Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Τι συνέβη με τη ΝΕΡΙΤ

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Παντελής Καψής
Αποκαθηλωμένες πινακίδες της ΕΡΤ, μετά το «μαύρο». Αποκαθηλωμένες πινακίδες της ΕΡΤ, μετά το «μαύρο». Νίκος Γύπαρης / greektv-com.blogspot.com

Δεν χρειάζονταν μαντικές ικανότητες για να καταλάβει κάποιος ότι το εγχείρημα της δημιουργίας της ΝΕΡΙΤ ήταν από την αρχή εξαιρετικά δύσκολο και υπονομευμένο. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, 48, που κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία και στα περίπτερα.

Όποιος πιστεύει στην ανάγκη ενός ανεξάρτητου δημόσιου τηλεοπτικού φορέα έχει να αντιπαλέψει κατεστημένες νοοτροπίες δεκαετιών. Κατ’ αρχήν, κυβερνητικών παρεμβάσεων. Είναι στο DNA των πολιτικών μας να θεωρούν τη δημόσια τηλεόραση «δική τους». Θα πρέπει όμως να αναμετρηθεί και με την τάση των ίδιων των εργαζομένων να αναζητούν προστάτες στην πολιτική ηγεσία, επιχειρώντας να προωθήσουν ατομικά ή/και συντεχνιακά συμφέροντα. Και για τους μεν και για τους δε –προφανώς με εξαιρέσεις– η έννοια της ανεξαρτησίας είναι απόλυτα ξένη. Κάτι σαν ανέκδοτο για τους ιθαγενείς.

Κι όλα αυτά σε ένα περιβάλλον όπου διακινούνται πολλά εκατομμύρια. Είτε για παραγωγές που συχνά μοιράζονται με περίεργα κριτήρια είτε για παραγγελίες εξοπλισμού που και πάλι γίνονται χωρίς πάντα να υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση.

Για την ελληνική δημοσιογραφία, αν όχι για την ελληνική κοινωνία, ένας επιτυχημένος πρόεδρος της ΕΡΤ δεν είναι κατ’ ανάγκην αυτός που κάνει καλή τηλεόραση –και πώς μετριέται– αλλά αυτός που κρατά ικανοποιημένες αυτές τις απαιτητικές ομάδες συμφερόντων.

Με αυτά τα δεδομένα, ανέλαβα την ευθύνη με βαριά καρδιά. Το έκανα για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν πολιτικός. Μετά τον αδιανόητο χειρισμό του «μαύρου» έπρεπε κάτι να γίνει για να διασωθεί η αξιοπιστία και η συνοχή της κυβέρνησης. Δεν μπορούσα να αρνηθώ. Ο δεύτερος είχε να κάνει με τον νέο νόμο που ψηφίστηκε, ο οποίος πίστευα ότι αποτελεί ένα «παράθυρο ευκαιρίας» για να υπάρξει πράγματι μια ανεξάρτητη δημόσια τηλεόραση στην Ελλάδα.

Αν η αξιωματική αντιπολίτευση ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, αν υπήρχε ένα ελάχιστο πεδίο συναίνεσης, θα το είχαμε ίσως καταφέρει. Όμως, μοναδικό μέλημά της ήταν να αξιοποιήσει πολιτικά το κλείσιμο και να προσεταιριστεί τους απολυμένους δημοσιογράφους. Έτσι, από την πρώτη στιγμή, προσπάθησε να υπονομεύσει την αξιοπιστία του εγχειρήματος.

Αυτό ήταν το πρώτο πρόβλημα. Ένα εξαιρετικά αρνητικό περιβάλλον στο οποίο συνέβαλαν και τα δεκάδες τρωκτικά του Διαδικτύου, τα οποία για δικούς τους λόγους είχαν αναλάβει εργολαβικά να συκοφαντήσουν το εγχείρημα. 

Το δεύτερο ήταν η παραλυτική γραφειοκρατία του Δημοσίου, και μάλιστα σε μια κατάσταση που επιζητούμε κατ’ εξοχήν αντιγραφειοκρατικές διαδικασίες: την ίδρυση ενός νέου φορέα εκ του μηδενός και το πέρασμα «εν λειτουργία» από τον μεταβατικό φορέα που δημιουργήθηκε με εντολή του Συμβουλίου της Επικρατείας (τη Δημόσια Τηλεόραση) στη ΝΕΡΙΤ.

Το τρίτο πρόβλημα ήταν η παντελής απουσία προετοιμασίας σε συνδυασμό με την κατάληψη της Αγίας Παρασκευής. Έκλεισε η ΕΡΤ χωρίς κανείς να έχει ιδέα τι θα ακολουθήσει. Αυτό φάνηκε από την πρώτη στιγμή. Όταν κάποια στιγμή έγινε δυνατή η μετάδοση σήματος –την ευθύνη για τη ΔΤ την είχε ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της ΕΡΤ, ο οποίος υπαγόταν πλέον στο υπουργείο Οικονομικών– το μόνο «πρόγραμμα» που υπήρχε ήταν κάτι κασέτες από τη δεκαετία του 1980. Η απόλυτη γελοιοποίηση. Δεν μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά, καθώς, αν περιμέναμε πρώτα να συγκροτηθεί ο ενδιάμεσος φορέας (η ΔΤ) και μετά να εκπέμψει πρόγραμμα, υπήρχε ο κίνδυνος να δημιουργηθεί σοβαρό πρόβλημα με το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση του ΣτΕ  περιέπλεξε την κατάσταση, καθώς έπρεπε να στήσουμε πλέον δυο φορείς. Τη ΔΤ –τον ενδιάμεσο φορέα– για να εκπέμψει άμεσα και, στη συνέχεια, τη ΝΕΡΙΤ, που θα ήταν ο μόνιμος φορέας. Έτσι, αντί να κάνουμε τον προγραμματισμό για τη ΝΕΡΙΤ, προσπαθούσαμε να βρούμε λύση για να στηθεί η ΔΤ μέσα σε λίγες ημέρες. Ακόμα χειρότερα, έπρεπε να διασφαλίσουμε τη συνέχεια από τη ΔΤ στη ΝΕΡΙΤ, κάτι που, όπως εξηγώ στη συνέχεια, δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα.

Έντονη κριτική, εκείνο τον πρώτο καιρό, έγινε για τη στελέχωση της ΔΤ. Καθώς αφορούσε προσωρινή απασχόληση, αποφασίστηκε να ισχύσουν ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια. Τα μόρια κάθε ενδιαφερόμενου δόθηκαν στη δημοσιότητα, όλοι είχαν το δικαίωμα ένστασης και κάθε καταγγελία εξετάστηκε. Δεν διαπίστωσα ούτε μια λαθροχειρία, κάλεσα μάλιστα και την Ένωση Συντακτών να ελέγξει τα αποτελέσματα. Φυσικά, αρνήθηκε, κινούμενη εντός γραμμής ΣΥΡΙΖΑ.[1] Όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, ξέρουν ότι πολλοί δημοσιογράφοι που ήταν κατ’ εξοχήν φιλικά διακείμενοι προς την κυβέρνηση δεν προσλήφθηκαν. Παρ’ όλα αυτά, με τον γνωστό τρόπο του δημόσιου λόγου στην Ελλάδα, αντιπολίτευση και μπλογκ μιλούσαν για μαγειρείο. Επωνύμως δεν μου καταγγέλθηκε ούτε μια παράτυπη πρόσληψη.

Πρέπει να πω ότι δεν μου έγινε και η παραμικρή υπόδειξη από το Μαξίμου για πρόσωπα που θα επιθυμούσαν να προσληφθούν. Ακούγονταν πολλά, στο γραφείο μου όμως δεν έφτασε τίποτα. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, μου είχε ειπωθεί να μη βγουν στο γυαλί αυτοί που μας βρίζουν. Έγινε το αντίθετο: Σε μια από τις λίγες εκπομπές λόγου, την ευθύνη την είχε μια δημοσιογράφος που επωνύμως ασκούσε δριμύτατη κριτική στην κυβέρνηση. Μου αρκούσε ότι την είχε επιλέξει ο διευθυντής των ειδήσεων και ότι έκανε άψογα την δουλειά της. Ακούστηκαν και πάλι πολλά για ενόχληση του Μαξίμου, σε εμένα όμως δεν έφτασε τίποτα – και πρέπει να πω ότι σε όλη τη θητεία μου η συνεργασία μου με τον αρμόδιο υπουργό, Δημήτρη Σταμάτη, ήταν άψογη.

Όσο για τη δημοσιογραφική ευθύνη, την είχα αφήσει ολοκληρωτικά στα χέρια του διευθυντή ειδήσεων, Βασίλη Θωμόπουλου. Ως επαγγελματίας δημοσιογράφος, η λογική των παρεμβάσεων μου ήταν απόλυτα ξένη. Είχαμε απλώς συμφωνήσει ότι, ως δημόσιος φορέας, θα είμαστε αμερόληπτοι, και από την πρώτη στιγμή η ΔΤ κάλυπτε ισότιμα τις δραστηριότητες όλων των κομμάτων. Φυσικά και του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος και δεν αναγνώριζε το «μόρφωμα» αλλά και ήθελε την κάλυψη.

Παράλληλα με τη λειτουργία της ΔΤ, προχωρούσε και η συγκρότηση της ΝΕΡΙΤ. Μέσα σε δύο εβδομάδες από την ψήφιση του νόμου είχε ετοιμαστεί η εισήγηση για τα πρόσωπα που θα απάρτιζαν το (προσωρινό και με μονοετή θητεία) Εποπτικό Συμβούλιο. Δεν ήταν εύκολο. Λίγοι θα ήθελαν να βρεθούν στο μάτι του κυκλώνα χωρίς κανένα προσωπικό όφελος. Έτσι, πολλές αξιόλογες προσωπικότητες αρνήθηκαν την πρόταση που τους έγινε. Η πρόβλεψη του νόμου ότι το πρώτο Εποπτικό θα οριζόταν από την κυβέρνηση είχε δεχθεί έντονη κριτική Ήταν λοιπόν αναγκαίο τα μέλη του να έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία ότι δεν θα ακολουθήσουν κομματική πολιτική. Παράλληλα, έπρεπε να έχουν μεταρρυθμιστική λογική για να υπηρετήσουν το ανανεωτικό πνεύμα που θέλαμε να διέπει τη ΝΕΡΙΤ. Η σύνθεση του Εποπτικού, πιστεύω, ικανοποιούσε και τα δύο κριτήρια.

Το νέο Εποπτικό προχώρησε στο διορισμό του επίσης προσωρινού Διοικητικού Συμβουλίου. Παρ’ ότι δεν προβλεπόταν από το νόμο, προχώρησε σε ανοικτή πρόσκληση ενδιαφέροντος και αξιολόγησε δεκάδες αιτήσεις, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει ενάμιση μήνα. Αρχές Οκτωβρίου, ωστόσο, διορίστηκε το νέο ΔΣ και ξεκίνησαν οι διαδικασίες για τη ΝΕΡΙΤ.

Επικεφαλής του ΔΣ ορίστηκε ο κ. Γιώργος Προκοπάκης, έπειτα από αρκετή αναζήτηση και όχι χωρίς επιφυλάξεις– κυρίως για το γεγονός ότι δεν είχε  τηλεοπτική πείρα. Θα πρέπει να πω ότι για την επιλογή του ζητήθηκε η γνώμη μου από το Εποπτικό Συμβούλιο. Την έδωσα, υπογραμμίζοντας ότι είναι δική τους η απόφαση, και βέβαια, στη συνεδρίαση κατά την οποία ψήφισαν, δεν ήμουν παρών. Εκ των υστέρων, ωστόσο, και όταν πια ήθελαν να τον αντικαταστήσουν, ορισμένα μέλη του Εποπτικού υποστήριξαν ότι ήταν «κυβερνητική» επιλογή. Αδικούν τον εαυτό τους.

Το επόμενο διάστημα ήταν μια συνεχής μάχη με τη γραφειοκρατία. Δεν υπήρχε προηγούμενο να στηθεί μια ΔΕΚΟ εκ του μηδενός και, από την πρώτη ημέρα, να πρέπει να είναι σε θέση να λειτουργήσει πλήρως. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το νέο ΔΣ είχε να αντιμετωπίσει καφκικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, για να κάνει προσλήψεις ένας δημόσιος φορέας πρέπει να έχει συγκεκριμένο επιχειρησιακό πρόγραμμα που να τις δικαιολογεί. Ποιος θα φτιάξει το πρόγραμμα του φορέα, όμως, αν δεν έχει προσληφθεί το αναγκαίο εξειδικευμένο προσωπικό;

Σε ανάλογες περιπτώσεις στον ιδιωτικό τομέα, το έργο ανατίθεται σε ειδικευμένες εταιρείες. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει στη ΝΕΡΙΤ, καθώς το ΔΣ δεν μπορούσε να κάνει αναθέσεις χωρίς διαγωνισμό, που ήθελε χρόνο –τουλάχιστον εξάμηνο– αλλά και χωρίς προσωπικό, που ήταν απαραίτητο για να συντάξει τις σχετικές προκηρύξεις.

