Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

Zeev Sternhell: Εμείς και οι Άλλοι

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Ιστορία Πολιτική Παρεμβάσεις Τεύχος 11
Φρανθίσκο Γκόγια, «3η Μαΐου 1808», λάδι σε μουσαμά, 266 x 345 εκ., 1814. Την ημερομηνία που φέρει και το έργο, στην κατεχόμενη από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα Μαδρίτη, εκτελέστηκαν μαζικά περίπου 400 ισπανοί πολίτες. Η θυσία των Ισπανών γίνεται στο όνομα του έθνους, αυτής της ομοιογενούς ενότητας, που κατά τον ορισμό του Χέρντερ γειτνιάζει ιδιαίτερα με την έννοια της φυλής, έχει χαρακτήρα, όπως ο άνθρωπος, και συνιστά το πλέον ευγενές προϊόν της ιστορίας. Ο Χέρντερ, με αυτές τις απόψεις, συγκαταλέγεται στους θεμελιωτές του αντι-διαφωτισμού. Φρανθίσκο Γκόγια, «3η Μαΐου 1808», λάδι σε μουσαμά, 266 x 345 εκ., 1814. Την ημερομηνία που φέρει και το έργο, στην κατεχόμενη από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα Μαδρίτη, εκτελέστηκαν μαζικά περίπου 400 ισπανοί πολίτες. Η θυσία των Ισπανών γίνεται στο όνομα του έθνους, αυτής της ομοιογενούς ενότητας, που κατά τον ορισμό του Χέρντερ γειτνιάζει ιδιαίτερα με την έννοια της φυλής, έχει χαρακτήρα, όπως ο άνθρωπος, και συνιστά το πλέον ευγενές προϊόν της ιστορίας. Ο Χέρντερ, με αυτές τις απόψεις, συγκαταλέγεται στους θεμελιωτές του αντι-διαφωτισμού. Prado Museum

Από τον αντι-διαφωτισμό στην ακροδεξιά της εποχής μας

 

Στις 22 Ιουνίου 2020 πέθανε ο σημαντικός ισραηλινός ιστορικός Ζέεβ Στέρνχελ, γνωστός στην Ελλάδα κυρίως από το έργο του Ο αντι-διαφωτισμός (Πόλις, 2009). Συστηματικός μελετητής των κλασικών του διαφωτισμού, έχει υποστηρίξει ότι η νεωτερικότητα γίνεται κατανοητή με δύο αντίθετους τρόπους: ως αναζήτηση της ατομικής ευτυχίας, της ελευθερίας, της προόδου, της ανεκτικότητας, και αντιθέτως ως λάτρης της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας και της αξίας της κοινότητας. Οι εχθροί του Διαφωτισμού εξυμνούν την ιστορία, την κουλτούρα, τη γλώσσα στρεφόμενοι εναντίον της ιδέας της αυτονομίας του ατόμου και της καθολικότητας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η νεωτερικότητα του φιλελευθερισμού που οδηγεί στη δημοκρατία βρίσκεται απέναντι σε μια άλλη νεωτερικότητα, που εμφανίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα, και έλαβε τη μορφή της επαναστατικής, εθνικιστικής, κοινοτιστικής δεξιάς, που είναι ορκισμένος εχθρός των οικουμενικών αξιών. Ο Στέρνχελ είχε κληθεί στην Ελλάδα από τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση και, στις 16/11/2011, μίλησε εισάγοντας το κοινό στην ιστορική προσέγγισή του στον διαφωτισμό. Το κείμενό του, μεταφρασμένο από την Κατερίνα Σχινά, δημοσιεύθηκε στο Books’ Journal, τχ. 14, Δεκέμβριος 2011, απ΄ όπου και αναδημοσιεύεται.

 

Οταν στοχαζόμαστε την Ακροδεξιά, τον εθνικισμό, το πρόβλημα ταυτότητας που τίθεται σήμερα στην Ευρώπη με μεγάλη οξύτητα, στην πραγματικότητα στοχαζόμαστε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό των δύο τελευταίων αιώνων. Γι’ αυτό προτείνω να αντιμετωπίσουμε αυτά τα ζητήματα με όρους «μακράς διαρκείας». Νομίζω πως έτσι θα κατανοήσουμε καλύτερα το άμεσο παρόν μας.

Η Ακροδεξιά, σε όλες της τις μορφές, από τον φασισμό και τον ναζισμό ώς τις διάφορες παραλλαγές του εθνικισμού, αποτελεί μέρος του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι μορφές αυτές δεν ήταν ούτε παρεκκλίσεις ούτε απρόβλεπτα γεγονότα ούτε μιμήσεις στη μακρά διαδρομή της νεότερης ιστορίας, αλλά ουσιαστικές εκφάνσεις της εξέγερσης ενάντια στην κουλτούρα του διαφωτισμού. Οι διάφορες παραλλαγές της Ακροδεξιάς δεν γεννήθηκαν με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ούτε έσβησαν το 1945. Το σκέφτομαι και το επαναλαμβάνω εδώ και πολλά χρόνια: δεν υπάρχει κανένας μεθοδολογικός λόγος που να μας ωθεί να θεωρήσουμε ότι ο φασισμός εξέλιπε διά παντός με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Όλη η γερμανική, η ιταλική και η γαλλική ιστοριογραφία θα ήθελαν να μας πείσουν ότι όντως έτσι συνέβη: πιστεύω ότι πρέπει να αντισταθούμε σ’ αυτή την εύκολη παραδοχή.

Δεν είναι τυχαίο που το ερώτημα της «ταυτότητας» ξαναβρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού πολιτικού και πολιτισμικού δημόσιου λόγου. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, αυτός ο προβληματισμός ποτέ δεν έσβησε, αφ’ ότου η Εγκυκλοπαίδεια των Ντιντερό και Ντ’ Αλαμπέρ διατύπωσε τον ορισμό του έθνους όπως τον εννοούσε ο γαλλικός διαφωτισμός:

Ικανός αριθμός ανθρώπων, που κατοικούν σε μια ορισμένη έκταση της χώρας προσδιορισμένη από συγκεκριμένα σύνορα, ανθρώπων που υπακούουν στην ίδια κυβέρνηση.[1]

Στη Μεγάλη Βρετανία, ο Ντέηβιντ Χιουμ δίνει ένα σχεδόν πανομοιότυπο ορισμό: «Έθνος δεν είναι παρά ένα σύνολο ατόμων». Ούτε λέξη για την ιστορία, τον πολιτισμό, τη γλώσσα ή τη θρησκεία: έτσι αναδύθηκε στο προσκήνιο της ιστορίας ο πολίτης και πάνω σ’ αυτή τη βάση απελευθερώθηκαν από τη Γαλλική Επανάσταση οι Εβραίοι και οι μαύροι σκλάβοι. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία όλοι οι κάτοικοι της ίδιας χώρας υπάκουαν στην ίδια κυβέρνηση, καθιστάμενοι έτσι πολίτες που υπόκεινται στους ίδιους νόμους, πολίτες ελεύθεροι, με ίσα δικαιώματα. Αυτή η αντίληψη για το έθνος δεν εξέφραζε μια κοινωνιολογική ή πολιτισμική πραγματικότητα αλλά αντιπροσώπευε την ηρωική προσπάθεια που κατέβαλαν οι στοχαστές του διαφωτισμού ώστε να υπερπηδήσουν τις αντιστάσεις της ιστορίας και, απελευθερώνοντας το άτομο από το περιβάλλον του, ιδίως από τη θρησκεία, να επιβεβαιώσουν για μια ακόμα φορά την αυτονομία του.

Αυτό το πολιτικό και νομικό όραμα της συλλογικότητας, αυτή η φωτισμένη σύλληψη της έννοιας του έθνους, δεν θα επιβιώσει για πολύ· θα αρχίσει να αμφισβητείται ήδη από τα πρώτα κιόλας χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης. Θα τη σαρώσει η εξέγερση ενάντια στον διαφωτισμό, η ιδέα για το έθνος την οποία επεξεργάστηκε ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ, εχθρός του Ρουσσώ και του Βολταίρου, επικριτής του Καντ και θεμελιωτής του ιδεολογικού εθνικισμού: για τον μεγάλο γερμανό στοχαστή, το έθνος είναι ένα φυσικό φαινόμενο, ένα σώμα, ένας ζωντανός οργανισμός που διαθέτει ψυχή και διάνοια, η οποία εκφράζεται διά της ομιλούμενης γλώσσας. Οι άνθρωποι είναι σαν τα φύλλα και τα κλαδιά ενός δέντρου: η ύπαρξή τους εξαρτάται άμεσα από την ύπαρξη του δέντρου, και πέρα απ’ αυτό δεν έχουν υπόσταση. Αυτή η ομοιογενής ενότητα, που γειτνιάζει ιδιαίτερα με την έννοια της φυλής, έχει χαρακτήρα, όπως ο άνθρωπος, και συνιστά το πλέον ευγενές προϊόν της ιστορίας.

Ο εθνικισμός θα σαρώσει τον 19ο και τον 20ό αιώνα σαν κυκλώνας και, αντίθετα απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ή να ελπίσει, παραμένει ζωντανός και στις μέρες μας. Λένε συχνά ότι ο εθνικισμός γεννήθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση – όχι, ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Η Επανάσταση κατέστη δυνατή μόνο και μόνο επειδή το έθνος ήταν ήδη μια πραγματικότητα και η μεταβίβαση κυριαρχίας μπόρεσε να γίνει κατά φυσικό τρόπο. Όμως ο Ντιντερό και ο Ντ’ Αλαμπέρ θέλησαν να προσδώσουν σ’ αυτήν την πραγματικότητα πολιτικό και νομικό νόημα, θέλησαν να την οδηγήσουν προς την κατεύθυνση μιας συλλογικότητας ατόμων: δεν έπρεπε να επιτραπεί στην ιστορία και τον πολιτισμό να καταστήσουν τον άνθρωπο δέσμιο ενός οποιουδήποτε ντετερμινισμού. Γι’ αυτούς, όπως και για τον Καντ, ο διαφωτισμός ήταν μια διαδικασία μέσω της οποίας το άτομο κατακτούσε την ωριμότητα και η απελευθέρωσή του από τα δεσμά της ιστορίας αποτελούσε την ουσία του διαφωτισμού και όριζε τη γέννηση της νεωτερικότητας. Από τότε και ώς τις μέρες μας, για τη σκέψη του διαφωτισμού, το άτομο συνιστά τον τελικό στόχο κάθε πολιτικής ή κοινωνικής πράξης. Σ’ αυτή την αρχή απαντούν οι διάφορες αντιδιαφωτιστικές τάσεις του 19ου και του 20ού αιώνα: η κοινότητα έχει προτεραιότητα έναντι του ατόμου, ο άνθρωπος δεν είναι κύριος του μέλλοντός του, ούτε καν του παρελθόντος του: οι πρόγονοι μάς κατέχουν, μιλάνε μέσω ημών, είμαστε δικό τους δημιούργημα.[2] Ιδού το πεδίο στο οποίο βασίζεται η περί ταυτότητας διαμάχη από τότε έως σήμερα. Για τη σημερινή Ακροδεξιά, όπως και για εκείνη του προηγούμενου αιώνα, η κοινότητα δεν είναι μια εν πράξει κοινωνία, δεν είναι μια στάση σιδηροδρόμου, από την οποία μπορεί να ανεβεί στο τρένο ο καθένας. Δεν διαλέγουμε την ταυτότητα ή την πνευματική μας συγκρότηση, όπως δεν διαλέγουμε το χρώμα των ματιών μας. Και παραφράζω μόνο ένα σκέλος αυτού που στο γύρισμα του 20ού αιώνα ονομαζόταν ανθρωπολογική κοινωνιολογία.

Όταν ο Χέρντερ αφομοιώνει τον ιστορικό κόσμο στη φύση, όταν θεωρεί ότι το πατριωτικό και εθνικό ένστικτο τελικά κατισχύει του χριστιανικού οικουμενισμού, όταν καλλιεργεί το αντίθετο ιδεώδες, αυτό της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας και των συλλογικών μύθων, βόρειων και εθνικών, αντι-λατίνων και αντι-γαλλικών, αυτός ο προτεστάντης πάστορας θέτει τα θεμέλια και το πραγματικό εννοιολογικό πλαίσιο τόσο του σύγχρονου εθνικισμού όσο και της γερμανικής εξέγερσης ενάντια στην γαλλική πολιτισμική ηγεμονία. Ο Χέρντερ δεν θα απαρνιόταν ποτέ την αρχή που βρίσκεται στον πυρήνα του στοχασμού του: κάθε σκέψη είναι έκφραση ενός λαού, ενός έθνους και όχι μιας αλήθειας.

Οι βασικές αρχές αυτής της προσέγγισης –η υπεροχή της παράδοσης, των ηθών και των εθίμων μιας πολιτισμικής, ιστορικής, γλωσσικής κοινότητας– τέθηκαν μισό αιώνα πριν από τη Γαλλική Επανάσταση από τον Τζιανμπατίστα Βίκο, τον μεγαλύτερο σύγχρονο ιταλό στοχαστή μετά τον Μακιαβέλλι. Ο άνθρωπος, έλεγε ο Βίκο, επικρίνοντας τους θεωρητικούς του φυσικού δικαίου –τον Χομπς, τον Λοκ, τον Γκρότιους και τον Πάφεντορφ– δεν δημιούργησε την κοινωνία· η κοινωνία δημιούργησε τον άνθρωπο, οι αξίες του οποίου είναι κοινωνικές και, ως εκ τούτου, σχετικές. Η σχετικότητα των αξιών ήταν μια σημαντική πτυχή της κριτικής του διαφωτισμού και επί περίπου τρεις αιώνες πληρώθηκε με πολύ βαρύ τίμημα.

Χρησιμοποιώ τους όρους διαφωτισμός και αντι-διαφωτισμός όχι για να ορίσω μια καθορισμένη περίοδο της ιστορίας, τον 18ο αιώνα, αλλά για να παρακολουθήσω τη διαδρομή ενός στοχασμού καθώς και εννοιών που διαπερνούν όλες τις εποχές. Με αυτήν την έννοια, μια έννοια που αντλεί από τον Τοκβίλ, μιλάω και για διαφωτισμό και για αντι-διαφωτισμό. Ο Τοκβίλ, στα βήματα του Μοντεσκιέ, αποδύθηκε στην αναζήτηση ιδεών που αποκαλούσε ιδέες-μητέρες. Ο Μαξ Βέμπερ θα επαναλάβει αυτή την ιδέα ως ιδανικό τύπο. Μια έννοια, το γνωρίζουμε, συλλαμβάνει το τυπικό, το ουσιώδες, το γενικό περίγραμμα ενός φαινομένου και όχι όλα του τα συστατικά στοιχεία και όλες τις ιδιαιτερότητες μιας δεδομένης ιστορικής κατάστασης. Μ’ αυτή την έννοια, ο αντι-διαφωτισμός συνιστά πολιτική παράδοση θεμελιωμένη στη λατρεία όλων όσα διακρίνουν και διαχωρίζουν τους ανθρώπους –την ιστορία, τον πολιτισμό, τη θρησκεία, τη γλώσσα– και αυτά που τους χωρίζουν θεωρούνται ουσιαστικά εκείνα ακριβώς τα στοιχεία που δίνουν νόημα στη ζωή.

Ιδωμένος υπ’ αυτήν την προοπτική ο διαφωτισμός, όπως και ο αντι-διαφωτισμός είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο και αντιπροσωπεύει ένα όραμα για τον άνθρωπο και την κοινωνία, για την κουλτούρα και την πολιτική. Για δύο μεγάλες μορφές του αντι-διαφωτισμού, τον Ζωρζ Σορέλ και τον Όσβαλντ Σπένγκλερ, ο διαφωτισμός είναι συνώνυμος με την παρακμή: σύμφωνα με τον Σορέλ, η εποχή του διαφωτισμού φτάνει όταν, στα ερείπια της πόλεως των μαχητών του Μαραθώνα και των Θερμοπυλών, της ηρωικής πόλεως, οικοδομείται η πόλη των εμπόρων και των διανοουμένων, η σωκρατική πόλις. Μετά τον Σωκράτη έρχονται και οι άλλοι αρχιτέκτονες της παρακμής, ο Ντεκάρτ, ο Φοντενέλ και οι Νεωτερικοί –οι οποίοι, στα τέλη του 17ου αιώνα, εξεγέρθηκαν στην ιδέα ότι η ελληνική και η ρωμαϊκή αρχαιότητα είχε πραγματώσει, μια για πάντα, το ιδεώδες της καλλιτεχνικής τελειότητας– και τελικά ολόκληρος ο 18ος αιώνας. Για τον Σπένγκλερ, τριάντα χρόνια μετά τον Σορέλ, η εποχή του διαφωτισμού είναι η στιγμή που η κουλτούρα δίνει τη θέση της στον πολιτισμό: ξαναβρίσκουμε εδώ τον αρχαιοελληνικό διαφωτισμό, τον κινεζικό διαφωτισμό ή εκείνον του περιφρονημένου 18ου αιώνα, που επιδίωξαν να παραγάγουν όλες τις σύγχρονες ιδέες, τις καταστροφικές για την ηθική και ομαλή εξέλιξη των κοινωνιών.

Πράγματι, όλοι οι εχθροί του διαφωτισμού θέτουν λίγο ώς πολύ το ίδιο ερώτημα: παρήχθη ποτέ στον κόσμο μεγαλύτερο δυστύχημα από τη φιλοσοφική ανθρωπολογία του Ρουσσώ; Είδε ποτέ κανείς να επιστρατεύεται ενάντια στον μεγάλο χριστιανικό πολιτισμό, όπως έλεγε ο Ιππόλυτος Ταιν, μηχανισμός πιο τερατώδης από την ιδέα της φυσικής κατάστασης, η οποία διέπεται από τον φυσικό νόμο και από την οποία ο άνθρωπος δεν βγαίνει παρά μόνο χάρη στη λογική του απόφαση να δημιουργήσει κοινωνία; Γνώρισε άραγε η Ιστορία συμφορά μεγαλύτερη από την ιδέα σύμφωνα με την οποία η κοινωνία δεν έχει άλλο στόχο πέραν των αναγκών και της ευτυχίας του ατόμου; Άμεσοι απόγονοι αυτής της κακοτυχίας είναι προφανώς η δημοκρατία, ο φιλελευθερισμός, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός (σε αντίθεση με τον «καλό» σοσιαλισμό, τον εθνικό σοσιαλισμό, τον πρωσικό σοσιαλισμό), η ιδέα της προόδου και της εκκοσμίκευσης του 20ού αιώνα.

Αν ο όρος «διαφωτισμός» ανήκει στον 18ο αιώνα, ο όρος «gegenaufklärung» πιθανότατα επινοήθηκε από τον Νίτσε και είναι σε κοινή χρήση στη Γερμανία στο γύρισμα του 20ού αιώνα. Στα «νιτσεϊκά χρόνια», ο αντι-διαφωτισμός μεταμορφώνεται σε πραγματικό πνευματικό κυκλώνα. Τότε ήταν που εδραιώθηκε, προσαρμοσμένη στις ανάγκες μιας κοινωνίας που είχε αλλάξει μέσα σε λίγες δεκαετίες όσο ποτέ μέσα στους αιώνες, η αντι-ορθολογική και αντι-οικουμενική επανάσταση του τέλους του 18ου αιώνα.

Σ’ αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο τίθεται το ερώτημα του «Εμείς και οι Άλλοι», ένα ερώτημα που έρχεται να αμφισβητήσει το ζήτημα των κριτηρίων του «ανήκειν». Αν και ο εθνικός ντετερμινισμός έχει μετριαστεί σημαντικά σε σχέση με το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι της δεξιάς, κάθε δεξιάς, οι ισλαμιστές σε όλη την Ευρώπη, οι θρησκευόμενοι εθνικιστές του Ισραήλ, οι νεο-συντηρητικοί και οι σύμμαχοί τους Ευαγγελιστές των Ηνωμένων Πολιτειών, παρά τα φαινόμενα, διεξάγουν ακόμα τον ίδιο αγώνα στο όνομα των ίδιων αξιών: της ιδιαιτερότητας και της διαφοροποίησης. Όλοι διατρανώνουν την προτεραιότητα της κουλτούρας, δηλαδή της ιστορίας, του έθνους και της θρησκείας.

Πράγματι, για πολλούς οπαδούς της δεξιάς, ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούν πάντα, το έθνος είναι ένα πράγμα και η κοινότητα των πολιτών ένα άλλο: η ιδιότητα του πολίτη μπορεί πολύ εύκολα να γίνει νοητή ως μια τεχνητά κατασκευασμένη πολιτική και νομική κατηγορία, διαφορετική από την ουσία ενός Γάλλου ή ενός Γερμανού. Η ιδέα σύμφωνα με την οποία το έθνος ως ιστορική και πολιτισμική κοινότητα διακρίνεται από την κοινότητα των πολιτών στην οποία τα άτομα μπορούν να ενταχθούν ή από την οποία μπορούν να απομακρυνθούν ή και να εξαιρεθούν θέλοντας και μη, επαναφέρει τον διαχωρισμό ανάμεσα στις δύο κατηγορίες όσων κατέχουν δελτία εθνικής ταυτότητας: στη Γαλλία συναντάμε τους «γνήσιους Γάλλους» και τους άλλους. Η ιδιότητα του Γάλλου είναι αξία απόλυτη, εκείνη του γάλλου πολίτη είναι αξία σχετική. Οι γάλλοι πολίτες που δεν είναι «ιστορικά» Γάλλοι είναι δυνατόν, κάτω από ορισμένες συνθήκες, να στερηθούν την εθνικότητά τους κατά την πολιτική και νομική έννοια του όρου, όπως συνέβη την περίοδο του Βισύ με τους Εβραίους που είχαν πολιτογραφηθεί Γάλλοι. Είναι δυνατόν επίσης, παρ’ ότι παλιότερα ανήκαν στην κοινότητα των πολιτών, να υποβιβαστούν στο περιθώριο της κοινωνίας και να υποστούν διακρίσεις όπως εκείνες που προβλέπονταν από τους ρατσιστικούς νόμους του καθεστώτος του Βισύ.

Εδώ δεν μιλάμε για ιστορία: πρόσφατα δημοσίευσα, στην εβδομαδιαία έκδοση της προοδευτικής ισραηλινής εφημερίδας Haaretz, ένα μακροσκελές άρθρο που λέει ακριβώς τα ίδια αναφορικά με την ισραηλινή ριζοσπαστική δεξιά. Παρακολουθούμε σήμερα στη χώρα μας μια πραγματική νομική επανάσταση: η δεξιά, που κατέχει σήμερα την εξουσία και συμπεριλαμβάνει στις τάξεις της ακροδεξιά στοιχεία, επιχειρεί να τροποποιήσει την ισχύουσα νομοθεσία που διατηρεί την ισορροπία μεταξύ των οικουμενικών αξιών της ιδιότητας του πολίτη και των ιδιαίτερων αξιών του εθνικισμού, προκειμένου να διασφαλίσει την προτεραιότητα της εθνικότητας. Όλοι οι πολίτες είναι ίσοι, όμως, όπως θα ’λεγε και ο Όργουελ, υπάρχουν μερικοί που είναι πιο ίσοι από τους άλλους, και αυτοί είναι οι Εβραίοι. Μ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η προτεραιότητα της ιστορίας και της κουλτούρας, δηλαδή όλων εκείνων των στοιχείων που χωρίζουν τους ανθρώπους, έναντι εκείνων που τους ενώνουν και που δεν είναι παρά το πολιτικό και νομικό καθεστώς κάτω από το οποίο ζουν.

Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον εδώ είναι το γεγονός ότι σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, το Βέλγιο ή η Ολλανδία τόσο η εθνικιστική δεξιά όσο και οι στρατευμένοι μουσουλμάνοι των περιφερειακών συνοικιών προσδιορίζουν τη δική τους κοινότητα του ανήκειν στη βάση κριτηρίων με κοινά χαρακτηριστικά. Και οι μεν και οι δε ευνοούν το πολιτισμικό «ανήκειν», και οι μεν και οι δε υπερασπίζονται το ιστορικό υποκείμενο, και οι μεν και οι δε θεμελιώνουν την ταυτότητά τους σε ένα πραγματικό ή μυθικό παρελθόν. Ο ισλαμισμός δεν διαφέρει και τόσο, στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει την ταυτότητά του και την ιδιαιτερότητά του, από τις ποικίλες εκφάνσεις της ευρωπαϊκής δεξιάς. Για να βεβαιωθεί κανείς, αρκεί να περπατήσει στο Άμστερνταμ, στην Αμβέρσα ή στις βόρειες συνοικίες του Παρισιού, για να μη μιλήσουμε για τα προάστιά του. Και οι μεν και οι δε, συμπεριλαμβανομένων και πολλών παιδιών ή εγγονών μεταναστών, είναι αντικειμενικά πολύ πιο κοντά οι μεν στους δε, απ’ ό,τι είναι στην κληρονομιά του Βολταίρου, του Ρουσσώ και των εγκυκλοπαιδιστών. Και οι μεν και οι δε θεωρούν ότι η πολιτισμική κοινότητά τους έχει κάτι μοναδικό να προτείνει και ως εκ τούτου παραμένουν απόλυτα πιστοί σ’ αυτήν.

Σε ένα ουσιώδες ζήτημα, οι ισλαμιστές φονταμενταλιστές τοποθετούνται στην πρώτη γραμμή του αντι-διαφωτισμού: πρόκειται για το πρόβλημα της στεγανότητας των πολιτισμών. Αντίθετα από τη δεξιά, ο ισλαμισμός (όπως και οι άλλοι φονταμενταλισμοί, εβραϊκοί ή χριστιανικοί) διακηρύσσει την ανάγκη για μια τέτοια απομόνωση. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ένα στοιχείο που δεν θα αναπτύξουμε εδώ, αλλά που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε: η μεταμοντερνιστική εμμονή στην πολυπολιτισμικότητα και την πολιτισμική διαφορά διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην αποδυνάμωση των οικουμενικών αξιών. Το υπέρογκο τίμημα της πολιτισμικής διαφοροποίησης και της υπεροχής της κουλτούρας αρχίζει επιτέλους να γίνεται εμφανές. Ακόμη και ο μεγάλος προφήτης της, ο Κλωντ Λεβί-Στρως, είχε απόλυτη επίγνωση της αντι-ανθρωπιστικής και αντιοικουμενικής διάστασης της πολιτισμικής διαφοροποίησης. Γνώριζε ότι ήταν αδύνατον να καλλιεργηθεί το ανθρωπιστικό ιδεώδες της επικοινωνίας ανάμεσα στους πολιτισμούς και ταυτόχρονα να διατηρηθεί η αξίωση κάθε πολιτισμού σε μια αμετάδοτη και αμίμητη αυθεντικότητα. Πράγματι, έγραψε, «παρά τον ηθικό σκοπό του, ο αγώνας ενάντια σε όλες τις μορφές διακρίσεων μετέχει σε εκείνο το ρεύμα το οποίο οδηγεί την ανθρωπότητα προς έναν παγκόσμιο πολιτισμό, καταστροφικό των παλιών ιδιαιτεροτήτων στις οποίες ανήκει η τιμή να έχουν δημιουργήσει τις πνευματικές και αισθητικές αξίες που δίνουν νόημα και ουσία στη ζωή». Υπό τον κίνδυνο μιας πολιτισμικής και πνευματικής παρακμής, η ανθρωπότητα «οφείλει να ξαναμάθει ότι κάθε γνήσια δημιουργία συνεπάγεται ένα είδος κώφωσης απέναντι στο κάλεσμα άλλων αξιών, μια κώφωση που μπορεί να φτάσει στην άρνησή τους, αν όχι και στην απόρριψή τους. […] Εάν επιτευχθεί πλήρως, η ολοκληρωτική επικοινωνία με τον άλλον καταδικάζει, περισσότερο ή λιγότερο άμεσα, την πρωτοτυπία και τη γνησιότητα της δικής του και της δικής μου δημιουργίας».[3]

Οι στοχαστές του αντι-διαφωτισμού, από τον Χέρντερ ώς τους μεταμοντέρνους και τους φονταμενταλιστές κάθε είδους, ποτέ δεν είπαν κάτι διαφορετικό. Είναι αυτονόητο ότι η άρνηση αυτή του οικουμενισμού και του ανθρωπισμού εύκολα τροφοδοτεί όλες τις εκδοχές του κοινοτισμού και του νεοσυντηρητισμού, ιδίως στην αμερικανική εκδοχή τους. Οι εθνικιστές, οι κοινοτιστές όπως και οι νεοσυντηρητικοί, δεν μπορούν να δεχτούν την ιδέα της ουδετερότητας του κράτους στο πολιτισμικό πεδίο, το οποίο και θεωρούν ιδιαίτερα κρίσιμο – κι αυτό επειδή για όλους ό,τι περισσότερο μετράει στη ζωή είναι ο πολιτισμός και όχι η οικονομία. Το κράτος μπορεί και πρέπει να παραμείνει ουδέτερο όσον αφορά την υλική ευημερία, πρέπει να βασιστεί στους μηχανισμούς της οικονομίας της αγοράς, αλλά είναι καθήκον του να υπερασπιστεί της παραδοσιακές αξίες της κοινωνίας, πολύτιμες για τον λαό αλλά απεχθείς για τις ελίτ που έχουν διαφθαρεί από τις αξίες του διαφωτισμού.

Ας δούμε τι λέει ο πιο σημαντικός νεο-συντηρητικός θεωρητικός, ο Ντάνιελ Μπελ, στο περίφημο έργο του Πολιτισμικές αντιθέσεις του καπιταλισμού. Ας σημειώσουμε πρώτα απ’ όλα ότι ο καπιταλισμός δεν ενδιαφέρει τον συγγραφέα ως οικονομικό και κοινωνικό σύστημα αλλά ως πολιτισμικό φαινόμενο. Η θρησκεία είναι «το υπομόχλιο αυτού του βιβλίου» λέει ο κοινωνιολόγος του Χάρβαρντ στον νέο του πρόλογο του 1978. Η θρησκεία είναι γι’ αυτόν η συνείδηση της κοινωνίας· το να λέμε «“ο Θεός είναι νεκρός” ισοδυναμεί με το να θεωρούμε ότι η κοινωνία είναι νεκρή». Ο «μοντερνισμός» (στην πραγματικότητα ο Μπελ αναφέρεται στην παράδοση του διαφωτισμού) αντιπροσωπεύει αυτό το αποκρουστικό ρεύμα που «μετατόπισε τον πυρήνα της αυθεντίας από το ιερό στο βέβηλο». Εδώ εντοπίζεται η αιτία όλων των κακοδαιμονιών της εποχής μας: «η νομιμοποίηση κάθε κοινωνικής συμπεριφοράς πέρασε από τη θρησκεία στη νεωτερική κουλτούρα». Όμως, η «νεωτερική» κουλτούρα, δηλαδή ο πολιτισμός του διαφωτισμού, δεν είναι ικανή να παράσχει «ένα κατανοητό και υπερβατικό σύνολο απόλυτων αξιών» ούτε βέβαια «την ικανοποίηση στην καθημερινή ζωή». Η διάβρωση των αρχών της προτεσταντικής ηθικής βρίσκεται στη ρίζα της διάβρωσης των αμερικανικών αξιών και της ανόδου του «νέου καπιταλισμού» όπως και της ηδονιστικής αντικουλτούρας. Η εγκατάλειψη της προτεσταντικής ηθικής απογυμνώνει τον καπιταλισμό από ηθικές ή υπερβατικές αξίες.[4]

Αν ο Μπελ ήταν ο στοχαστής, ο εκφραστής της πολιτικής ιδεολογίας του νεοσυντηρητικού ρεύματος ήταν ο Ίρβινγκ Κρίστολ, ο γνωστός δημοσιογράφος, που πέθανε τον Σεπτέμβριο του 2009. Διαβάζοντας τον Κρίστολ, νομίζει κανείς ότι βρίσκεται μπροστά σε ισλαμιστικό μανιφέστο ή σε κείμενο ισραηλινού θρησκευτικού εθνικισμού. Το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς Θεό, χωρίς μεταφυσική, την οποία αποτελούν αυτόνομα άτομα, προκαλεί αποτροπιασμό στον Κρίστολ: μια κοινωνία χωρίς θρησκεία είναι ένα «αραιό κουρκούτι» (thin gruel), χωρίς επαφή με το παρελθόν, χωρίς δεσμούς με το μέλλον, επισφαλώς θεμελιωμένη στο παρόν. Χωρίς τη θρησκευτική του διάσταση, ο συντηρητισμός δεν διαθέτει συνέπεια και πυκνότητα, λέει ο Κρίστολ. Δεν αρκεί να πούμε ότι ο κόσμος καθ’ εαυτόν είναι ο καλύτερος δυνατός, ούτε ότι τα δεινά που επιμένουν να μας ταλανίζουν είναι τα αναγκαία· πρέπει να γνωρίζουμε ποια στάση θα υιοθετήσουμε απέναντι σ’ αυτά τα δεινά. Το συμπέρασμα έρχεται από μόνο του: η φιλοσοφία δεν αρκεί για να μας διαφωτίσει, μόνο η θρησκεία μπορεί να μας κρατήσει στον ορθό δρόμο.[5]

Ιδού, κατά τη γνώμη του Κρίστολ, ποιο είναι το μεγάλο επίτευγμα του νεοσυντηρητισμού: το ότι κατόρθωσε να πείσει την πλειονότητα των Αμερικανών ότι τα βασικά ζητήματα της κοινωνικής ζωής δεν είναι οικονομικά και ότι τα κοινωνικά ζητήματα είναι στην πραγματικότητα ηθικά. Η σύγχρονη εκκοσμίκευση είναι σε τέτοιο βαθμό συνδεδεμένη με τον ηθικό μηδενισμό ώστε ακόμη και όσοι απλώς επιθυμούν να επιβεβαιώσουν τη δέσμευσή τους σε ηθικές αξίες, δεν έχουν άλλη επιλογή: πρέπει να προσδέσουν τις πεποιθήσεις τους στη θρησκεία. Εδώ βρίσκεται ό,τι σύμφωνα με τον Κρίστολ δεν κατανοούν οι φιλελεύθεροι – οι φιλελεύθεροι (liberal) υπό την αμερικανική έννοια του όρου, όσοι δηλαδή βρίσκονται στο κέντρο και στην αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος, οι οποίοι ακόμη παραμένουν σε ένα βαθμό πιστοί στις αξίες του διαφωτισμού: είναι ευαίσθητοι στις οικονομικές και όχι στις ηθικές απογοητεύσεις. Να γιατί οι νεοσυντηρητικοί συμπαρατάχθηκαν τελικά με τους θρησκευόμενους συντηρητικούς και να γιατί κατόρθωσαν να δημιουργήσουν από κοινού τον λαϊκιστικό συντηρητισμό.[6] Κι έτσι, από τις αρχές του 18ου αιώνα μέχρι σήμερα παραμένει σταθερή η ίδια αρχή: ο άνθρωπος χρειάζεται το ιερό και αισθάνεται την ανάγκη να υπακούει. Η θρησκεία είναι ένα αξεπέραστο εργαλείο που διασφαλίζει την κοινωνική υγεία και σταθερότητα, όντας ταυτόχρονα μεγάλη εκπολιτιστική δύναμη και πηγή ηθικού σθένους. Με δυο λόγια, είναι ένα ανάχωμα ενάντια στην κουλτούρα του διαφωτισμού. Η αμερικανική δεξιά, η θρησκευτική εθνικιστική δεξιά του Ισραήλ, οι ισλαμιστές σ’ ολόκληρο τον κόσμο, μετέχουν στο ίδιο λαϊκό ρεύμα που επαναστατεί ενάντια στις αρχές του διαφωτισμού. Γι’ αυτούς το έθνος συνιστά τον ιδανικό τύπο μιας ισχυρής κοινότητας, στραμμένης προς το Θεό, έναν Θεό που μπορεί να είναι εκείνος των χριστιανών, των μουσουλμάνων ή των εβραίων, και τον οποίο ανακάλυψε ο Κρίστολ και πολλοί από τους φίλους του που προέρχονταν από τη νεοϋορκέζικη εβραϊκή μαρξιστική Αριστερά του χτες, μια Αριστερά συχνά τροτσκιστική. Αυτή η κοινότητα έχει μιαν αντικειμενική υπόσταση και αναγνωρίζεται σύμφωνα με κριτήρια ανεξάρτητα από την ατομική βούληση και τον ορθό λόγο.

Παρά την καταστροφική εμπειρία του 20ού αιώνα, η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο πολιτικές παραδόσεις συνεχίζεται και η άρνηση των αρχών του διαφωτισμού είναι πάντα μια πραγματικότητα. Ο αντι-διαφωτισμός, ας μην το ξεχνάμε, είναι μια πνευματική στάση που διαπερνά τις εποχές και η προάσπιση των αρχών του οικουμενισμού, του ορθολογισμού και της αυτονομίας του ατόμου, μέλους μιας κοινότητας ίσων πολιτών, παραμένει ένα καθήκον το ίδιο επείγον και αναγκαίο σήμερα όσο και στο παρελθόν, ένα παρελθόν πάντοτε παρόν.

μετάφραση: Κατερίνα Σχινά

 


[1] Encyclopédie ou Dictionnaire raisonné des sciences, des arts et des métiers (Lausanne: Sociétés Typographiques, 1781), τόμ. 44, σ. 221.

[2] David Hume, Political Essays, επιμέλεια: Knud Haakonsen, Cambridge, Cambridge University Press, 1994, σ. 79.

[3]Παραπέμπωεδώστοπρόσφατοέργομου, Les Anti-Lumières: Une tradition du XVIIIe Siècle à la Guerre Froide (Paris: Gallimard, Folio, 2010). Και στα ελληνικά:Ο Αντι-Διαφωτισμός. Από τον

18ο Αιώνα ώς τον Ψυχρό Πόλεμο, μετάφραση: Άννα Καρακατσούλη, Πόλις, Αθήνα 2009.

[4] Claude Lévi-Strauss, Le Regard éloigné (Paris: Plon, 1971), σελ. 47. Βλ. επίσης “Race and History” στοσυλλογικόέργοπουεξέδωσεη UNESCO το 1956, The Race Question in Modern Science, σελ. 125-132. Βλ. επίσης Costillo, “Pluralisme culturel et cosmopolitisme chez Kant”, σελ. 41.

[5] Daniel Bell, The Cultural Contradictions of Capitalism, New York: Basic Books, 1978, σελ. XXVII, 155 -158, XXIV, 85, 69-79.

[6] Irving Kristol, Neoconservatism: The Autobiography of an Idea, Chicago, Elephant Paperbacks, 1999, σσ. 373-375.

Zeev Sternhell

(1935-2020). Επίτιμος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ (έδρα Leon Blum). Κορυφαίο βιβλίο του, Ο αντι-διαφωτισμός, που το 2009 κυκλοφόρησε και στα ελληνικά.

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά