Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020

Ο τελευταίος των Μοϊκανών

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Πρόσωπα Τεύχος 104
Ο Σταύρος Καπλανίδης από τον Αλέκο Παπαδάτο. Ο Σταύρος Καπλανίδης από τον Αλέκο Παπαδάτο. Αλέκος Παπαδάτος / The Books' Journal

Θα μπορούσε κανείς να μιλάει ώρες για την αφοσίωση του Καπλανίδη στους ανθρώπους που αγάπησε, τους ανθρώπους που ξεχώρισε, και επέλεξε να παρουσιάσει ως πρωτογενή και φυσικά φαινόμενα. Κάτι βέβαια που και ο ίδιος ήτανε. Γιατί είναι αλήθεια πως το δικό του πορτρέτο –το πορτραίτο του Σταύρου Καπλανίδη– διαγράφεται καθαρά και ξάστερα εκεί μέσα. Στην παρακαταθήκη των ξεχωριστών ντοκιμαντέρ και ταινιών που ο ίδιος δημιούργησε και μας κληροδότησε.

Και ’σύ τι είσαι δηλαδή; Ο τελευταίος των Μοϊκανών;

Σε αυτή την ερώτηση καταλήγει, ο Σταύρος Καπλανίδης, στο σπικάζ της πρώτης σεκάνς της ταινίας του Αννα Βιχ, φωτογράφος, αναφερόμενος στη σύντροφο της ζωής του:

Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να μη φθαρείς, να μη γίνεις κυνικός, γιατί κακά είν’ τα ψέματα, ζούμε σ’ έναν κόσμο που η επιτυχία είναι τα χρήματα. Και ’σύ τι είσαι δηλαδή; Ο τελευταίος των Μοϊκανών;’

Κι εγώ, κάθε φορά που τον επισκεπτόμουν, είτε στο υπερώο της Κόνιαρη, στο στουντιάκι το τρία επι τέσσερα –το απλό και απέρριτο– όπου έμενε τα τελευταία χρόνια μετά το θάνατο της Άννας, είτε στο γραφείο της Νικοτσάρα όπου επέμενε αμετανόητα εργαζόμενος –ευγενής και τρυφερός πάντα, αλλά και οργισμένος, είν’ αλήθεια, πολλές φορές– ανάμεσα σε μπομπίνες ταινιών, μονταζιέρες, υπολογιστές, στοίβες βιβλίων και περιοδικών, είχα ακριβώς αυτή την ερώτηση στην άκρη της γλώσσας μου: «Και ’σύ τώρα τι είσαι δηλαδή Σταύρο; Ο τελευταίος των Μοϊκανών;» Αυτό ήθελα να του φωνάξω. Γιατί, πράγματι, τα τελευταία χρόνια, ζούσε, εργαζόταν και διαβίωνε σαν τον τελευταίο των Μοϊκανών.

Ο Καπλανίδης, στα δεκαοχτώ με είκοσι χρόνια του, έφυγε –απένταρος ίσως– και έζησε για ένα διάστημα στο εξεγερμένο Παρίσι της δεκαετίας του 1970. Θα λέγαμε ότι –από τότε– παρέμεινε ενας εξεγερμένος, με τον δικό του, τον εντελώς ιδιαίτερο και προσωπικό τρόπο –τον ίδιο με της αγαπημένης του Άννας– ώς το τέλος της ζωής του. Ο Σταύρος και η Άννα μαζί, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, επέστρεψαν στην Ελλάδα και για μερικά χρόνια, “les amants terribles”, βίωσαν το κρεσέντο του έρωτα ζώντας μποέμικα –με το χρήμα να ρέει από τις αμερικανικές κινηματογραφικές παραγωγές στις οποίες, ως νεαρός κινηματογραφιστής, ο Σταύρος τότε συνεργαζόταν. Για όσους τον ζήσαμε από κοντά, ήταν φανερό πως η τρέλα και η μέθη αυτής της δεκαετίας –από το Παρίσι ώς την Αθήνα– συνέχιζαν να τον χαρακτηρίζουν σε ξεχωριστές στιγμές συνάφειας και επικοινωνίας με τους φίλους και τους γνωστούς του –πρόσωπα αγαπημένα και όχι μόνο– και, ακόμη, στις καθημερινές συνεργασίες του, τις κινηματογραφικές και μη. Ακόμη και τα τελευταία χρόνια που ζούσε απομονωμένος και αφοσιωμένος στα δικά του –μάλλον συγκεντρωμένος με εμμονή στις μνήμες του παρελθόντος, αλλά και συχνά έξω φρενών με όσα απέρριπτε και με όσους δεν αποδεχόταν–, οι εξάρσεις δεν τον εγκατέλειπαν και, περιστασιακά, αραιά ίσως, απολαμβάναμε τον Σταύρο Καπλανίδη εκείνης της μποέμ εποχής.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι το πρώτο κινηματογραφικό πορτρέτο που ο Σταύρος Καπλανίδης επέλεξε να μας παρουσιάσει έχει τον τίτλο Ο φτωχός κυνηγός του Νότου. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πρόκειται για το πορτρέτο του ανεπανάληπτου Σταύρου Τορνέ: εκείνου που δημιούργησε με τα ελάχιστα. Του μάγου της φυλής, που η ίδια τον αγνόησε όσο εκείνος επέμενε σε αυτά που είδε, έζησε και πίστεψε. Ο Σταύρος Καπλανίδης, μέσα από τις σεκάνς του ντοκιμαντέρ Ο φτωχός κυνηγός του Νότου, μας μιλάει για τις δικές του επιλογές. Επιλογές της πραγματικότητας του ανέφικτου και των εξωπραγματικών οραμάτων. Ακολουθώντας τα ίχνη του Φτωχού κυνηγού του Νότου, ο Καπλανίδης ψηλαφίζει τις εικόνες του, αφουγκράζεται τους ψιθύρους του, εισχωρεί στις μνήμες του και εν τέλει ανοίγεται ο ίδιος στο δικό του έργο, παραμένοντας αμετακίνητος στο στίγμα του μάγου της φυλής.

Ο φτωχός κυνηγός του Νότου για τον Τορνέ, το Play it again, Χρήστο για τον Βακαλόπουλο και βέβαια το Άννα Βιχ, φωτογράφος για την Άννα, τα τρία κινηματογραφικά πορτρέτα που μας άφησε ο Σταύρος Καπλανίδης –βραβευμένα και τα τρία– είναι κεντημένα με την επίμονη σχολαστικότητα, τη συγκινητική τρυφερότητα και την εξαίρετη αισθητική της ξεχωριστής ματιάς του, τρία μεγάλα διαχρονικά δώρα για εμάς και τις γενιές που έρχονται.

Θα μπορούσε κανείς να μιλάει ώρες για την αφοσίωση του Καπλανίδη στους ανθρώπους που αγάπησε, τους ανθρώπους που ξεχώρισε, και επέλεξε να παρουσιάσει ως πρωτογενή και φυσικά φαινόμενα. Κάτι βέβαια που και ο ίδιος ήτανε. Γιατί είναι αλήθεια πως το δικό του πορτρέτο –το πορτραίτο του Σταύρου Καπλανίδη– διαγράφεται καθαρά και ξάστερα εκεί μέσα. Στην παρακαταθήκη των ξεχωριστών ντοκιμαντέρ και ταινιών που ο ίδιος δημιούργησε και μας κληροδότησε.

 

 

 

Ισμήνη Καρυωτάκη

Αρχιτέκτων, ζωγράφος, συγγραφέας. Πιο πρόσφατα βιβλία της: Στους δρόμους (2017), Χωρίς ταξίμετρο (2019).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά