Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Σάββατο, 08 Αυγούστου 2020

Τι θέλουμε να κάνει η Ιστορία για μας;

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 109
Αλέκος Λεβίδης, Ενθύμιον Αθηνών. Έργο από την έκθεση ΜυθΙστορικά, που φιλοξενήθηκε στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Αλέκος Λεβίδης, Ενθύμιον Αθηνών. Έργο από την έκθεση ΜυθΙστορικά, που φιλοξενήθηκε στην Πινακοθήκη Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Αλέκος Λεβίδης / Μουσείο Μπενάκη

Με αφορμή τις εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, μια ερώτηση που ίσως αξίζει να κάνουμε. Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τεύχος 109, Μάιος-Ιούνιος 2020.

Ιστορία, ιστορία, ιστορία. Όσο κι αν το μυαλό μας είναι αλλού, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι εκείνο το βασανιστικό μάθημα των μακρινών σχολικών μας χρόνων, που έκτοτε αποτελεί αντικείμενο σοβαρού ενδιαφέροντος μόνο για λίγους, «κυκλοφορεί» ξαφνικά πολύ. Αφορμή είναι βέβαια η επερχόμενη 200ετής επέτειος του 1821. Βαθύτερη αιτία είναι οι λόγοι για τους οποίους κάθε λαός γυρνάει πίσω για να μελετήσει/αναζητήσει/επιβεβαιώσει το πιο ανθεκτικό και μυστηριώδες υλικό κάθε συλλογικής συνείδησης: την ταυτότητά του. Αλλά όλα αυτά καταλήγουν στο ίδιο ερώτημα: τι λοιπόν περιμένουμε από την Ιστορία μας; Είτε είμαστε συγκινημένοι είτε δύσπιστοι, είτε αρνητικά προκατειλημμένοι, στρεφόμαστε τώρα ως χώρα, ως έθνος (ναι), προς το μεγάλο σκοτεινό πηγάδι της Ιστορίας μας και με ύφος «για να δούμε τι έχεις κι εσύ να μας πεις» ρίχνουμε μέσα τους κουβάδες μας, ο καθένας τον δικό του, και κάτι περιμένουμε να βγάλουμε από εκεί μέσα. Αλλά τι ακριβώς;

Ξανααναρωτήθηκα διαβάζοντας το πρόσφατο άρθρο της Βρετανής συγγραφέως Ζέιντι Σμιθ (Zadie Smith) στο New York Review of Books σχετικά με τα έργα της εικαστικού Κάρα Γουόκερ (Kara Walker), που βασίζονται στις ιστορικές μνήμες (και μη-μνήμες) των μαύρων της Αμερικής:[1]

«Τι μπορεί να θέλω να κάνει η Ιστορία για μένα;», αναρωτιέται η Σμίθ. «Μπορεί να θέλω να μειώσει τον ιστορικό εχθρό μου – και να ισχυροποιήσει εμένα. Μπορεί να της ζητήσω να μου υπενθυμίσει επειγόντως γιατί προχωράω γρήγορα προς τα εμπρός, μακριά από την Ιστορία. Ή να μου μιλήσει και πάλι για την ιδιαίτερή μας σχέση, για τους δεσμούς που ενώνουν (και ανεξίτηλα δεσμεύουν) την ιστορία μου με εμένα. Θα μπορούσα να θέλω να μου πει ότι το μέλλον μου είναι δεμένο με το παρελθόν μου, είτε το θέλω είτε όχι. Ή να της ζητήσω να μου υποσχεθεί ότι το μέλλον μου θα εκδικηθεί το παρελθόν μου. Ή να με προειδοποιήσει για το ότι το παρελθόν δεν θα εξαλειφθεί απ’ αυτήν την εκδίκηση. Ή να εξηγήσει ότι οποιαδήποτε βίαιη καταπίεση εμπλέκει τους καταπιεστές οι οποίοι με τη σειρά τους υφίστανται τη βία των ίδιων των πράξεών τους. Ή να ισχυριστεί ότι ένας καταπιεστής μπορεί να δει τον εαυτό του ως καταπιεστή μόνο μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος στο οποίο και ο ίδιος καταπιέστηκε».

 

Τ’ είναι αυτό που το λένε Ιστορία;

Η ιστορία, σύμφωνα με τους σοβαρότερους ιστορικούς, δεν υπάρχει· υπάρχει μόνο η ματιά μας πάνω σ’ αυτήν. Υπάρχει το παρόν που στρέφεται προς τα πίσω και ρωτά, όχι αθώα – ποτέ αθώα: γιατί το παρόν δεν είναι ποτέ αθώο, δεδομένου ότι είναι ζωντανό, με τις δικές του ανάγκες και προτεραιότητες, τα δικά του σχέδια. «Από τη μελέτη των εθίμων του, και μάλιστα της Ιστορίας του, ο κάθε λαός συμπεραίνει όχι μόνο τη μοναδικότητά του, αλλά και την ιδιάζουσα αποστολή του μέσα στη χορεία των εθνών· συνάμα στηρίζει, στην ίδια την Ιστορία, και τις διεκδικήσεις του», σημείωνε ο Κ.Θ. Δημαράς.[2] Για κάθε ιστορικό γεγονός λοιπόν που εξετάζουμε, η πρώτη ερώτηση δεν πρέπει να είναι το «τι έγινε;» αλλά το ποιος και πότε το ρωτάει – και ποιος και πότε απαντάει. Το θέμα δεν είναι το νερό στο πηγάδι, αλλά ο κουβάς που ρίχνουμε μέσα. Είναι οι επιδιώξεις μας, αυτό δηλαδή που θέλουμε να ποτίσουμε.

Η Ιστορία είναι οικοδομικό υλικό: μ’ αυτήν μπορείς να κτίσεις έθνη, ιδεολογίες, ταυτότητες. Είναι υλικό εύφλεκτο: μπορεί ν’ ανάψει τη συγκίνηση, τον πατριωτισμό, τον φανατισμό, τη μισαλλοδοξία. Είναι υλικό θρεπτικό: διατηρεί ζωντανό και ρωμαλέο τον εθνικισμό – αυτό δα το ξέρουμε. Είναι υλικό εύπλαστο: παίρνει το σχήμα (τη φωνή, το περιεχόμενο, την ερμηνεία) του κουβά που την τράβηξε. Και δεν είναι απεριόριστο: σαν π.χ. κοιτάσματα χρυσού ή πετρελαίου, δεν υπάρχει παντού και για όλους· γι’ αυτό και κάποια κράτη αναγκάζονται και θα συνεχίζουν να αναγκάζονται να δανείζονται (να κλέβουν) Ιστορία από άλλους, κοντινούς ή μακρινούς γείτονες, για να ποτίσουν και τα δικά τους χωράφια.

Μπορεί να θέλω από την ιστορία να μου δείξει ότι οι σκλάβοι και οι αφέντες τους είναι κολλημένοι μεταξύ τους από το γοφό. Ότι ο ένας εμπεριέχει τον άλλο. Ότι μισούμε αυτό που πιο πολύ επιθυμούμε. Ότι επιθυμούμε αυτό που πιο πολύ μισούμε. Ότι δημιουργούμε αντιθέσεις (άσπρος μαύρος άντρας γυναίκα χοντρός αδύνατος όμορφος άσχημος παρθένα πόρνη) έτσι ώστε να μπορούμε να καθορίσουμε τους εαυτούς μας. Μπορεί να θέλω να με πείσει η Ιστορία πως αν και ορισμένες ταυτότητες είναι επιλεγμένες, πολλές άλλες μάς επιβάλλονται. Ή ότι δεν υπάρχει επιλεγμένη ταυτότητα. Ότι εγώ ταΐζω την Ιστορία. Ότι η Ιστορία ταΐζει εμένα. Ότι η Ιστορία λιμοκτονεί γιατί δεν την ταΐζω κι εγώ λιμοκτονώ γιατί δεν με ταΐζει. Όλα αυτά. Κανένα από αυτά. Όλα αυτά σε μια ανίερη μείξη αλήθειας και ψέματος...[3]

Και όλα είναι, κατ’ αρχήν, αποδεκτά. Όπως τότε που έπρεπε να χτιστεί το ελληνικό έθνος: ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο «διδάσκαλος και οδηγός του έθνους», κλήθηκε να εμφυσήσει το απαραίτητο εθνικό φρόνημα, και αυτό έκανε. Έγινε ο «εθνικός» μας ιστορικός – και κάθε εθνικός ιστορικός δεν είναι πια «ο άνθρωπος του γραφείου, των αρχείων και των βιβλιοθηκών: μελετά τα περασμένα σε συνάρτηση με τους εθνικούς του πόθους και με τις πατριωτικές επιδιώξεις των ομοεθνών του».[4] Σήμερα, 200 χρόνια μετά την επανάσταση που οδήγησε στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αυτό το κράτος, το σημερινό δηλαδή, επιθυμεί ένα φρεσκάρισμα της τωρινής του εικόνας – και είναι κι αυτό αποδεκτό. Και όπως για κάθε φρεσκάρισμα, πρέπει και πάλι να βουτήξει το πινέλο του μέσα στην μπογιά της Ιστορίας του, που για την Ελλάδα δεν είναι μια απλή μπογιά· υπήρξε ανέκαθεν και παραμένει η πιο ανθεκτική μας βάση, η βαριά βιομηχανία μας, το διαβατήριό μας για τον έξω κόσμο, το ονοματεπώνυμο και η διεύθυνση της ταυτότητάς μας. Το σημερινό μας κράτος, με όλες τις ήττες και τις νίκες του, με όλες τις πληγές του (κάποιες αχνές, κάποιες κακοφορμισμένες, άλλες νωπές ακόμα) και όλα όσα κατάφερε, και κυρίως με όλες του τις επιδιώξεις, ζητά σήμερα από την Ιστορία να εξυπηρετήσει αυτό ακριβώς: το σήμερα.

Για το πώς λοιπόν θα γίνει αυτό το φρεσκάρισμα, δεν θα ευθύνεται φυσικά η ίδια η Ιστορία.

Κούρασα πολλούς φίλους ρωτώντας τους «τι θέλουμε από την Ιστορία;». Είμαστε όλοι μη ιστορικοί, πολίτες αυτού του σύγχρονου ελληνικού κράτους, υποστηρικτές του και πιστοί του. Πολλοί απάντησαν το αυτονόητο: «Μα τι άλλο; Θέλουμε την αλήθεια». Πράγματι, τι πιο απλό; Αλλά τίποτε δεν είναι λιγότερο απλό. Οι ίδιοι οι ιστορικοί το ξέρουν, και θα μας το ξαναπούν, δεν υπάρχει η μία ιστορική αλήθεια: υπάρχουν οι ερμηνείες, οι παραλείψεις και οι υπογραμμίσεις, οι σχολές και οι πεποιθήσεις. Οι λογοτέχνες έχουν φυσικά τον δικό τους τρόπο να μιλούν για την άπιστη αλήθεια, όπως ο Ναμπόκοφ:

Ό,τι κι αν ξέρουν εκείνοι που θα ’ρθουν μετά από εμάς, εκείνοι που θα ζήσουν κάτω από το φως μιας άλλης γνώσης, η αλήθεια πάντα θα σκύβει πάνω από το χέρι της: με χαμόγελο γυναίκας αλλά και προσεκτικά, σαν μικρό παιδί που παρατηρεί κάτι χωμένο μέσα στην παλάμη του. Κάτι που εμείς, που θα κοιτάμε πάνω από τον ώμο της, δεν θα μπορούμε να δούμε. [5]

 

«Καμωμένοι από ετερόκλητα υλικά»

Αλλά πιο πολύ με συγκίνησε ο λόγος ενός ιστορικού, του Δημήτρη Κυρτάτα, με αφορμή την Τέχνη[6] – σε ένα πάντρεμα δηλαδή δυο όχι και τόσο διαφορετικών κόσμων.

Ο ιστορικός παραδοσιακά ακολουθεί την μέθοδο του Ηρόδοτου και συνδέει τα πρότερα με τα ύστερα επικαλούμενος την αναντικατάστατη αρχή της αιτιότητας. Τα πρότερα επηρεάζουν τα ύστερα ως αιτίες, και τα ύστερα εμφανίζονται ως αναπόδραστα αποτελέσματα. Όμως δεν είμαστε απλώς το αποτέλεσμα κάποιας αιτίας. Είμαστε ένα σύνολο βιωμάτων, ατομικών και συλλογικών. Είμαστε η αρχαιότητα, η ένδοξη και ερειπωμένη, είμαστε ο 19ος αιώνας, ο αναγνωρίσιμος και ανεπίγνωστος, είμαστε μια παράδοση αρχαιοελληνική που επιζεί ακόμα τριγύρω μας, μια παράδοση χριστιανική που προσπαθεί να επιβληθεί με το υπερυψωμένο της καμπαναριό, μια παράδοση οθωμανική που δεν είναι δυνατόν να ξεχαστεί επειδή απλώς κατεδαφίστηκαν οι μιναρέδες της. Προφανώς υπάρχουν αιτίες και αποτελέσματα. Προφανώς υπάρχουν πρότερα και ύστερα. Ο ιστορικός κάνει καλά τη δουλειά του βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους. Αναζητά τη χρονική ακολουθία, τις επιρροές, τις επιδράσεις και τις διασυνδέσεις. Αυτό που δυσκολεύεται να κάνει είναι να δείξει με ποιον τρόπο συνυπάρχουν κάθε στιγμή πολλαπλοί καθορισμοί. Πώς συνυπάρχουν αίτια και αποτελέσματα. Διάσπαρτες πληροφορίες που φοβίζουν· τραυματίζουν· παραδειγματίζουν· και εμψυχώνουν ταυτοχρόνως. Είμαστε καμωμένοι από ετερόκλητα υλικά.

Τι θέλουμε από την Ιστορία μας σήμερα; 200 χρόνια από μια επανάσταση για την οποία η συντριπτική πλειοψηφία από εμάς γνωρίζει ελάχιστα, το πραγματικό ερώτημα είναι ποιοι είμαστε εμείς σήμερα που το ρωτάμε – και γιατί το ρωτάμε. «Οι εποχές», γράφει ο Κ.Θ. Δημαράς,[7] «χαρακτηρίζονται όχι από τα μέσα με τα οποία λύνουν τα προβλήματα αλλά από τον τρόπο με τον οποίο τα θέτουν». Και ναι, είμαστε καμωμένοι από ετερόκλητα υλικά, άρα η απάντηση δεν μπορεί ποτέ να είναι απλή, δεν μπορεί ποτέ να είναι ενιαία.

Όσο κι αν ξεγελιόμαστε με παραθέσεις ιστορικών ημερομηνιών και γεγονότων, η ημερομηνία είναι μία, η σημερινή: μόνο κοιτώντας το σήμερα με τη σκληρή, τίμια, γενναία ματιά της ειλικρίνειας (όσο αυτό είναι δυνατό) θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τι μπορεί να κάνει η Ιστορία για μας.


[1] Zadie Smith, “What Do We Want History to Do to Us?”, The New York Review of Books, 27/2/2020.

[2]Κ.Θ. Δημαράς, «Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ώς τα μισά της ζωής του», εισαγωγή-επιμέλεια στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους [Η πρώτη μορφή:1853] του Κ. Παπαρρηγόπουλου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1999.

[3]Zadie Smith, όπ.π.

[4]Κ.Θ. Δημαράς, όπ.π.

[5]“Whatever the enlightened posterity will see, still in the wind, in alive clothes, the truth is bending over her hand. With a female smile and a childish care, as if looking at something in her palm, not visible to us from behind her shoulder” στο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, «Το Δώρο», 1938.

[6]Σε εκδήλωση-συζήτηση για την έκθεση ΜυθΙστορικά του Αλέκου Λεβίδη στην Πινακοθήκη Γκίκα (4/3/2020), με θέμα την πρόσληψη της ιστορίας μέσα από τη ζωγραφική και το μετασχηματισμό της σε προσωπικό μύθο.

[7] Κ.Θ. Δημαράς, όπ.π.

Καρολίνα Μέρμηγκα

Καρολίνα Μέρμηγκα. Συγγραφέας. Βιβλία της: Ερωτευμένες (2005), Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010), Συγγενής (2013), Ο Έλληνας γιατρός (2017), Κάτι κρυφό μυστήριο (2019).

1 σχολιο

  • Πολύ σωστή τοποθέτηση όπως και εύστοχα τα πσραθεματα 2 ξένων και 2 Ελλήνων Ίστορικών. Το βασανιστικό ερώτημα του αν η Ιστορία έπίστράτέύέτάί σαν εθνική για να καταξίωσέί ένα έθνος συμβάλλει στην αύξηση του εθνικισμού και της μίσάλλοδοξιας πάράμένέί άνάπάντήτο και το πρόβλημα ανέπίλύτό
    ίσως γιατί όπως λένε οι μαθηματικοί οι άγνωστοι παραμένουν περισσότεροι από τις εξισώσεις που μπορούμε να καταστρώνουν όλοι οι κάλόπρόάίρέτόί Ίστόρίκόί. Ας ακολουθούν τουλάχιστον την όσο γίνεται Θόύκύδίδειά άντίκέίμένίκότήτά με σκοπό να μην φανατιζόύν τα πλήθη.

    Συνδεσμος σχολιου
    Nikos Nikos Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2020 07:19