Τον Στυλιανό Αλεξίου τον γνώρισα τυπικά στις αρχές της δεκαετίας του ’60, ένα καλοκαίρι που τον επισκέφθηκα στο Μουσείο Ηρακλείου και του ζήτησα κάποια συνεργασία με τον Σύλλογο Κρητών Σπουδαστών. η φιλική όμως σχέση μας χρονολογείται από το 1977. Τότε παραιτήθηκε από την Αρχαιολογική υπηρεσία και ανέλαβε να διδάξει στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Νεοελληνική Λογοτεχνία. Επειδή είχε μάθει για την ενασχόλησή μου με τα λογοτεχνικά περιοδικά, με αναζήτησε, με κάλεσε στο σπίτι του στο κέντρο του Ηρακλείου και μου μίλησε για τα φιλολογικά θέματα που ερευνούσε. Έτσι αρχίσαμε μια τακτική συνεργασία, πάντα σε εγκάρδιο κλίμα, που διατηρήθηκε μέχρι τον θάνατό του.

Εχει απόλυτα δίκιο ο Παναγιώτης Δημητράς. Είναι αδιανόητο να γίνεται συζήτηση σήμερα πια για τη Συνθήκη της λωζάννης και το δικαίωμα που δίνει στη μειονότητα της Θράκης στη γλώσσα της και την ίδια στιγμή να απαγορεύεται σε ένα μέλος της να κάνει χρήση της σε ένα επιστημονικό συνέδριο. 

Όσο περνούν οι ημέρες, όλο και πυκνώνουν οι φωνές που ζητούν να ανοίξουν άμεσα ΕΚΠΑ και ΕΜΠ, τα πιο εμβληματικά ακαδημαϊκά ιδρύματα της χώρας. Το θέλουμε όμως πράγματι αυτό; Ή για να το θέσουμε διαφορετικά: είναι αυτό που πράγματι θέλουμε ως κοινωνία και κυρίως ως φορολογούμενοι πολίτες; Θέλουμε να ξανανοίξουν τα ίδια πληγωμένα κτήρια και να συνεχιστεί η εκπαιδευτική διαδικασία όπως και πριν, σαν να μη συνέβη τίποτε; Θέλουμε να ανοίξουν ΕΚΠΑ και ΕΜΠ με τις ίδιες παθογένειες που τα οδήγησαν σ’ αυτή την απελπιστική κατάσταση; Θα ικανοποιηθούμε άραγε με μία απλή «νομοθετική τακτοποίηση» των εξαμήνων και των εξεταστικών; Πιο σημαντικό ακόμη: είμαστε βέβαιοι ότι οι κινητοποιήσεις δεν ήταν απλώς και μόνον η κορυφή του παγόβουνου; Έχουν εκλείψει οι αιτίες παρακμής του δημοσίου πανεπιστημίου; Ποιοι ευθύνονται για την επικράτηση μιας «εργασιακής ηθικής» που δεν βλέπει τίποτε κακό στο κλείσιμο ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος, χωρίς κάποια πρόνοια για την τοποθέτηση προσωπικού ασφαλείας, προκειμένου να εξασφαλιστεί τουλάχιστον η συνέχιση της διδασκαλίας; Ποιο σύστημα παρήγαγε πανεπιστημιακές ηγεσίες που θεωρούν σχεδόν φυσιολογικό το πάγωμα της εκπαιδευτικής διαδικασίας επί μήνες τώρα; Ποιο, τέλος, το αίσθημα ευθύνης ενός υπουργού, ο οποίος αποφασίζει να αντιδράσει δυναμικά... ύστερα από δύο μήνες και να ρίξει γέφυρες διαλόγου λίγο πριν από το χείλος του γκρεμού; Μόνον ίσως ο ποιητής βλέπει την αλήθεια εδώ: «βλάπτουν κ’ οι τρεις τους την Συρία το ίδιο»· κι ας μην αναζητούμε τον «τέταρτο καλό», «οι κραταιοί θεοί» δεν θα μας τον δώσουν.  

Υπάρχει ένα φαινόμενο στη γλώσσα μας που θα μπορούσε να ονομαστεί καταχρηστικός πληθυντικός. Συμπύκνωση αλλά και κατεξοχήν δημοφιλής εκδοχή αυτού του φαινομένου είναι η, ραδιοφωνικής κυρίως προέλευσης, φράση να προσέχετε τους εαυτούς σας. Αλήθεια, πόσους εαυτούς έχει, άραγε, ο καθένας μας; Εκτός κι αν το πάμε προς Ρεμπώ ή Φρόυντ μεριά το πράγμα. Οι ρίζες αυτού του «φαινομένου» βρίσκονται ασφαλώς στο ότι οι αποδέκτες του μηνύματος είναι πολλοί («να προσέχετε»), με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και το δεύτερο μέρος της φράσης. Έτσι κι αλλιώς πάντως, η συγκεκριμένη έκφραση –όπως και πλείστες όσες απ’ τον κόσμο των ΜΜΕ– είναι μηχανιστική μεταφορά στα καθ’ ημάς αντίστοιχης αγγλικής έκφρασης (takecareofyourself), και επομένως δεν αξίζει καν τον κόπο να επιμείνει κανείς σε αυτή.

Αντί προλόγου.. ένα παραμύθι. Μετά από πολλούς και μακροχρόνιους πόλεμους σε μία άκρη της Μεσογείου κάποιοι από τη Δύση είπαν: «δεν έχουμε άλλα λεφτά να ασχολούμαστε με αυτούς τους λαούς εκεί πέρα». Έτσι δημιούργησαν κάποιες χώρες και κατοίκησαν σε αυτές διάφορες φυλές που πίστευαν σε διαφορετικούς θεούς και δόγματα. Με τον καιρό, σε μια από αυτές τις χώρες, κάποιοι από μια πολύ μικρή ομάδα, που τους έλεγαν Αλαουΐτες, κατάφεραν να επιβληθούν πάνω σε όλες τις άλλες μεγάλες ομάδες και φυλές και άρχισαν να κυβερνούν για πολλές δεκαετίες. Με τα χρόνια και τις δυσκολίες, όμως, αναζωπυρώθηκαν τα μίση και οι διαφορές και κάθε ομάδα προσπαθεί με τη βοήθεια κάποιων καινούργιων φίλων αλλά και παλιών εχθρών να εδραιώσει και να σιγουρέψει το μέλλον της. Όμως, κάθε μικρή και μεγάλη ομάδα και φυλή έχει κάθε λόγο να φοβάται ότι όταν τελειώσει και αυτός ο πόλεμος θα γίνει στόχος και βορά των νικητών και όσοι ξένοι στηρίζουν την κάθε πλευρά έχουν πλέον να χάσουν πάρα πολλά υλικά αγαθά. Έτσι ο πόλεμος στη Συρία συνεχίζεται.

Με αφορμή την αναφορά του περιοδικού στη νέα βιογραφία του Φραντς Κάφκα (TheBooks’ Journal, τχ. 37) και στο πλαίσιο μιας δικής μου εργασίας για τον συγγραφέα, που αφορούσε τα έργα του Μεταμόρφωση, Στην αποικία των τιμωρημένων, και το αριστούργημά του, τη Δίκη, διαβάζοντας περισσότερα για κείνον, στο κείμενο του Μίλαν Κούντερα «Πράγα, ένα ποίημα που χάνεται», δημοσιευμένο στο περιοδικό Ο Πολίτης, τχ. 39, Γενάρης 1981, , ανακάλυψα κάτι που αγνοούσα.

Αμέσως μετά το πραξικόπημα της Πράγας, το 1948, οργανώθηκε μια ανελέητη εκστρατεία ενάντια στον κοσμοπολιτισμό και τον πολιτισμό της Δύσης.

Τότε όλη η αφρόκρεμα της τσεχοσλοβακικής διανόησης αποσύρθηκε στον εαυτό της. Παραδείγματα, ο Γιαν Μουκαρόφσκι, ο Βλαντιμίρ Χόλαν και άλλοι πολλοί.

Ωστόσο, όσοι είχαν απαγορευθεί, ξαναήρθαν στο προσκήνιο τη δεκαετία του 1960. Ο μεγαλύτερος πόλεμος στα διανοητικά χαρακώματα, αυτός ο πόλεμος πολιτισμών στην ουσία, έγινε με αφορμή τον Κάφκα. Το 1963, οι τσέχοι διανοούμενοι αποκατέστησαν σε έναν πύργο της Βοημίας αυτόν τον απαγορευμένο συγγραφέα.

Οι Ρώσοι, στα κείμενά τους που δικαιολογούν την εισβολή το 1968, αναφέρουν ως κύρια ένδειξη «ανυπακοής κι αντεπανάστασης» αυτή την αποκατάσταση του καταραμένου συγγραφέα...

Πολλές φορές έχω σκεφτεί τι είναι η κριτική και ποια τα όριά της. Πώς πρέπει να γράφεται και πώς όχι. Αν είναι δέον να απαντά ο κρινόμενος στην κριτική, ή αν είναι προτιμότερο να εισπράττει απ' αυτήν ό,τι είναι δυνατόν να εισπραχθεί και να αφήνει τα λοιπά (τις αδικίες, τις κακεντρέχειες, τις παρερμηνείες) να τα πάρει το ποτάμι. Έχω κατ' επανάληψιν, καταλήξει στο δεύτερο. Όμως επειδή στο δημοσίευμα του Books’ Journal που με αφορούσε («Σκέψεις σε κατάσταση πνευματικού στραβισμού», τχ. 37, Νοέμβριος 2013, σελ. 8-11) κρίθηκα ως κρίνων και όχι ως δημιουργός (αυτό πιστεύω τουλάχιστον), αποτιμήθηκε, δηλαδή, η κριτική και όχι η συγγραφική μου επάρκεια, νομίζω ότι αξίζει να σημειώσω εν τάχει ορισμένες παρατηρήσεις πάνω στο ύφος και το ήθος του κριτικού σημειώματος του Γιώργου Μιχαηλίδη, με αφορμή το κείμενό μου για τον Γιάννη Ρίτσο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος Σεπτεμβρίου του περιοδικού Athens Review of Books.

LaureAdler, Η καθημερινή ζωή στους οίκους ανοχής της Γαλλίας (1830-1930), μετάφραση: Αναστασία Μεθενίτη, Παπαδήμα, Αθήνα 2000, 247 σελ.

Προς αυτό το κόκκινο φανάρι κι αυτόν τον αδιάκριτο αριθμό

Μέσα στη νύχτα των κάτω συνοικιών

Όπου οι νεαροί σοσιαλιστές

Μιλούν με ευχέρεια για έναν ζαλισμένο τύπο

Σ’ ένα βρομερό ρινγκ, ανάμεσα σε τερπνά σκουπίδια

Είναι απαραίτητο, αν η μοίρα μας πρέπει να πραγματοποιηθεί

Σύμφωνα με τον έξυπνο ρυθμό που τα βιβλία μας της επιβάλλουν,

Να αναζητήσουμε άλλα φώτα από εκείνα του Ηλίου και της Σελήνης

Βόρεια φώτα για διαμέρισμα καλά περιορισμένο.

Εκεί, ανάμεσα στα κορίτσια ενός ευχάριστου διανοητικού εμπορίου

Με το παντελόνι γυρισμένο πάνω στις μεταξωτές κάλτσες,

Θ’ ακούσουμε, με ευχαρίστηση που ανανεώνεται,

Το μπάντζο που περνάει

Και το βιολί του συντρόφου του να γεμίζουν την κόκκινη αίθουσα

Ενός «Οίκου» που δεν υπάρχει:

Ένας οίκος ευχαρίστησης τελείως φανταστικός,

Αυτός που καθένας από εμάς έχει στο εύθραυστο κεφάλι του.

Και που μια ημέρα θα διαπιστώσουμε πλήρως τα τρομακτικά του αποτελέσματα.

Pierre Mac Orlan, L’ Inflation sentimentale

Βάσω Κιντή, Παναγιώτης Τουρνικιώτης, Κώστας Τσιαμπάος (επιμέλεια), Το μοντέρνο στη σκέψη και τις τέχνες του 20ού αιώνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013, 246 σελ.

Τίποτε δεν έχει τελειώσει και όλα εξακολουθούν να βρίσκονται στο τραπέζι. Η φιλοσοφία, η αισθητική θεωρία, ο πολιτισμός, οι εικαστικές τέχνες, η μουσική, η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική, ακόμα και η μαγειρική (που μόνο τα τελευταία χρόνια κατόρθωσε να αποκτήσει μια θέση μεταξύ των τεχνών), δεν έχουν βγει από τον αστερισμό του μοντέρνου. Κάτι περισσότερο: είναι πιθανό να το επαναδιεκδικούν μετά το θάμπωμα (αρκετοί συζητούν για μιαν εκ νέου χρεοκοπία) των μεταμοντέρνων κατακτήσεων. Αλλά θάμπωσαν όντως οι μεταμοντέρνες κατακτήσεις;

Ριχάρδος Σωμερίτης, Οι λέξεις και οι μάχες, Πατάκη, Αθήνα 2013, 315 σελ.

Το θέμα αυτού του συναρπαστικού βιβλίου δεν είναι οι αλλαγές στη δημοσιογραφία, αλλά η ζωή ενός γοητευτικού, μαχητικού και παθιασμένου πολίτη. Ενός κοσμοπολίτη δημοσιογράφου που πίστευε πάντα και εξακολουθεί να πιστεύει στην εντιμότητα και όχι στην αντικειμενικότητα, γιατί η τελευταία είναι μύθος, ένα κούφιο σύνθημα.