλι και λέει χαμηλόφωνα:

- Χρόνια πολλά Μόργκα. Καλά Χριστούγεννα.

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

Συγγραφέας. Μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων του που έχουν εκδοθεί: Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό (1989), Η ψίχα της μεταλαβιάς. Ακριανή λωρίδα (1990) Η στενωπός των υφασμάτων (1992), Πάλι κεντάει ο στρατηγός (1996), Γερνάω επιτυχώς (2000), Ουζερί Τσιτσάνης (2001), Επί ψύλλου κρεμάμενος (2003), Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου (2006), Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας (2008), Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος (2009), Περιπολών περί πολλών τυρβάζω (2011), Νοέμβριος (2014), Υπουργός Νύχτας (2016).

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:
Ηθική και Μνήμη, Ένα κείμενο του Mark Twain

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά