Τρίτη, έπειτα τέταρτη. Ωραία. Θα αντισταθώ στον πειρασμό ενός ακόμη τσιγάρου. Ραδιόφωνο, το δυναμώνω.  Η βραχνή φωνή του Χάρρυ Μπελαφόντε, στο Ματίλντα. Τι ωραία – μα πώς μπορούσαμε τότε να είμαστε τόσο αγνοί; Δεν ήμασταν απλώς νέοι, νέα ήταν η κοινωνία, κι ακόμη νεότερη η συγκυρία. Το μέλλον ήταν απτό, άρα η Ιστορία είχε νόημα. Η Ματίλντα ως μυθικό γυναικείο όνομα αλλά και ως ορίζοντας των προσδοκιών μας. Τραγουδούσαμε τους στίχους στα πάρτι χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε τα λόγια, αλλά αυτό δεν είχε  σημασία αφού οι ήχοι στο στόμα μας αποκτούσαν νόημα – γινόντουσαν λέξεις του δικού μας ιδιώματος. Δύσκολο ακούστηκε όλο τούτο. Κάποια στιγμή θα το αναδιατυπώσω.

Δεν μπορώ να κλείσω μάτι. Νομίζω ότι εκείνη ακριβώς την στιγμή που θα κλείσουν τα μάτια μου, το μωρό θα σταματήσει να αναπνέει. Ναι, δεν το νομίζω, γίνεται. Λέγεται σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου. Μου το επιβεβαίωσε και ο παιδίατρος. Όσο περνάνε οι ώρες η κυκλοφορία στον δρόμο αραιώνει. Στις πέντε περνάει το σκουπιδιάρικο, στις έξι το λεωφορείο, στις επτά το ξυπνητήρι του Νίκου για να πάει στην δουλειά και κάπου εκεί το βασανιστήριο τελειώνει. Είναι ώρα να φάει. Στέκομαι πάνω από την κούνια και σχεδιάζω πώς θα το σηκώσω. Το πιάνω από τις μασχάλες, παλεύω μάταια να κρατήσω το κεφάλι του. Σαν μαριονέτα που πρέπει να πιάσεις σωστά τα νήματα, αλλιώς… κλαίει και συσπάται σαν ξεχαρβαλωμένη μαριονέτα. Κι όταν κλαίει, εμφανίζεται η μάνα μου. Από την κουζίνα, από το μπάνιο, από το καθιστικό. Δρασκελίζει με τα τρανταχτά πασούμια της προς το υπνοδωμάτιο. “Λάθος!”, φωνάζει και μου το αρπάζει από τα χέρια. “Τα λάθη εδώ δεν συγχωρούνται, δεν είναι παιχνίδι, είναι άνθρωπος”, ωρύεται. Μετά το σβερκώνει με άνεση και το παραχώνει ανάμεσα στη μασχάλη και το στήθος της. Το σώμα του σταματά να συσπάται και ψάχνει στα τυφλά την ρώγα στις πτυχές τις ζακέτας της. Μου κάνει νόημα να κατεβάσω το σουτιέν. Ανεβάζω μηχανικά την μπλούζα μου και βγάζω το φουσκωμένο στήθος έξω. Έτσι όπως έχει μείνει να κρέμεται έξω από τον σφιχτό στηθόδεσμο αρχίζει κι αυτό να κλαίει. Γοεροί λυγμοί από γάλα στάζουν στο πάτωμα.

Το 1972 ήμουν έξι χρονών και οι κινηματογραφικές μου αναζητήσεις περιορίζονταν στον Πινόκιο και τη Φαντασία του Ντίσνεϋ, άντε και στο Κίτρινο Υποβρύχιο – οι Μπητλς ως κινούμενα σχέδια στα ψυχεδελικότερά τους. Αλλά  και να ήμουν σε θέση και σε διάθεση να παρακολουθήσω μια ταινία «αυστηρώς ακατάλληλη», οι λογοκριτές της χούντας είχαν πετσοκόψει τις επίμαχες σκηνές του Τελευταίου Τανγκό στο Παρίσι. (Στα πορνοσινεμά –εννοείται– πέριξ της Ομόνοιας, οι οπισθοπεθουσίες και οι γλουτοβλεννώσεις έδιναν κι έπαιρναν τόσο επί της οθόνης, όσο και εντός της αιθούσης, πόσω δε μάλλον στις τουαλέτες…) Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι δημιούργησε, έστω κι έτσι, σκάνδαλο στην Ελλάδα. Ακόμα και το Ελεύθερο Θέατρο –ο θρυλικός θίασος που επινόησε τη μετεπιθεώρηση– του αφιέρωσε, το καλοκαίρι εκείνο, στο Άλσος Παγκρατίου, ολόκληρο νούμερο. «Με βουτυράκι και με λίγη μαρμελάδα θα είναι ο πωπός σου σωστή ζαλάδα» έλεγαν οι στίχοι του σχετικού τραγουδιού σε μουσική του Λουκιανού Κηλαηδόνη.

Υπάρχουν στιγμές που συμπυκνώνουν το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Όταν εμφανίζεται μια τέτοια στιγμή, όταν δηλαδή συμβαίνει ως παρόν, συνήθως δεν αναγνωρίζουμε αυτή της την ξεχωριστή υφή και ποιότητα. Αυτό δεν είναι αφύσικο, αφού, για να έχει τέτοια υφή και ποιότητα η στιγμή αυτή, κάποια από όσα εκτυλίσσονται σε αυτήν, ή και όλα, μας παρασέρνουν στη δίνη τους, και της παραδινόμαστε ολοκληρωτικά, και εκείνη μας καταλαμβάνει απόλυτα, και δεν υπάρχει χώρος, χρόνος και τρόπος να ξεχωρίσουμε τη στιγμή αυτή.

Από τον Τσίλλερ στις οικοδομές του μοντέρνου κινήματος

Όποιος είχε την τύχη να παρακολουθήσει την Έκθεση για τον Τσίλλερ στην Εθνική Πινακοθήκη, το 2010, ήταν σαν να βρισκόταν σε έναν μαγικό κόσμο, σε μια Αθήνα του 19ουαιώνα που, από κάποιες απόψεις, ανταποκρινόταν στις πιο οξυμένες φαντασιώσεις για μια προϊστορία αστικής τάξης γαλλικού  ή άλλου ευρωπαϊκού τύπου στην Ελλάδα. Οι εικόνες της Έκθεσης δεν ήταν παραπλανητικές. Τα κτίρια αυτά είχαν πράγματι υπάρξει. Στο υψηλής στάθμης βιβλίο, Ερνέστος Τσίλλερ, Αρχιτέκτων, 1837-1923, σε επιμέλεια Μαριλένας Κασιμάτη, που συνόδευε την Έκθεση, δημοσιεύεται συνέντευξη του Τσίλλερ όπου ο αρχιτέκτων επισημαίνει:

Η Αθήνα σήμερον είναι αγνώριστος, ενώ προ ετών ήτο χωρίον. […] Αι Αθήναι έχουσι οικοδομήματα καλά, αριστουργήματα τόσα, όσα εις όλο το Παρίσι παρόμοια δεν απαντά τις. […] Μονοκατοικίαι κομψαί όπως αι εν Αθήναις είναι σπάνιαι. (εφημερίδα Ακρόπολις, 17/2/1898)

Νομπελίστα στα 88 της χρόνια, η Ντόρις Λέσσινγκ, που πέθανε τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου σε ηλικία 94 χρόνων, είχε κάποτε δηλώσει ότι έγινε συγγραφέας από απογοήτευση. Ωστόσο, με το πολυδιάστατο έργο της κατάφερε να συλλάβει το πνεύμα σχεδόν κάθε δεκαετίας και να επιβεβαιώσει τη σημασία της αδιάκοπης ανανέωσης και αλλαγής.

Το «βαθύ κράτος» κυβερνά (ξανά;) στη Θράκη με ανοχή όλων των Ελλήνων

«Η χθεσινή διημερίδα ήταν μια ακόμα απόδειξη για το πώς το ελληνικό κράτος ακολουθεί την τακτική της “καρδάρας με το γάλα”. Πώς δηλαδή μέσα σε λίγα λεπτά καταφέρνει να ακυρώσει πολιτικές και προσπάθειες ετών, να κάνει τους πολίτες του να απολέσουν την εμπιστοσύνη που έχτισαν με κόπο κάποιοι, να δίνει λαβές και αιτίες για να αποκαλείται αναξιόπιστο. Η απαγόρευση που επιβλήθηκε “άνωθεν” στον κ. Εβρέν Ντεντέ να κάνει την εισήγησή του στα τουρκικά, ενώ οι οργανωτές είχαν ετοιμάσει σύστημα μετάφρασης με επίσημο και εγκεκριμένο μεταφραστή, μας πάει, όπως είπε και η κυρία Δραγώνα, βήματα πίσω.» (Ανάρτηση της κομοτηναίας δασκάλας Μαρίας Δήμου στο Facebook 23 Νοεμβρίου 2013)1

Σελίδα 4 από 4