Στον αντίποδα, μάνατζερ του ιδιωτικού τομέα, με πείρα στο στήσιμο τηλεοπτικών σταθμών, σε συζήτηση που είχαμε, μου αποκάλυψε το «μυστικό» του. «Πήγαμε στην καλύτερη εταιρεία του χώρου», μου είπε, «και μας τον έφτιαξε με το κλειδί στο χέρι». Απλά πράγματα.

Τότε μας είχαν πλησιάσει και μεγάλες ιδιωτικές συμβουλευτικές εταιρείες του εξωτερικού, που είχαν εκσυγχρονίσει γνωστά τηλεοπτικά κανάλια – κρατικά και ιδιωτικά. Αναλάμβαναν εξ ολοκλήρου το σχεδιασμό για το στήσιμο της ΝΕΡΙΤ, μια εξ αυτών μάλιστα, που ενδιαφερόταν για το τεχνικό κομμάτι, αναλάμβανε τη χρηματοδότηση για τον ψηφιακό εξοπλισμό και εγγυόταν ότι η ΝΕΡΙΤ θα έχει το μισό λειτουργικό κόστος. Δυστυχώς, με τις διαδικασίες του Δημοσίου, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον.

Με αυτά τα δεδομένα, το ΔΣ έπρεπε να πολεμήσει μόνο του τη γραφειοκρατία. Το ότι κατάφερε μέσα σε δυο μήνες –πριν από τα Χριστούγεννα– να ετοιμάσει την προκήρυξη για τις προσλήψεις με ό,τι αυτό συνεπαγόταν (κανονισμοί λειτουργίας, επιχειρησιακό σχέδιο κ.ά.) ήταν ένας πραγματικός άθλος. Στην κοινή γνώμη ωστόσο φαινόταν σαν να καθυστερούμε.

Για τις τεχνικές και διοικητικές ειδικότητες η ευθύνη των προσλήψεων πέρασε στο ΑΣΕΠ. Στις καλλιτεχνικές ειδικότητες, όμως, όπως και στους δημοσιογράφους, η ευθύνη ήταν του Διοικητικού Συμβουλίου.

Το πρόβλημα δεν ήταν απλό. Έπρεπε να υπάρξει ένας σωστός συνδυασμός ανανέωσης και εμπειρίας. Ανανέωσης, γιατί αν η εικόνα ήταν ίδια με της ΕΡΤ, το εγχείρημα θα είχε αποτύχει. Και εμπειρίας, επειδή βέβαια ο νέος φορέας θα έπρεπε να μπορεί να εκπέμπει πρόγραμμα από την πρώτη ημέρα που θα διέκοπτε η ΔΤ. Χρόνος για εκπαίδευση και δοκιμαστικά δεν υπήρχε.

Δυστυχώς, με αφορμή τη διαδικασία των προσλήψεων, άρχισαν να εκδηλώνονται διαφωνίες μεταξύ του προέδρου του Εποπτικού, Θόδωρου Φορτσάκη με τον πρόεδρο του ΔΣ Γιώργο Προκοπάκη. Έντονα είχε αντιδράσει στην τοποθέτηση του κ. Προκοπάκη και ο κ. Α. Ζούλας, μέλος του Εποπτικού, ο οποίος μάλιστα για τον λόγο αυτό είχε παραιτηθεί, είχε όμως πειστεί να ανακαλέσει την παραίτησή του.

Το πρόβλημα επικεντρωνόταν στις αρμοδιότητες –ποιος θα βάλει τα κριτήρια για τις προσλήψεις– αλλά τελικώς και στα ίδια τα κριτήρια – πόσο θα πριμοδοτηθεί η ανανέωση. Ήταν κατά κάποιον τρόπο μια μάχη εξουσίας μεταξύ των δύο προέδρων, με υπόστρωμα ένα κλίμα έντονης καχυποψίας και προσωπικής αντιπαλότητας. Ενδεχομένως να ήταν και μια αδυναμία του νόμου –η δημιουργία δηλαδή δύο πόλων εξουσίας, με γκρίζες περιοχές ως προς το ποιος έχει την ευθύνη για τι–, που, για να λειτουργήσουν, προϋποθέτουν διάθεση συνεργασίας, ωριμότητα, διαλλακτικότητα αλλά και διπλωματικότητα.

Το εποπτικό, αρχικά, ήθελε να βάλει ως απαραίτητη προϋπόθεση για να προσληφθεί ένας δημοσιογράφος το πτυχίο ανώτατης σχολής. Γεγονός που θα απέκλειε από τη ΝΕΡΙΤ τη μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων της ΕΡΤ. Σε αυτό, το ΔΣ αντιδρούσε, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί την κατάσταση στη ΔΤ, καθώς θα εξεγείρονταν οι εργαζόμενοι, που δεν θα είχαν πια καμία προοπτική πρόσληψης (στην ΕΡΤ, η μεγάλη πλειονότητα των εργαζομένων ήταν χωρίς πτυχίο). Και επισήμαινε ότι, περισσότερο από τα πτυχία, έχει σημασία η πείρα, καθώς θα κινδύνευε να έχει πτυχιούχους που δεν θα ήξεραν τη δουλειά, με αποτέλεσμα  να υπάρχει ο κίνδυνος για νέο «μαύρο» στην πρεμιέρα του νέου φορέα.

Τελικά, επελέγη ως συμβιβαστική λύση ένα 20% να μπορεί να προσληφθεί και χωρίς πτυχίο, με βάση μόνο τα ουσιαστικά προσόντα. Να σημειωθεί ότι για όλες τις προσλήψεις προβλεπόταν αξιολόγηση του βιογραφικού από ειδικό σώμα ανεξάρτητων αξιολογητών και, στο τελικό στάδιο, προσωπικές συνεντεύξεις. Ήταν μια βαριά και φιλόδοξη διαδικασία απόλυτα αξιοκρατική στο σχεδιασμό της, που πάντως δεν είχε προηγούμενο. Στο παρελθόν, οι προσλήψεις αποφασίζονταν χωρίς διαδικασίες. Κι όμως, και γι’ αυτό ασκήθηκε κριτική.

Παρά το συμβιβασμό, το γυαλί  είχε ραγίσει. Ο πρόεδρος του Εποπτικού, σε συνάντηση που είχαμε, μου δήλωσε πως ήταν αποφασισμένος να αντικαταστήσει τον κ. Προκοπάκη, είχε μάλιστα ήδη βρει και τον αντικαταστάτη του! Το ότι με ενημέρωσαν ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μια πράξη αβροφροσύνης, καθώς το Εποπτικό δεν είχε την παραμικρή υποχρέωση να δίνει λογαριασμό για τις αποφάσεις του στην κυβέρνηση.

Θεώρησα, ωστόσο, ότι μια τέτοια απόφαση θα ήταν καταστροφική για την προσπάθεια που κάναμε. Όπως είχε πει και ο Ξενοφών Ζολώτας, δεν αλλάζεις άλογο την ώρα που διασχίζεις το ποτάμι. Πίστευα πως, αν αναλάμβανε νέος διευθύνων σύμβουλος, θα χάναμε με βεβαιότητα την προθεσμία της 27ης Απριλίου, που είχαμε θέσει ως ημέρα έναρξης του νέου προγράμματος. Οι περιπλοκές θα ήταν πολλές. Στο εσωτερικό υπήρχε το θέμα της διεξαγωγής εκλογών με τηλεόραση-υπηρεσία του υπουργείου Οικονομικών.

Υπήρχε όμως και το θέμα της EBU. Από την πρώτη ημέρα της ανάληψης των καθηκόντων μου, είχα έρθει σε επαφή και είχα αποκτήσει πολύ καλές σχέσεις με την ηγεσία της EBU. Από την αρχή, μου είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν είχαν καμία διάθεση να ακολουθήσουν την εξτρεμιστική στάση των συνδικαλιστών. Τους ενδιέφερε μόνο να υπάρξει ένας αξιόπιστος και ανεξάρτητος δημόσιος τηλεοπτικός φορέας στην Ελλάδα. Η ψήφιση του νέου νόμου είχε γίνει δεκτή πολύ θετικά και, από τη στιγμή που η ΔΤ έβγαλε ειδησεογραφικό πρόγραμμα, σταμάτησαν να αναμεταδίδουν το πρόγραμμα των καταληψιών. Παράλληλα, συμφώνησαν να μεταδώσει η ΔΤ τη Eurovision, καθώς και το Παγκόσμιο Κύπελλο το καλοκαίρι.

Το επόμενο βήμα θα ήταν να αναλάβει την ευθύνη του προγράμματος το νέο ΔΣ, που ήταν ανεξάρτητο από την κυβέρνηση. Αυτό θα γινόταν στις 27 Απριλίου κι ήταν μια προθεσμία που δεν θέλαμε να χάσουμε. Έτσι έκανα ό,τι μπορούσα για να αποτρέψω την αντικατάσταση του κ. Προκοπακη, η οποία μου φαινόταν επιπροσθέτως αυθαίρετη, καθώς θα την έκαναν με προσχηματικές δικαιολογίες.

Είχε ασκηθεί, για παράδειγμα, βαρύτατη κριτική για το ότι είχε διαρρεύσει η λίστα με την αρχική –πριν προσκομίσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά– μοριοδότηση των αιτήσεων των δημοσιογράφων. Για τη διαρροή, βέβαια, δεν είχε την παραμικρή προσωπική ευθύνη ο κ. Προκοπάκης, ενώ έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχε πρόβλημα. Η λίστα έδωσε τροφή για κάθε είδους σχόλια στα μπλογκ, σε τελευταία ανάλυση ωστόσο η γνωστοποίησή της ήταν στοιχείο διαφάνειας. Ακόμα πιο προσχηματική ήταν η κριτική που ασκήθηκε με αφορμή μια καταγγελία για βεβαιώσεις γλωσσομάθειας-μαϊμού. Η καταγγελία δεν είχε σχέση με τη ΝΕΡΙΤ ούτε, όσο γνωρίζω, βρέθηκαν τέτοια πιστοποιητικά. Στάθηκε, ωστόσο, αφορμή για μια ακόμα οργισμένη, αβάσιμη φυσικά, κριτική στον κ. Προκοπάκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι, μετά την αντικατάστασή του, η διαδικασία των προσλήψεων συνεχίστηκε χωρίς, από όσο γνωρίζω, να αλλάξει κάτι. Απλώς, με ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν προβλήματα. Ο κ. Προκοπάκης είχε ένα ζήτημα επικοινωνίας με το Εποπτικό και, πολλές φορές, με τον τρόπο του, έχανε το δίκιο του. Είχαν εξάλλου ανακύψει μια σειρά από προβλήματα, τόσο στις προσλήψεις όσο και στην ανάθεση του νέου προγράμματος. Είχαν γίνει, για παράδειγμα, πολλά λάθη από την ιδιωτική εταιρεία που είχε αναλάβει τη μοριοδότηση και έπρεπε να ελεγχθούν μία μία οι αιτήσεις από τους νομικούς της ΝΕΡΙΤ. Αυτό σήμαινε καθυστερήσεις και, φυσικά, μια ακόμα ευκαιρία για αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των διαδικασιών. Ένα δεύτερο πρόβλημα ήταν η έλλειψη του αναγκαίου αριθμού κατάλληλων αξιολογητών, γεγονός που επίσης θα προκαλούσε καθυστέρηση. Όσο για το πρόγραμμα, παρά τις αυστηρές διαδικασίες που είχαν θεσπιστεί, είχαν εντοπιστεί μια σειρά ζητήματα τα οποία είχαν προκαλέσει εντάσεις και μέσα στο ΔΣ. Αντί να υπάρξει συνεργασία, ωστόσο, για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα, υπήρχε ένας συνεχής ανταρτοπόλεμος.

Για μένα προσωπικά, η περίοδος αυτή ήταν εξαιρετικά ψυχοφθόρα. Με βάση το νόμο, δεν είχα την παραμικρή αρμοδιότητα να παρέμβω. Δεν είχα άλλωστε ούτε την πρόθεση να το κάνω, αλλά ούτε και τη δυνατότητα, καθώς στην πράξη όλο το υφυπουργείο ήταν το γραφείο μου, δηλαδή η διευθύντρια, μια εξαιρετική και πεπειραμένη δημοσιογράφος, η κ. Μαρία Παπουτσακη, δυο σύμβουλοι και μία νομικός. Πιστεύω ότι ήταν το μικρότερο υπουργικό γραφείο στην κυβέρνηση, αλλά ήμουν και ο μόνος που δέχθηκα κριτική για... σπατάλες!

Έτσι, η δραστηριότητά μου τους τελευταίους μήνες ήταν να μεσολαβώ μεταξύ Εποπτικού και Διοικητικού για να μετριάζω την ένταση και, παράλληλα, να μεσολαβώ στη διοίκηση για να περιορίζω τη γραφειοκρατία. Ένας ρόλος συμβουλευτικός και μεσολαβητικός, δηλαδή, που δεν δικαιολογούσε θέση υφυπουργού. Ουσιαστικά, είχα ολοκληρώσει το έργο μου κι ήμουν χωρίς αντικείμενο. Παρ’ όλα αυτά, αν έφευγα θα εθεωρείτο ότι το εγκατέλειψα, ενώ αρκετοί υποστήριζαν ότι θα έπρεπε να παραμείνω υφυπουργός για να αποτρέψω... κυβερνητικές παρεμβάσεις. Έτσι, είχα αποφασίσει και το είχα ανακοινώσει και δημόσια, ότι θα έφευγα όταν θα έκανε πρεμιέρα το νέο πρόγραμμα – δηλαδή στις 27 Απριλίου. Τελικώς έφυγα δυο εβδομάδες νωρίτερα, εξαιτίας της υποψηφιότητας στις ευρωεκλογές, η οποία προέκυψε όταν μπήκε το θέμα του σταυρού.

Όχι πριν κλείσω τα θέματά μου. Την Παρασκευή που παραιτήθηκα, είχε φύγει από το γραφείο μου το τελευταίο έγγραφο που ήταν αναγκαίο για την έναρξη της λειτουργίας της ΝΕΡΙΤ. Είχε προηγηθεί η αποδοχή από την πλευρά του κ. Φορτσάκη της αναγκαιότητας να παραμείνει στη θέση του ο κ. Προκοπάκης, προκειμένου να εκπέμψει εγκαίρως ο νέος φορέας. Έτσι έπεσα από τα σύννεφα όταν έμαθα –είχα πια παραιτηθεί– ότι, την ίδια ημέρα της έναρξης του νέου προγράμματος, το Εποπτικό προχώρησε στην αντικατάσταση του κ. Προκοπάκη. 

Θεωρώ ότι, πέρα από θεσμικό ατόπημα, ήταν και  μέγαλο σφάλμα. Όλος ο προγραμματισμός και η προετοιμασία που είχε γίνει βρέθηκαν στον αέρα. Αν υπήρχε μια πιθανότητα το μαύρο να ξεχαστεί, αυτό θα γινόταν αν, με τη νέα σεζόν, η ΝΕΡΙΤ εμφάνιζε καλής ποιότητας πρόγραμμα και αξιόπιστες ειδήσεις. Με την αντικατάσταση Προκοπάκη, το πρόγραμμα μπήκε στο ψυγείο, μαζί και η διαδικασία των προσλήψεων, ενώ ακολούθησε και η αλλαγή του νόμου, με την κυβέρνηση πια να ορίζει το Εποπτικό. Αλλαγή που υπονόμευσε βέβαια την ανεξαρτησία της ΝΕΡΙΤ. Τα όσα ακολούθησαν με τις παραιτήσεις Μακρυδημήτρη και Μορώνη ήταν το τελειωτικό πλήγμα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η θητεία τόσο του Εποπτικού όσο και του Διοικητικού Συμβουλίου έληγαν σε λίγους μήνες. Έτσι τα δύο όργανα θα μπορούσαν απλώς να κινήσουν τις διαδικασίες αλληλο-αντικατάστασης και να είχε αποφευχθεί η πραξικοπηματική αποπομπή του κ. Προκοπακη. Μια πράξη που αδίκησε τις προσπάθειες δεκάδων ανθρώπων.

Βλέποντας εκ των υστέρων το θέμα, δεν ξέρω αν στις δεδομένες συνθήκες θα μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικό. Σίγουρα, έπαιξαν ρόλο τα πρόσωπα που επελέγησαν, αυτό όμως δεν μπορούσαμε να το γνωρίζουμε εκ των προτέρων ούτε υπήρχαν μεγάλα περιθώρια επιλογών. Το μεγαλύτερο λάθος μου ήταν ότι υποτίμησα τη γραφειοκρατία. Οι καθυστερήσεις υπονόμευσαν την αξιοπιστία του εγχειρήματος, φέρνοντας γκρίνια και αμφισβήτηση και στο εσωτερικό της ΝΕΡΙΤ. Αυτό όμως σήμαινε ότι η ΝΕΡΙΤ δεν θα έπρεπε να είναι ΔΕΚΟ – μια απόφαση που, εκτός του ότι ήταν προειλημμένη, είχε και τα δικά της προβλήματα. Ποιος διευθύνων σύμβουλος θα τολμούσε να «κόψει δρόμο» με ταχύρρυθμες διαδικασίες, με κίνδυνο να βρεθεί κατηγορούμενος για απιστία.

Αυτά όλα, ωστόσο, ανήκουν πια στο παρελθόν. Το ερώτημα είναι τι μπορεί να γίνει. Το θεσμικό πλαίσιο, έστω και μετά την αλλαγή, είναι απείρως καλύτερο από το καθεστώς της ΕΡΤ. Τώρα πια χρειάζεται πολιτική βούληση και επιλογή των κατάλληλων προσώπων που θα μπορούσαν να δώσουν ξανά ζωή στο εγχείρημα. Ακόμα και αν υπάρχουν τέτοια πρόσωπα, δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχει η βούληση.


[1] Από την πρώτη στιγμή, σε μαραθώνιες συναντήσεις, κάναμε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα με τους πρώην εργαζόμενους στην ΕΡΤ – κυρίως το πώς θα υπολογιστούν οι αποζημιώσεις. Ψηφίστηκε μάλιστα ειδική τροπολογία, σύμφωνα με την οποία θα έπαιρναν το πλήρες ποσό που προβλέπει η νομοθεσία για τον ιδιωτικό τομέα. Όλα τα ζητήματα που έθεσαν ουσιαστικά ικανοποιήθηκαν, με εξαίρεση ένα: να ακυρωθεί το κλείσιμο της ΕΡΤ. Σ’ αυτό επέμειναν ώς το τέλος η ΠΟΣΠΕΡΤ και οι δημοσιογράφοι, αν και το μεγαλύτερο σωματείο, των τεχνικών, κράτησε διαφορετική στάση. Η συνέχιση της κατάληψης της Αγίας Παρασκευής προκάλεσε παρά πολλές περίπλοκες, καθυστερήσεις και είχε πρόσθετο κόστος.  Κυρίως ζημίωσε τους εργαζόμενους της ΕΡΤ, καθώς η συμφωνία ΠΑΣΟΚ - ΝΔ για πρόσληψη 2.000 στη ΔΤ δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Είναι ενδεικτικό, πάντως, του μικρού ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης –παρά τις οργισμένες αντιδράσεις για το «μαύρο»– πως όταν έφτασαν τα ΜΑΤ έξω από την Αγία Παρασκευή συγκεντρώθηκε ελάχιστος κόσμος. Κι αυτό, παρά τις προειδοποιήσεις του προέδρου της ΕΣΗΕΑ ότι «θα χυθεί αίμα». Η μικρή συμμετοχή ανάγκασε τον ΣΥΡΙΖΑ να υποβάλει πρόταση μομφής προκειμένου να συντηρήσει το θέμα – μια κίνηση που, τελικώς, βοήθησε την κυβέρνηση.  

 

 

Παντελής Καψής. Δημοσιογράφος, πρώην διευθυντής στις εφημερίδες Τα Νέα και Το Βήμα. Πρώην υπουργός Επικρατείας στην κυβέρνηση Παπαδήμου και από τον Ιούνιο 2013 έως πρόσφατα υφυπουργός αρμόδιος για τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση. Ήταν υποψήφιος ευρωβουλευτής με την Ελιά, στις τελευταίες ευρωεκλογές. 

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά