Τρίτη, 08 Δεκεμβρίου 2020

Ο πλούτος του Στυλιανού Αλεξίου

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Πρόσωπα Παρεμβάσεις Τεύχος 113
Ο Στυλιανός Αλεξίου. Ενδιαφερόταν σχεδόν με πάθος για τον τρόπο που διαβάζονται ή, γενικότερα, επιδρούν τα κείμενα που επέλεξε να παρουσιάσει.    Ο Στυλιανός Αλεξίου. Ενδιαφερόταν σχεδόν με πάθος για τον τρόπο που διαβάζονται ή, γενικότερα, επιδρούν τα κείμενα που επέλεξε να παρουσιάσει. Αρχείο The Books’ Journal

Μια διαχρονική προσέγγιση της ελληνικής γλώσσας και των ελληνικών αφηγημάτων. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τεύχος 113, Νοέμβριος 2020.

Ο Στυλιανός Αλεξίου υπήρξε μοναχική και σχεδόν μοναδική μορφή στα νεοελληνικά γράμματα. Όχι μόνο για το εύρος των ενδιαφερόντων και των γνώσεών του, αλλά επίσης για την πρωτοτυπία και την τόλμη του σε όλους τους τομείς με τους οποίους καταπιάστηκε – ιδίως σε ζητήματα φιλολογικά. Ακαταπόνητος καθώς ήταν, έβρισκε και δημιουργούσε διαρκώς τις ευκαιρίες να διατυπώνει απόψεις γύρω από θέματα που καλύπτουν όλες τις περιόδους ελληνικής πνευματικής δημιουργίας: αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης. Το 2010, σε ηλικία 89 ετών, εξέδωσε το βιβλίο του Ελληνική λογοτεχνία: Από τον Όμηρο στον 20όαιώνα, με το οποίο έβαλε συνολική τάξη στη γενική του προσέγγιση και τις επιμέρους παρατηρήσεις του.

Η πρώτη και προφανέστερη παρατήρηση που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου αυτού είναι ότι ο Αλεξίου κατήρτησε μια ιστορία πολύ μακράς διάρκειας, από τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια έως τη γενιά του ’30. Τα κίνητρά του δεν ήταν εθνικιστικά ή, γενικότερα, ιδεοληπτικά, όπως θα μπορούσε κάποιος εύκολα να υποθέσει. Γίνεται αντιθέτως αμέσως αντιληπτό ότι περιέλαβε και επαίνεσε, για παράδειγμα, ανθελληνικά κείμενα (όπως το Χρονικόν του Μορέως). Επίσης ότι επικρότησε συχνά τις επιρροές που δέχτηκε η ελληνική παραγωγή από άλλους πολιτισμούς, ανατολικούς και δυτικούς – κάτι που συνήθως απεχθάνονται οι εθνικιστές. Ενώ δεν έχανε ευκαιρία να απαξιώνει τις ευτελείς ρητορείες, όπως αυτές του εθνικού ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Η συνέχεια που τον απασχολούσε ήταν σε επίπεδο, πρωτίστως, γλωσσικό και, δευτερευόντως, αφηγηματικό. Και όπως είναι γνωστό, η γλώσσα και η αφήγηση, πεζή ή έμμετρη, έχουν τους δικούς τους κανόνες και τη δική τους εσωτερική λογική.

Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι η δομή του βιβλίου διαφέρει αρκετά από τις συνηθισμένες γραμματολογίες. Ο Αλεξίου δεν ενδιαφερόταν ιδιαιτέρως για τις απόψεις που έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς από ειδικούς φιλολόγους γύρω από τα κείμενα που παρουσιάζει. Ενδιαφερόταν για τα ίδια τα κείμενα και την αξία τους, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Οι απόψεις τρίτων που επικαλείται επιλέγονται είτε για να επιβεβαιώσουν τις δικές του είτε για να απορριφθούν. Πρόκειται δηλαδή για μια πολύ προσωπική ιστορία, χωρίς πρόφαση ουδετερότητας.

Προκύπτει έτσι, μεταξύ άλλων, η αντίληψη που είχε ο ίδιος ο Αλεξίου για την ελληνική γλώσσα και την ιστορία της. Σε αντίθεση προς μια κυρίαρχη σήμερα τάση που βλέπει τομή ανάμεσα στα αρχαία και τα νέα ελληνικά, αυτός υποστήριζε την παραδοσιακή άποψη για αδιάλειπτη συνέχεια και επέμενε ότι τα νέα προκύπτουν φυσιολογικά μέσα από τα αρχαία και ότι υποβοηθούν ουσιαστικά στην κατανόησή τους. Η ελληνική γλώσσα δεν αφέθηκε βεβαίως πάντα να ακολουθήσει τη λογική της πορεία. Και αυτό ήταν κάτι το οποίο δεν χάνει την ευκαιρία να καυτηριάζει. Απέρριπτε έτσι με έμφαση τον αττικισμό, αλλά επίσης τη λύση του Κοραή, και πολύ περισσότερο των αρχαϊζόντων ρομαντικών, όπως επίσης τις επιλογές του Ψυχάρη.

Εύκολα γίνεται κατανοητή στο πνεύμα αυτό και η άποψη του Αλεξίου για διάφορους αρχαίους συγγραφείς. Θαύμαζε, για παράδειγμα, τον Αριστοφάνη που συνδύαζε διαφορετικά γλωσσικά επίπεδα, λέξεις λαϊκές και ασυνήθιστες στη γραμματεία, καθώς και τοπικά ιδιώματα. Η ουσιαστική του γνωριμία με τον αρχαϊκό και τον κλασικό πολιτισμό του επέτρεψε επίσης να επισημάνει ότι ο Αριστοφάνης δεν ήταν χυδαίος – τουλάχιστον όχι τόσο όσο θέλουν να τον εμφανίσουν σήμερα πολλοί: οι προκλητικές του λέξεις προέρχονταν από τη σατυρική και φαλλική γένεση της κωμωδίας, κάτι που αγνοούν οι περισσότεροι νεοέλληνες μεταφραστές, προδίδοντας το ύφος του. (Με την ευκαιρία, ο Αλεξίου βρήκε την ευκαιρία να επαινέσει τις αριστοφανικές παραστάσεις του Κουν και του Ευαγγελάτου.)

Βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα την τοποθέτηση του Αλεξίου ότι ο καταστρεπτικός αττικισμός που ανέκοψε τη φυσιολογική πορεία της γλώσσας θα είχε αποφευχθεί αν δεν τον είχαν ακολουθήσει οι χριστιανοί Πατέρες του τέταρτου αιώνα. Διότι αυτοί, σε αντίθεση με τους εθνικούς λογίους της εποχής τους, είχαν ίσως τη μοναδική ευκαιρία να αποδεχτούν τη γλώσσα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, επαναφέροντας τα ελληνικά των μορφωμένων στη φυσιολογική τους τροχιά. Εντόπιζε πάντως παραλλαγές, επισημαίνοντας, για παράδειγμα, ότι η γλώσσα του Ιωάννη Χρυσοστόμου, με τις μικρές της προτάσεις, ήταν καλύτερη από εκείνη του Μεγάλου Βασιλείου.

Ο Αλεξίου πίστευε ότι ο Κοραής έβλαψε την υπόθεση του γλωσσικού ζητήματος, διότι συνέβαλε με το κύρος του στη διαμόρφωση της καθαρεύουσας. Του αναγνωρίζει ωστόσο την ορθή πρόβλεψη ότι αν οι γλωσσικές του θεωρίες αποδείχνονταν εσφαλμένες, δεν θα υπήρχε άλλη λύση από την καθιέρωση στον γραπτό λόγο της γλώσσας που το έθνος παρέλαβε από τους γονιούς του.

Επιβεβαίωση της θεωρίας του ότι η γλώσσα διαμορφώνεται από προικισμένους ανθρώπους και όχι από θεωρητικούς έβρισκε ο Αλεξίου στην περίπτωση του Μακρυγιάννη, τον λόγο του οποίου παραβάλλει μόνο με αυτόν που χρησιμοποιεί ο Σολωμός στη Γυναίκα της Ζάκυθος.

Μολονότι οπαδός της δημοτικής, ο Αλεξίου επαινούσε επίσης συχνά μεικτές επιλογές, τα δάνεια από ξένες γλώσσες, καθώς και την εισαγωγή στη δημοτική λογίων στοιχείων. Έβρισκε έτσι μεγάλες αρετές στην καθαρεύουσα του Παπαρρηγόπουλου και ακόμα μεγαλύτερες στον Παπαδιαμάντη, που χρησιμοποιούσε λέξεις από όλες τις περιόδους της ελληνικής γλώσσας. Από την άλλη δεν αναγνώριζε μεγάλες αρετές στην πληθωρική γλώσσα του Καζαντζάκη με τις σπάνιες και εντελώς ακατάλληλες για φιλοσοφική ποίηση ιδιωματικές λέξεις, μολονότι θαύμαζε και εκτιμούσε τον λογοτέχνη για την ευρηματική του μυθοπλασία και την υψηλή του ποίηση. (Είναι έτσι αξιοπρόσεκτο ότι άφησε παντελώς ασχολίαστη τη μεικτή και δημιουργική γλώσσα του Ανδρέα Εμπειρίκου, τον οποίο φαίνεται ότι γενικώς απεχθανόταν.)

Ο Αλεξίου εξέταζε προσεκτικά και το περιεχόμενο των κειμένων. Τον ενδιέφερε το αφήγημα πολύ περισσότερο από ό,τι τους περισσότερους ιστορικούς της λογοτεχνίας. Μεγάλο του προτέρημα και μεγάλη του προσφορά είναι η έμφαση σε περιλήψεις – ιδίως εκτενών κειμένων. Δίνει, για παράδειγμα, αναλυτικά το περιεχόμενο των ομηρικών επών ή των μεσαιωνικών χρονικών. Αλλά και της Οδύσσειας του Καζαντζάκη, με τους 33.333 στίχους, που ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν στην μελέτη του τα μυθιστορήματα όλων των εποχών, τα λαϊκά και τα λόγια, για την πλοκή των οποίων είχε πάντα κάτι ενδιαφέρον να παρατηρήσει.

Τρίτη παρατήρησή μου είναι η ανανεωτική διάθεση του Αλεξίου στην επιλογή του υλικού. Διότι περιέλαβε στην ιστορία του πολλά κείμενα τα οποία, μολονότι έπαιξαν μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση της γλώσσας και την αφηγηματική τεχνική, σπανίως βρίσκουν τη θέση τους στις καθιερωμένες ιστορίες της λογοτεχνίας. Συζητά αρχαίους φιλοσόφους (όπως τον Ηράκλειτο), ιστορικούς (όπως τον Θουκυδίδη), την Παλαιά Διαθήκη (θεωρώντας το «Άσμα ασμάτων» κορυφαίο ερωτικό ποίημα όλων των εποχών), την Καινή Διαθήκη (ως αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης του ελληνικού λαού), την ελληνόφωνη χριστιανική γραμματεία, τα απόκρυφα Ευαγγέλια (ακόμα και το ασήμαντο Ευαγγέλιο του Ιούδα που προκάλεσε προσφάτως μεγάλο θόρυβο), τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς (όπως τον Ιουστίνο και τον Ωριγένη), αλλά και τους ελληνόφωνους Φράγκους.

Η τέταρτη παρατήρηση μου έχει, πιστεύω, επίσης σημασία. Ο Αλεξίου έπαιρνε κατά κανόνα συντηρητικές ή πάντως παραδοσιακές και έτσι, συχνά, παρωχημένες θέσεις σε πλείστα μεγάλα φιλολογικά ζητήματα, πέρα από την άποψή του για αδιάλειπτη συνέχεια της γλώσσας. Παράδειγμα, το ομηρικό (όπου υποθέτει έναν ποιητή για τα δύο έπη, πραγματική γεωγραφία ακόμα και στις φανταστικές διηγήσεις)⸱ η εκτίμησή του για τον Ηρόδοτο (τον οποίο θεωρεί αμέθοδο και χωρίς σύστημα διάταξης, καλύτερο μόνο στην αφήγηση των περσικών πολέμων)⸱ η αντιμετώπιση της Καινής Διαθήκης (αποδεχόμενος την ενότητά της και αδιαφορώντας για τη σύνθετη ιστορία των Ευαγγελίων ή τη γνησιότητα των επιστολών του Παύλου).

Ο Αλεξίου ανοίχτηκε σε πολλούς συγγραφείς και πολλά κείμενα που δεν βρίσκουν συνήθως τη θέση τους στις συναφείς γραμματολογίες. Παρέλειψε ωστόσο τον κάποτε δημοφιλή Ηρωδιανό, τον οποίο περιφρονεί πλέον η κυρίαρχη ιστοριογραφική έρευνα, ενώ αφιερώνει μία μόνο υποτιμητική παράγραφο στον Αίλιο Αριστείδη, ο οποίος προσφάτως κεντρίζει έντονα το διεθνές ενδιαφέρον, και του οποίου οι Ιεροί λόγοι έχουν προσφέρει στις μέρες μας δύο σημαντικές νεοελληνικές μεταφράσεις. Ο Αλεξίου υποτιμούσε επίσης με δραματικό τρόπο τον πολυγραφότατο Ευσέβιο Καισαρείας, προφανώς λόγω των δογματικών του επιλογών.

Συντηρητική μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και την άποψή του γύρω από τον Σολωμό – σε αντίθεση προς την αναλυτική σχολή. Αποδεχόταν και αναδείκνυε έτσι τον ποιητή που γνωρίζουμε μέσα από το σωζόμενο έργο του, όχι το χαμένο, το λανθάνον ή το ανολοκλήρωτο. Παρομοίως συντηρητική είναι η απόλυτη απόρριψη του υπερρεαλισμού – για τον οποίο ήταν έτοιμος να αποδεχτεί τις ύβρεις μιας παλαιότερης εποχής, αλλά τελικώς επέλεξε τη σχεδόν πλήρη αποσιώπηση του, κάνοντας παραχώρηση μόνο στη γόνιμη και συνετή χρήση του από τον Ελύτη. Είναι πάντως ζήτημα αν από τον Εμπειρίκο διάβασε ποτέ οτιδήποτε πέρα από την «Υψικάμινο».

* * *

Όσοι γνώρισαν τον Αλεξίου δεν έχουν αμφιβολία ότι οι επιλογές του τις οποίες χαρακτηρίζω συντηρητικές απηχούσαν τα προσωπικά του αισθήματα. Αλλά το ζήτημα δεν κλείνει τόσο εύκολα. Οι επιλογές αυτές, μολονότι βρίσκονται σήμερα σε αντίθεση με τις απόψεις πολλών άλλων ειδικών, ανταποκρίνονται, κατά κανόνα, στον τρόπο με τον οποίο εξελίχτηκε η φιλολογική παραγωγή. Ο Αλεξίου δίνει συχνά την εντύπωση ότι ταυτιζόταν με την ίδια την ιστορία της ελληνικής γλώσσας και των ελληνικών αφηγημάτων.

Πράγματι, παρά τις περίτεχνες θεωρίες για προφορική σύνθεση των ομηρικών επών κατά την απαγγελία ή για το μεγάλο πλήθος των αοιδών, στην παράδοση που τροφοδοτεί αιώνες τώρα κάθε νέα δημιουργία επιζεί πάντα ο μεγαλοπρεπής Όμηρος με τις δύο ανεπανάληπτες συνθέσεις. Παρομοίως, παρά το μεγάλο κύρος και τη συμβολή της αναλυτικής σχολής, ο Σολωμός που εμπνέει τη νεοελληνική ποίηση και τον νεοελληνικό λόγο είναι ο Σολωμός του Πολυλά, όχι των αυτογράφων. Και η Καινή Διαθήκη παραμένει πάντα ένα ιερό και θεόπνευστο βιβλίο, όσες αντιρρήσεις και αν έχουν οι ειδικευμένοι θεολόγοι που διαπιστώνουν τη συμβολή ακόμα και πέντε διαφορετικών συγγραφέων στη σύνταξη του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Οι σκέψεις αυτές με οδηγούν στην τελευταία μου παρατήρηση για το έργο του Αλεξίου: την αξιολόγηση της φιλολογικής παραγωγής μέσα από τη λογική της πρόσληψής της.

Ακόμα και ο βιαστικός αναγνώστης θα διαπιστώσει εύκολα ότι ο Αλεξίου ενδιαφερόταν σχεδόν με πάθος για τον τρόπο που διαβάζονται ή, γενικότερα, επιδρούν τα κείμενα που επέλεξε να παρουσιάσει. Παρά την αντιπάθειά του προς τις περίτεχνες κατασκευές των μοντερνιστών φιλολόγων, βρήκε μάλιστα την ευκαιρία να παραπέμψει σχετικά ακόμα και στη θεωρία της πρόσληψης του HansRobertJauss. Από την άποψη αυτή ο πλούτος των πληροφοριών που προσφέρει είναι αξεπέραστος.

Οι ταξιδιωτικές περιγραφές του Ομήρου θυμίζουν, για παράδειγμα, το εξερευνητικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, που γεννήθηκε σε παρόμοιες εμπειρίες αποικισμού. Οι βυζαντινοί σχολιαστές του Ομήρου πάλι υποτιμήθηκαν από τους νεότερους φιλολόγους, παρά τη σπουδαία τους συμβολή. Ο Ησίοδος προετοίμασε τη μετάβαση στη λυρική ποίηση. Ο Αρχίλοχος δεν είχε απλώς απήχηση σε άλλους έλληνες ποιητές αλλά και σε ορισμένους λατίνους. Η Σαπφώ λησμονήθηκε στα βυζαντινά χρόνια, αλλά σώθηκε σε αιγυπτιακούς παπύρους. Η αρχαία κριτική για τον Πίνδαρο δεν ήταν τόσο ενθουσιώδης. Στους νεότερους χρόνους εκφράστηκαν επιφυλάξεις για τον Ευριπίδη⸱ τον ποιητή θαύμαζε ωστόσο ο νεαρός Γκαίτε, ενώ τον σχολίασε αρνητικά ο Σολωμός. Ο Γκαίτε διασκεύασε τους Όρνιθες για τη βαυαρική αυλή και έπαιξε τον ρόλο του Πισθέταιρου. Ο Ξενοφών θεωρήθηκε στο Βυζάντιο κατάλληλος για σχολική χρήση. Η περίφημη φράση του Ισοκράτη που αποκαλεί Έλληνες όσους μετέχουν στην ελληνική παιδεία είναι απλό ρητορικό σχήμα, δίχως την απήχηση που της αποδίδουν πολλοί σήμερα. Ο Μένανδρος παρακολουθούσε την εξέλιξη της αττικής διαλέκτου και έβαλε τις βάσεις για το κρητικό θέατρο μέσα από ιταλικές απομιμήσεις. Οι αττικιστές δεν εκτιμούσαν τον Πολύβιο διότι το ύφος του είναι ανάμεικτο με τύπους και συντάξεις της Κοινής. Αλλά ο Αλεξίου πρόσεξε και επεσήμανε ότι ο ιστορικός απέφευγε τις χασμωδίες (μια παρατήρηση που δεν έχω συναντήσει σε κανέναν άλλο σύγχρονο σχολιαστή). Ο Κοραής κάνει επίσης την εμφάνισή τους ως εκδότης των Αιθιοπικών και ως εισηγητής του όρου μυθιστορία. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ως μεταφραστής του Θουκυδίδη. Ο Σεφέρης και ο Ελύτης ως μεταφραστές της Αποκάλυψης. Η Διήγησις Αλεξάνδρου στην εκδοχή της Φυλλάδας άρεσε στον Πάλλη, τον Παλαμά και τον Σεφέρη και έδωσε τροφή στον Καραγκιόζη.

Στην πληθώρα των σχετικών παρατηρήσεων βρίσκεται πιστεύω το κλειδί για την κατανόηση του πνεύματος που διαπερνά και οργανώνει την ιστορία του Αλεξίου. Αλλά και του συντηρητισμού που του καταλόγισα. Η αξία της ελληνικής γλώσσας και των ελληνικών αφηγημάτων βρίσκεται, κατά τη γνώμη του, στην ιστορία τους, στη χρήση τους, στην επίδραση που άσκησαν, στη διεθνή ακτινοβολία που ασκούν και στον κόσμο που έπλασαν και συνεχίζουν να πλάθουν. Έναν κόσμο που μας επιτρέπει να αισιοδοξούμε ακόμα στις δυσκολότερες εποχές, ακόμα και στις μελανότερες περιόδους, όπως ίσως η σημερινή. Και μόνο γι’ αυτό πρέπει να ευγνωμονούμε τον ευγενή και ευπατρίδη Αλεξίου, που προσπαθούσε ανεπιτυχώς να συγκαλύψει με τη σεμνότητά του τον αμύθητο πλούτο του.

 

 

 

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας

Καθηγητής αρχαίας ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Βιβλία του: Ιερείς και προφήτες: Η παραγωγή και η διαχείριση του δόγματος στον πρώιμο χριστιανισμό (2000), Κατακτώντας την αρχαιότητα: Ιστοριογραφικές διαδρομές (2002), Απόκρυφες ιστορίες, μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων χριστιανών (2003), Η ελληνική αρχαιότητα: Πόλεμος, πολιτική, πολιτισμός (με τον Σπύρο Ράγκο, 2010), 666: Ο αριθμός του βιβλίου (2010), Ο Διόνυσος στην Άνδρο ή οι μεταμορφώσεις ενός μύθου (2012), Μαθήματα από την αθηναϊκή δημοκρατία (2014), Το παράπονο της Βρισηίδας (2015).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά