Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2020

Δημοκρατίες και παγκόσμιες κρίσεις

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Γνώμες web only
H πανδημία του covid-19 προκάλεσε παγκόσμια οικονομική και πολιτική κρίση. H πανδημία του covid-19 προκάλεσε παγκόσμια οικονομική και πολιτική κρίση.

 

Τι μας διδάσκει η πανδημία COVID19

Από τον Χρήστο Α. Φραγκονικολόπουλο και τον Νίκο Παναγιώτου

Σήμερα, στην αρχή της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ο κόσμος υποφέρει από ένα ανησυχητικό δημοκρατικό και επικοινωνιακό έλλειμμα, το οποίο υποτίθεται ότι είχαν αφήσει πίσω τους οι κοινωνίες ως απότοκο και μέρος ενός προβληματικού παρελθόντος. Το έλλειμμα αυτό δεν οφείλεται μόνο στην εμφάνιση και εξάπλωση προβλημάτων που είναι παγκόσμια, τόσο σε χαρακτήρα όσο και σε έκταση. Αντιθέτως αναδεικνύει δομικές αδυναμίες, στρεβλώσεις, περιορισμούς σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο.

Πρώτον, η θεσμική αρχιτεκτονική της παγκόσμιας διακυβέρνησης αποδεικνύεται όλο και περισσότερο ανεπαρκής να αντιμετωπίσει τις σημερινές δοκιμασίες. Η πολλαπλότητα των υφιστάμενων διεθνών θεσμών και οργανισμών και ο χαλαρός συντονισμός τους αποκρίνονται περισσότερο στα βραχυπρόθεσμα εκλογικά συμφέροντα των εθνικών κρατών/ηγετών και λιγότερο στις απαιτήσεις του σημερινού αλληλεξαρτώμενου κόσμου. Η εξισορροπητική λογική μεταξύ εθνικού και διεθνούς είναι ανεπαρκής πλέον καθώς έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα που απαιτούν αποφασιστική παρέμβαση και διεθνή συνεργασία από τη μια, ενώ στο εσωτερικό των κρατών έχει να αντιμετωπίσει συγκεκριμένα πολιτικά προτάγματα που προκρίνουν το μέρος (έθνος) έναντι του όλου (κόσμος). Η πανδημία του κορωνοϊού ανέδειξε το πεπερασμένο και των δυο προσεγγίσεων. Θα είχε αντιμετωπιστεί πολύ καλύτερα εάν είχε προκριθεί η διεθνής συνεργασία, ΠΟΥ, ΕΕ κ.λπ. έναντι των απομονωτικών λογικών και εθνικών ανταγωνισμών (ελλιπής/καθυστερημένη ενημέρωση του ΠΟΥ, επιτάξεις ιατροφαρμακευτικού υλικού κ.λπ.).

Δεύτερον, ζούμε σε περίοδο που χαρακτηρίζεται από έλλειψη εμπιστοσύνης. Τακτικές εθνικές, ευρωπαϊκές και παγκόσμιες έρευνες επιβεβαιώνουν την έλλειψη εμπιστοσύνης σε κανέναν, στις κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα, στη δημόσια διοίκηση, στα ΜΜΕ και στους διεθνείς οργανισμούς. Έλλειψη που σχετίζεται με μια δέσμη ανησυχιών οι οποίες ξεκινούν από ανασφάλειες για το ρυθμό της τεχνολογικής προόδου και την εργασιακή ανασφάλεια, έως τη δυσπιστία στα ΜΜΕ και μια αίσθηση ότι οι εθνικές κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί δεν ανταποκρίνονται στις προκλήσεις των καιρών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα αποτελέσματα του φετινού βαρόμετρου Edelmanσε 28 χώρες και 34.000 πολίτες, σύμφωνα με τα οποία το 48% των ερωτηθέντων πιστεύει ότι το «σύστημα» τους απογοητεύει, με το 57% των ερωτηθέντων να υποστηρίζουν ότι οι κυβερνήσεις εξυπηρετούν τα συμφέροντα των λίγων, ενώ μόλις το 30% θεωρούν ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα όλων. Το ίδιο ισχύει και για τα ΜΜΕ, τα οποία συγκαταλέγονται στους μεγάλους ηττημένους των καιρών από άποψη εμπιστοσύνης. Αξίζει να αναφερθεί πως η εμπιστοσύνη στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σύμφωνα με το βαρόμετρο, βρίσκεται στο 47% κατά μέσο όρο παγκοσμίως.

Τρίτον, ο μεταμοντερνισμός και o σχετικισμός των πάντων –“everythinggoes”– έχει κλονίσει την πίστη των ανθρώπων σε αντικειμενικά γεγονότα/στοιχεία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο τα λεγόμενα «εναλλακτικά γεγονότα» (“alternativefacts”) να παρουσιάζονται με τρόπο που να φαίνεται ότι αντιστοιχούν στην πραγματικότητα, ακόμα και αν έρχονται σε εμφανή αντίθεση με άλλου είδους αποδείξεις. Στόχος των «εναλλακτικών γεγονότων» δεν είναι να πείσουν για την εκάστοτε θέση, αλλά να υπονομεύσουν την ισχύ των γεγονότων υποβαθμίζοντάς τα σε ένα από πολλά απλά ενδεχόμενα, ισότιμα μεταξύ τους, από τα οποία ο καθένας θα διαλέξει όποιο προτιμά.

Τέταρτον, οι δραματικές μετατροπές στη δομή και στην οικονομία της ενημέρωσης, παρασυρόμενη από τις νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες-ψηφιακά εργαλεία και τη μετάδοση τεράστιου όγκου πληροφοριών (υπερπληροφόρηση-“informationoverload”), καθιστά πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς τι είναι γνώση και τι πληροφορία (σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται ακόμα και αδύνατη η επεξεργασία, η αφομοίωση και ο έλεγχος της αξιοπιστίας της). Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των πολιτών με την καθεστηκυία τάξη (statusquo), καλλιεργεί και ενισχύει μια κατάσταση της πολιτικής «πέραν της αλήθειας» («μετα-αλήθειας», post-truth), που παραπαίει ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, όπου τα γεγονότα, αν υπάρχουν, χρησιμοποιούνται για να υποστηριχθούν προσωπικές και συλλογικές απόψεις, αδιαφορώντας για τα εργαλεία, τις έννοιες και τις πρακτικές που καθορίζουν την αλήθεια. Το αποτέλεσμα είναι η χρήση της έννοιας με στόχο την εργαλειοποίηση της πραγματικότητας και την επικράτηση για την αποδοχή διαφορετικών πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών επιχειρημάτων – «καθεστώτων αλήθειας» (“regimesoftruth”). Έτσι, στον κυρίαρχο λόγο, το λόγο της «κανονικότητας», η αλήθεια σχετίζεται άμεσα με την υπευθυνότητα και τον ορθολογισμό και ο «λαϊκισμός» συνδέεται με τον ανορθολογισμό και το ψέμα. Ο «λαϊκιστικός» λόγος, από την άλλη, θέτει σκοπίμως ψευτοδιλήμματα (όπως εχθροί ή φίλοι, αλλογενείς ή γηγενείς), με απώτερο σκοπό την καλλιέργεια ανασφάλειας στο λαό (και την προβολή των ηγετών του σαν προστάτες και σωτήρες), την αποδόμηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και την απαξίωση της κριτικής δημοσιογραφίας.

Αυτό που κάνει ιδιαίτερη τη σημερινή εποχή δεν είναι η επικράτηση του μη πραγματικού έναντι του πραγματικού, αλλά ο κατακερματισμός του μη πραγματικού από τις «μεγάλες» πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αφηγήσεις του παρελθόντος σε «μικρές» αφηγήσεις που ανταγωνίζονται η μια την άλλη χωρίς να επιτρέπουν να δούμε το όλο. Ζούμε σε κοινωνίες όπου τα κοινωνικά δίκτυα (socialmedia) έχουν μετατραπεί σε χώρους συνάντησης διαφορετικών και πολλαπλών αφηγήσεων, χώρους όπου η διάκριση μεταξύ πληροφορίας, θεωρίας και είδησης είναι ασαφής, θολή. Τελικά, μήπως απαιτείται μια νέα προσέγγιση στο φαινόμενο της «μετα-αλήθειας», μια νέα ματιά που δεν αποδέχεται τον ορισμό ο οποίος δόθηκε από το Oxford Dictionary το 2016, ότι δηλαδή ζούμε σε «συνθήκες υπό τις οποίες τα αντικειμενικά γεγονότα έχουν μικρότερη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμη από τις επικλήσεις προς το θυμικό και προς τις προσωπικές απόψεις», αλλά ζούμε μέσα σε διαδικτυακούς-ψηφιακούς χώρους υπερπληροφόρησης μέσα στους οποίους άνθρωποι και ομάδες διαφορετικών αφηγήσεων, φωνών, ήχων και θορύβων ανταγωνίζονται για προσοχή.

Η πραγματικότητα αυτή είναι κατάλληλη για να τεθούν επί τάπητος και να συζητηθούν τα θεμελιώδη προβλήματα του σήμερα. Θεωρητικά, τα έμφυτα χαρακτηριστικά των δημοκρατιών (ελευθερία του Τύπου, ενημέρωσης, λειτουργία κομμάτων και κυβερνήσεων που ανταποκρίνονται και απολαμβάνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών, αξιωματούχοι και λειτουργοί της δημόσιας διοίκησης που επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια) θα έπρεπε να προσφέρουν πολλά πλεονεκτήματα στην αντιμετώπιση των κρίσεων. Η πανδημία του Covid-19, όμως, δυστυχώς απέδειξε πόσο απέχει η θεωρία από την πρακτική. Τα τελευταία δέκα χρόνια οι δημοκρατίες του κόσμου ακολουθούν αποκλίνουσες τροχιές. Σε ορισμένες, η δημοκρατία παραμένει ανθεκτική. Σε άλλες, οι δημοκρατικές νόρμες και οι δημοκρατικοί θεσμοί έχουν υποβαθμιστεί. Πολλές δημοκρατίες του κόσμου βιώνουν σημαντική παρακμή, με τα επίπεδα εμπιστοσύνης που δείχνουν οι πολίτες ως προς τις δυνατότητες των δημοκρατικών πολιτευμάτων να παρέχουν λύσεις να έχουν μειωθεί παρά πολύ ενώ την ίδια στιγμή επιβραβεύουν αυταρχικά πρότυπα.

Το πρόβλημα, όμως, δεν έχει να κάνει μόνο με την ικανότητα των δημοκρατιών. Όλοι οι θεσμοί και δίαυλοι συζήτησης και επικοινωνίας στις δημοκρατίες έχουνμετατραπεί σε αρένες υπεραπλουστευτικών και διαφορετικών αφηγήσεων και αντιαφηγήσεων. Σε ένα περιβάλλον, όμως, που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και αγκίστρωση στα echo-chambers (δηλαδή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που κυριαρχούν στις ενημερωτικές προτιμήσεις των πολιτών και όπου ουσιαστικά διαβάζουν, παρακολουθούν τον αντίλαλο των ιδίων/δικών τους απόψεων) είναι απίθανο να υπάρξει ουσιαστική συνάντηση με αντίθετες αφηγήσεις, αναγνώριση, επικοινωνία και συζήτηση ειδικά των σημερινών προβλημάτων που απαιτούν κάτι τέτοιο. Η κριτική και διερευνητική ματιά και ο εύλογος διάλογος έχουν αντικατασταθεί από τον πανικό, τη δαιμονοποίηση και τις εύκολες «αλήθειες». Η αντίθετη άποψη ταυτοποιείται ως εχθρική που επιχειρεί να χειραγωγήσει την κοινή γνώμη με ανταγωνιστικές αφηγήσεις της πολιτικής και της αλήθειας. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά στην αντιμετώπιση της πανδημίας στα αρχικά της στάδια ήταν η βαθιά απόκλιση μεταξύ των ελίτ και των πολιτών γύρω από βασικά στοιχεία και τα γεγονότα.Αρκετοί Ρεπουμπλικανοί πολιτικοί και ΜΜΕ περιέγραψαν την πανδημία ως “hoax” και την “υστερία” γύρω από την εξάπλωση του ιού ως σχέδιο των Δημοκρατικών και αριστερών να «αποσταθεροποιήσουν τη χώρα και να καταστρέψουν τον Πρόεδρο Τραμπ». Αποτέλεσμα ήταν να αγνοηθούν οι προειδοποιήσεις των επιστημόνων ως αναξιόπιστες και ο ορθός λόγος ως συνωμοσία. Η διάχυση αυτών των επιχειρημάτων καταγράφηκε και στην πόλωση ανάμεσα στους Ρεπουμπλικανούς και τους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους, με τους Ρεπουμπλικανούς να μη θεωρούν τον Covid-19 σοβαρό πρόβλημα. Στην Ελλάδα, χαρακτηριστική ήταν η συζήτηση που έλαβε χώρα από τους “εκκλλησιομάχους” για το εάν ο κορωνοϊός μεταδίδεται με τη Θεία Κοινωνία. Ενδεικτικό είναι και το blame game μεταξύ «υπεύθυνων» και «ανεύθυνων» πολιτών, μεταξύ «άξιων» και «ανάξιων» μελών του κοινωνικού συνόλου. Οι πρώτοι έκαναν λόγο για υπερβολικούς φόβους, για μια απλή εποχική γρίπη και προσπάθησαν στο βαθμό που μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθεροι. Οι δεύτεροι άδειασαν τα σουπερμάρκετ και κατηγορούσαν όσους βλέπουν να μη μένουν σπίτι ή να μη φορούν μάσκα.

Είναι δύσκολο να υπάρξει πλήρης αλήθεια και η αλήθεια πάντα θα αμφισβητείται. Ωστόσο, η άσκηση πολιτικής χωρίς κάποια δόση ουσιαστικής αλήθειας, και ειδικότερα σε περίοδο πανδημίας, είναι σοφιστεία. Η χρήση έξυπνων αλλά ψευδών ή λανθασμένων επιχειρημάτων κρύβουν την πρόθεση της παραπλάνησης και αποκλείουν a priori από τις συζητήσεις μια σειρά από άλλους δρώντες και δομές που είναι σημαντικοί για την κατανόηση της πλήρους εικόνας των σημερινών παγκόσμιων προβλημάτων. Σήμερα, και σε αντίθεση με τις υπεραπλουστευτικές αλήθειες, τόσο της πλευράς της «κανονικότητας» όσο και της πλευράς του «λαϊκισμού» που φωτίζουν πολύ λιγότερες παραμέτρους και αποτυπώνουν μια επιφανειακή και τμηματική εικόνα των παγκόσμιων προβλημάτων, είναι κρίσιμο να εστιάσουμε στις αιτίες και τους δρώντες και την αλληλεπίδρασή τους, ώστε να καταλάβουμε την εξέλιξη και τη δυναμική τους, και να αγωνιστούμε για την επίλυσή τους. Το ζητούμενο είναι η συνολική θέαση του κόσμου και των προβλημάτων του και η κατάθεση προτάσεων που θα βελτιώσουν συνολικά την ανθρώπινη διαβίωση. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να προσαρμόσουμε την πολιτική λογική σε έναν ανοιχτό πλουραλιστικό φακό, που όχι μόνο θα επιτρέπει την εξέταση και κατανόηση όλων των προβλημάτων, αλλά και ανάλογα με το πρόβλημα προς επίλυση την επιλογή των δρώντων και ιδεών που είναι κρίσιμοι σε κάθε περίπτωση.

Η κατάσταση αυτή μας φέρνει ενώπιον κρίσιμων διλημμάτων για το μέλλον. Ίσως είναι νωρίς ακόμη για να κάνει κανείς υποθέσεις για την επόμενη μέρα όσο η κρίση της πανδημίας συνεχίζεται. Έχουμε εσωτερικεύσει τη λογική ότι οι δημοκρατίες είναι ανίκανες να προβούν σε μεγάλες τομές και αλλαγές. Η ιστορία, ωστόσο, έχει αποδείξει ότι οι κρίσεις και οι καταστροφές στρώνουν το δρόμο για αλλαγές, συνήθως προς το καλύτερο. Η πανδημία γρίπης του 1918, για παράδειγμα, οδήγησε στη δημιουργία εθνικών συστημάτων υγείας σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος οδήγησε στη δημιουργία του κράτους πρόνοιας, στη συμφιλίωση της Γερμανίας και της Γαλλίας και στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι κρίσεις, όμως, μπορούν να επιφέρουν και αρνητικές αλλαγές. Για παράδειγμα, μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001, αυξήθηκε η κυβερνητική επιτήρηση, σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν επεμβάσεις σε χώρες όπως το Ιράκ με αρνητικές περιφερειακές και παγκόσμιες συνέπειες. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 αντιμετωπίστηκε μέσα από τη διάσωση των τραπεζών, ενώ μειώθηκε η κυβερνητική χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών και του κράτους πρόνοιας.

Οι υποθέσεις που ακούγονται περιστρέφονται κυρίως γύρω από δύο βασικά σενάρια. Στο πρώτο σενάριο, το πεσιμιστικό, θα υπάρξει περιχαράκωση των κρατών, ισχυροποίηση των συνόρων και σταδιακή υποχώρηση της δημοκρατίας, αναίρεση κεκτημένων, έλεγχος της κριτικής και της λογοδοσίας και ενίσχυση του απολυταρχικού τρόπου διακυβέρνησης. Στο δεύτερο σενάριο, το αισιόδοξο, ευνοείται η επάνοδος του κεϋνσιανισμού και του οικονομικού και κοινωνικού ρόλου του κράτους, υποχώρηση του «νεοφιλελευθερισμού», προσαρμογή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, με περισσότερη δημοκρατία. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι η πανδημία δεν θα σημάνει το τέλος της παγκοσμιοποίησης, η τεχνολογική επανάσταση δεν πρόκειται να εκλείψει και τα κράτη θα συνειδητοποιήσουν ακόμα περισσότερο πως είναι υποχρεωμένα να συνυπάρξουν το ένα με το άλλο για τους εξής λόγους:

  1. Από συλλογικές διαμαρτυρίες και την πιο συστηματική λειτουργία εξειδικευμένων και μη ΜΚΟ σε όλο το φάσμα της παγκόσμιας πολιτικής, η πολιτική δραστηριότητα των πολιτών του κόσμου δεν περιορίζεται στα στενά εθνικά όρια αλλά προσλαμβάνει θεμελιακά διεθνικό χαρακτήρα.
  2. Επίσης, τα κράτη δεν μπορούν παρά να λαμβάνουν υπόψη τους και τις υπάρχουσες διεθνείς νόρμες, αναφορικά με τον πόλεμο και την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία κ.λπ. Οι νόρμες αυτές δεν αποτελούν κινητήριο μοχλό μόνο για τις ΜΚΟ και τα κινήματα πολιτών, αλλά και για τα κράτη που αναγκάζονται να συμμορφωθούν με κάποιες από αυτές και να μην τις αμφισβητήσουν ανοιχτά.
  3. Σε έναν κόσμο που απαρτίζεται από αλληλεπικαλυπτόμενες κοινότητες με κοινή μοίρα, η ανάγκη προσφοράς δημόσιων αγαθών, έχει αναβαθμισθεί στην παγκόσμια ατζέντα. Τα κράτη και όλοι οι φορείς της παγκόσμιας πολιτικής αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη και δυσκολεύονται να τα αγνοήσουν.
  4. Η δημοκρατία, παρά τα πρόσφατα προβλήματά της, αποτελεί ένα από τα ύψιστα ιδανικά και επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού κατά τη διάρκεια των αιώνων και, ως εκ τούτου, ο ρόλος της δεν δύναται να διακυβεύεται.
  5. Η εθνική κυριαρχία δεν υποχωρεί, αναθεωρείται και παραμένει στέρεο θεμέλιο ενός κόσμου που έχει ανάγκη από διακυβέρνηση, συνεννόηση και συνεργασία περισσότερο από ποτέ στο παρελθόν ώστε να προστατευτεί και να διαφυλαχθεί το ιδανικό της δημοκρατίας, χωρίς να διακυβευθούν τα θετικά αποτελέσματα της αυξανόμενης παγκόσμιας διασύνδεσης και συνεννόησης.
  6. Η επί δεκαετίες απρόσκοπτη λειτουργία των παγκόσμιων οργανισμών, με τις διαφορετικές πρακτικές και διαδικασίες λήψης αποφάσεων, επίσης έχει δημιουργήσει, παρά τις παθογένειες και την αδυναμία λήψης αποφάσεων σε αρκετές περιπτώσεις, δυναμική παγκόσμιας συνεννόησης που μπορεί και πρέπει να λάβει πιο δημοκρατικές αλλά και αποφασιστικές/εκτελεστικές μορφές.

Με βάση τα παραπάνω και την εμπειρία του Covid-19, τόσο στο εσωτερικό των κρατών όσο και στη συνεργασία μεταξύ των κρατών στο πλαίσιο της παγκόσμιας διακυβέρνησης, πρέπει να ενθαρρυνθεί η ενίσχυση της προνοητικότητας και της προβλεψιμότητας και ο σχεδιασμός αντιμετώπισης κρίσεων. Αυτές χρειάζεται να μετατραπούν σε σημαντικές λειτουργίες των κρατών, για τους πολιτικούς όμως σπάνια αντιμετωπίζονται ως βασικές και με προτεραιότητα στην διαμόρφωση των στρατηγικών τους επιλογών. Υπάρχουν επιστήμονες και οργανισμοί που είχαν προειδοποιήσει για το ξέσπασμα μιας παγκόσμιας επιδημίας και μάταια καλούσαν τα κράτη να λάβουν προληπτικά μέτρα.

Η πραγματικότητα αυτή οφείλει να λειτουργήσει καταλυτικά και να ενεργοποιήσει τους πολιτικούς και τους κρατικούς αξιωματούχους να λειτουργήσουν με μακροπρόθεσμη προοπτική, ενισχύοντας την αντοχή και την ανθεκτικότητα των κρατών και ειδικά των διεθνών οργανισμών απέναντι στις παγκόσμιες κρίσεις. Η αντιμετώπιση απειλών όπως ο Covid-19 και η κλιματική αλλαγή απαιτεί εκ των προτέρων όραμα, σαφή διαφανή σχεδιασμό, συμμετοχή όλων των δρώντων και συνεργασία κυβερνήσεων, κρατικών μηχανισμών/θεσμών, πολιτών και ΜΜΕ, με πραγματικά στοιχεία και επιχειρήματα και στόχο να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς.

Είναι ανάγκη να γίνει κατανοητό ότι τα παγκόσμια προβλήματα απαιτούν παγκόσμιες λύσεις, καλές συντονισμένες διακρατικές και διακυβερνητικές αντιδράσεις. Το ζητούμενο δεν είναι η εσωστρέφεια, το κλείσιμο συνόρων και η προστασία των «δικών σου». Η επιλογή αυτή είναι αυτοκαστροφική, με μεγαλύτερο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος. Τις επιλογές αυτές πληρώνουμε αυτή τη στιγμή, καθώς παρακολουθούμε έναν διακρατικό ανταγωνισμό και το κυνήγι απόδοσης ευθυνών (blamegame) αφήνοντας εκτός κρίσιμα ερωτήματα όπως η μεγαλύτερη διαφάνεια και η συνεργασία σε διεθνές περιφερειακό επίπεδο που αποδεδειγμένα θα ήταν καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Είναι αδιανόητο να ρίχνεις το φταίξιμο μόνο στην Κίνα όταν θα έπρεπε να έχεις προετοιμαστεί για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Είναι αδιανόητο να ζητάς από το σύστημα δημόσιας υγείας να αντεπεξέλθει με επιτυχία, όταν το υποχρηματοδοτείς και το αφήνεις να λειτουργεί χωρίς αρκετό προσωπικό. Είναι αδιανόητο να απαιτείς την πληρωμή φόρων όταν δεν μπορείς να ανταποκριθείς με βέλτιστές πολιτικές σε δύσκολες συνθήκες. Είναι αδιανόητο να αμφισβητείς το πλαίσιο της παγκόσμιας συνεργασίας και αντίστοιχων οργανισμών, αλλά ταυτόχρονα, όταν αντιμετωπίζεις έκτακτες και επείγουσες συνθήκες, να ζητάς βοήθεια και στήριξη από τους διεθνείς οργανισμούς. Είναι αδιανόητο να πιστεύεις ότι μόνο με χρήματα μπορείς να λύσεις παγκόσμιες κρίσεις, χωρίς να κατανοήσεις και να αντιμετωπίσεις τις πραγματικές και υποβόσκουσες αιτίες των προβλημάτων.

Το ζητούμενο είναι η επένδυση σε μέτρα ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας όχι μόνο ανάμεσα στις κυβερνήσεις, αλλά ανάμεσα στις κυβερνήσεις, τους ειδικούς, τους επιστήμονες και τους αξιωματούχους χάραξης πολιτικής στον ΟΗΕ, στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο τη διαμόρφωση μιας πιο εμπεριστατωμένης στρατηγικής. Η ουσία του ρασιοναλιστικού προτύπου έγκειται στην πεποίθηση ότι υπάρχει ένας ορθός τρόποςοργάνωσης της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής, που εδράζεται στον ατομισμό και στα κίνητρα των ατόμων για προσωπικό κέρδος και λειτουργεί στη βάση σταθερών μηχανισμών που αναπαράγονται αέναα. Η επιστήμη, σε αυτό το πλαίσιο, παρατηρεί αποστασιοποιημένη και καταθέτει προτάσεις για τη βελτίωσή της. Αποδείχθηκε όμως ότι το πλαίσιο αυτό δεν αρκεί δεν είναι αποτελεσματικό. Αντίθετα, τόσο τα κράτη, όσο και οι διακυβερνητικοί θεσμοί πρέπει, σε συνεργασία με τους ειδικούς, να δημιουργήσουν μηχανισμούς καταγραφής, επιτήρησης και αξιολόγησης των προβλημάτων, με στόχο τη δημιουργία προληπτικών και αποδοτικών μηχανισμών χάραξης πολιτικής αλλά και αντίστοιχων παρεμβάσεων.

Θα χρειαστεί, ωστόσο, να υπογραμμιστεί ότι ο προληπτικός και αποδοτικός σχεδιασμός, απαιτεί και τη λήψη δύσκολων και μη-δημοφιλών πολιτικών. Αυτό απαιτεί τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής που απεγκλωβίζει τις δημοκρατίες από τον φαύλο κύκλο της αντιπαράθεσης μεταξύ της τεχνοκρατικής και της δημαγωγικής λογικής, φαύλο κύκλο που όχι μόνο ενισχύει την καλλιέργεια μιας διαστρεβλωμένης πραγματικότητας για συγκεκριμένα πολιτικά ζητήματα, αλλά ενισχύει και μυθοπλασίες, θεωρίες συνωμοσίας, διχαστικές και ακραίες προσεγγίσεις που προϋπήρχαν από την εποχή των παραδοσιακών ΜΜΕ και της πληροφόρησης χωρίς το Διαδίκτυο. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών αναδεικνύεται σε μείζον διακύβευμα για τα ΜΜΕ. Όπως προκύπτει από έρευνα κοινής γνώμης που διενήργησε το Εργαστήριο Διεθνούς και Ειρηνευτικής Δημοσιογραφίας (IPJ Lab) του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), από τους 1.300 ερωτηθέντες οι 769 δηλώνουν ότι εμπιστεύονται λίγο έως καθόλου τα ΜΜΕ, οι 524 από αρκετά έως πολύ και μόλις 7 πάρα πολύ. Ταυτόχρονα, όμως, το 41% δηλώνει πως έχει αλλάξει τρόπο ενημέρωσης και αναζητεί εξειδικευμένη πληροφόρηση και το 77% των ερωτηθέντων αναζητεί επιστημονικές πηγές πληροφόρησης.

Κατά συνέπεια, η κρίση αυτή πρέπει να αποτελέσει για τα ΜΜΕ ένα σημείο καμπής, να κερδίσουν εκ νέου το κοινό που έχουν χάσει όλα αυτά τα χρόνια. Η κάλυψη της κρίσης θα σηματοδοτήσει την επόμενη μέρα και για τα ΜΜΕ. Εάν επιμείνουν να καλύψουν την κρίση με όρους ενημεροδιασκέδασης θα επιταχύνουν την κρίση στην οποία βρίσκονται. Σε αντίθετη περίπτωση, η επιλογή της επένδυσης στο μοντέλο της υπεύθυνης, τεκμηριωμένης και έγκυρης ενημέρωσης μπορεί να συμβάλει στο να κατακτήσουν τη θέση που πρέπει να έχουν στη δημόσια σφαίρα. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνει τη σημαντική απουσία της ερευνητικής/κριτικής δημοσιογραφίας. Με τη λογική της γρήγορης μετάδοσης εντυπωσιακών/δραματικών ειδήσεων με το μικρότερο δυνατό κόστος σε  ένα ανεπαρκώς ενημερωμένο κοινό, οι δημοσιογράφοι/ΜΜΕ καλλιεργούν ή περιορίζουν τη δυνατότητα πολιτών και κινημάτων να ενεργήσουν με θετικές προτάσεις και πρωτοβουλίες.Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι η διαρκής επιμόρφωση, ενδελεχής έρευνα, δεοντολογία και δημοσιογραφικοί κανόνες απέναντι στα πολύπλοκα επιτεύγματα της επιστήμης.

Όπως σωστά έχει υπογραμμίσει ο Χανς Ρόσλινγκ[1], το ότι γνωρίζουμε για τα παγκόσμια προβλήματα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα καταλαβαίνουμε ή, πολύ περισσότερο, ότι αναγνωρίζουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης στη δημιουργία τους. Πόσο διαφορετικά θα αντιλαμβανόμασταν λοιπόν την πραγματικότητα αν αποφεύγαμε τη συσσωρευμένη παραπληροφόρηση πάνω σε ζωτικά προβλήματα, όπως αυτό της κλιματικής αλλαγής; Ένας τρόπος για να προστατευτούμε είναι η αφοσίωση μας στα γεγονότα και τα στοιχεία, στην ενημέρωση από ειδικούς επιστήμονες που μπορούν να δώσουν πραγματικές απαντήσεις σε δυσεπίλυτα ερωτήματα εξοπλίζοντάς μας  με γνώση για τους τρόπους αντιμετώπισης.  Το ζητούμενο είναι η επένδυση στην εγκυρογνωμοσύνη: η συνήθεια να εκφράζουμε απόψεις που στηρίζονται σε έγκυρα στοιχεία και δεδομένα. Τα κακά νέα βέβαια συγκεντρώνουν τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά είναι καιρός να προβληθεί η πρόοδος που έχει συντελεστεί και συντελείται καθημερινά σε όλο τον κόσμο, απέναντι σε όσους αμφισβητούν την πρόοδο, που διακηρύσσουν ότι ο δυτικός πολιτισμός είναι ετοιμοθάνατος, με αποτέλεσμα να διαδίδεται μια διαβρωτική μοιρολατρία και μια απροθυμία υπεράσπισης της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της διεθνούς συνεργασίας.

Είναι, όμως, και ευθύνη των πολιτικών να σκεφτούν και να δράσουν με διαφορετικά παραδείγματα διαβούλευσης. Στις δημοκρατίες, που σήμερα όχι μόνο έχει υποχωρήσει η αντιπροσωπευτικότητα των πολιτών αλλά και τα πολιτικά κόμματα είναι δυσλειτουργικά, η ενίσχυση των διαβουλευτικών διαδικασιών θα μπορούσε να ενισχύσει την εμπιστοσύνη μεταξύ των κυβερνήσεων και των πολιτών. Είναι απαραίτητο οι ηγέτες φιλελεύθερων δημοκρατιών να προσπαθήσουν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ της πραγματικότητας και του τρόπου που οι κρίσεις και οι προκλήσεις γίνονται αντιληπτές, οφείλουν δηλαδή να συμβάλλουν στη γενική ανάλυση και κατανόηση των ζητημάτων που καλούνται να προσδιορίσουν και να επιλύσουν.Υπάρχει ανάγκη πειραματισμού με εναλλακτικές μορφές δημοκρατίας, και αξιολόγησής τους με στόχο την ενσωμάτωσή τους στους ήδη υπάρχοντες θεσμούς και διαδικασίες λήψης αποφάσεων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τόσο σε περιφερειακό, εθνικό και διεθνές επίπεδο. Είναι λάθος να αντιμετωπίζουμε τη δημοκρατία ως σταθερή και στατική διαδικασία. Η δημοκρατία εξελίσσεται συνεχώς και η λύση στην αντιμετώπιση παγκοσμίων προβλημάτων δεν βρίσκεται στον περιορισμό της αλλά στην εμβάθυνσή της με στόχο τον εκδημοκρατισμό της.

Τα παγκόσμια προβλήματα δεν θα έπρεπε να παράγουν απαραίτητα κρίσεις, δυσπιστία και παραπληροφόρηση. Οι δημοκρατίες συνεχώς αντιμετωπίζουν κρίσεις και θα έπρεπε να διαθέτουν πόρους και πολιτικές για την επίλυσή τους. Που σημαίνει ότι απαιτείται η ευελιξία και όχι η ακαμψία των πολιτικών και η παροχή μη-έγκυρης πληροφόρησης. Πώς θα μπορέσουν οι πολίτες να γνωρίζουν την αλήθεια για τον κόσμο σήμερα αν δεν μπορούν να κατανοήσουν το πόσο σύνθετα είναι τα προβλήματα και πόσο περίπλοκες είναι οι πολιτικές διαδικασίες; Αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικοί οφείλουν να ενθαρρύνουν και να ενισχύσουν τη συμμετοχή των πολιτών αναφορικά με τα κυρίαρχα, και θεμελιωδώς πολιτικά, ζητήματα της σημερινής εποχής, με στόχο όχι μόνο την ενίσχυση της διαφάνειας, της νομιμότητας και επομένως και της αποτελεσματικότητάς της, αλλά και την ανάπτυξη λογικών που διαχωρίζουν την πραγματικότητα από τη φαντασία, που στηρίζονται σε έγκυρα στοιχεία και γεγονότα, και διευκολύνουν την επιδιόρθωση των ατελειών της παρά την καταστροφή της. 

Με βάση τις σημερινές εσωτερικές και εξωτερικές προκλήσεις το πολιτικό σύστημα οφείλει να επενδύσει στην αναζωογόνηση της δημοκρατίας όχι μόνο μέσα από συναινετικές αποφάσεις των θεσμών, αλλά και μέσα από μια ουσιαστική συγκατάθεση των πολιτών της. Και ειδικότερα σήμερα, όπου το ζητούμενο της δημοκρατίας είναι η ανταπόκριση σε ένα ταχέως παγκοσμιοποιούμενο περιβάλλον και στις νέες απειλές και προκλήσεις. Που σημαίνει ότι η ενίσχυση της δημοκρατικής νομιμοποίησης θα πρέπει να στηρίζεται όχι μόνο σε ενδοκυβερνητικές ή διακυβερνητικές αλλά και σε διακοινωνικές σχέσεις επικοινωνίας και διαβούλευσης. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πώς θα ενισχυθούν οι αρμοδιότητες των κρατών ή η λογοδοσία και διαφάνεια των θεσμών λήψης αποφάσεων. Για να προχωρήσουν τα κράτη θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα πλαίσιο όπου το κυρίαρχο χαρακτηριστικό δεν θα είναι μόνο η επιβολή πολιτικών, αλλά και η μετάβαση σε ένα μοντέλο λήψης αποφάσεων που δεν αποστειρώνει τους πολίτες και την κοινωνία πολιτών, αλλά θα τους προσφέρει έναν ενεργητικό ρόλο στην πορεία και το περιεχόμενο των πολιτικών.

Ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή, αναπτυξιακές πολιτικές κ.λπ. απαιτούν τη διαβούλευση πλήθους δρώντων – τη δημιουργία κόμβων για συζήτηση, επιχειρηματολογία και αντιπαραβολή επιχειρημάτων, και εποικοδομητική κριτική. Η επικοινωνία μέσω του διαλόγου απαιτεί από τα κράτη και τους διεθνείς οργανισμούς να ξεπεράσουν τις στενόμυαλες θεσμικές ανησυχίες και προτεραιότητές τους και να στρέψουν την προσοχή τους προς την παροχή δημόσιων αγαθών, καθώς και την επίλυση παγκόσμιων προβλημάτων. Τέτοια προβλήματα αντιμετωπίζονται παραδοσιακά στο πλαίσιο ευρωπαϊκών και παγκόσμιων διακυβερνητικών φόρουμ, τα οποία όχι μόνο έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή για την επίτευξη ουσιαστικών αποτελεσμάτων αλλά παραμένουν και περιορισμένα σε διπλωματικές πρακτικές που αποτυγχάνουν να εμπλέξουν σε αυτές τους πολίτες. Επίσης, και δεδομένου ότι η επικοινωνία επικεντρώνεται κυρίως στη σφυρηλάτηση πολιτισμικών και εκπαιδευτικών δεσμών και σχέσεων, και στην προώθηση συγκεκριμένων αξιών, αλλά όχι πολιτικών, τα κράτη, τόσο σε διακρατικό όσο και σε διακυβερνητικό επίπεδο, οφείλουν να την επαναπροσδιορίζουν κατά δύο κρίσιμους τρόπους. Πρώτον, να την κατευθύνουν στην ενασχόληση με τα πιο σημαντικά εσωτερικά και εξωτερικά ζητήματα και, δεύτερον, προς την ανάληψη και αξιοποίηση διαλεκτικών διαδικασιών, με στόχο να (α) ενθαρρύνουν και να ενισχύσουν τη συμμετοχή της κοινωνίας πολιτών αναφορικά με τα κυρίαρχα, θεμελιωδώς πολιτικά, ζητήματα της σημερινής εποχής (περιβάλλον, ανάπτυξη, τρομοκρατία κ.ά.) και να (β) ενισχύσουν τόσο τη νομιμοποίηση και αποδοχή, όσο και την αποτελεσματικότητα των δημοκρατιών και των διεθνών οργανισμών στη διαχείριση των σημερινών προβλημάτων.

Η στρατηγική αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και να έχει τρεις συγκεκριμένες λειτουργίες: (α) να δημιουργήσει χώρο για την ανάδειξη εναλλακτικών θεωριών πέραν των κυρίαρχων παραδειγμάτων, με στόχο να διαμορφώσει ευνοϊκό έδαφος για τις εναλλακτικές, ενδεχομένως πρωτοποριακές πολιτικές που θα ακολουθήσουν, (β) να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση των υφιστάμενων πολιτικών, καθιστώντας τες αποτελεσματικότερες, και (γ) να ασκήσει κριτική στις τρέχουσες πολιτικές και να συζητήσει νέες πορείες δυναμικής δράσης. Τα σημερινά ζητήματα είναι εξαιρετικά περίπλοκα. Ζούμε σε «ρευστές κοινωνίες»/«κοινωνίες του ρίσκου», όπου η σύγκρουση δεν περιστρέφεται γύρω από τη διανομή των αγαθών και των υπηρεσιών που προσφέρονταν από το κράτος, αλλά από τη διανομή αρνητικών εννοιών όπως το ρίσκο, η απειλή και τα προβλήματα. Τα αρνητικά αυτά δεν αποτελούν φυσικές καταστροφές, αλλά κινδύνους κατασκευασμένους από τους ανθρώπους, όπως η ρύπανση του περιβάλλοντος, τα βιομηχανικά απόβλητα, η εξάντληση των φυσικών πόρων και η νόσος των «τρελών αγελάδων». Καταδεικνύει, επίσης, ότι τα κράτη και οι πολίτες συμμετέχουν σε έναν «απο-εδαφικοποιημένο» κόσμο, που σημαίνει ότι η οργάνωση πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων περιορίζεται ολοένα και λιγότερο από τη γεωγραφική απόσταση και από εθνικά εδαφικά όρια.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της ανάπτυξης. Από την έναρξη της βιομηχανοποίησης, η λύση σε όλα τα οικονομικά προβλήματα ήταν η μεγέθυνση της παραγωγής και των προϊόντων. Αυτό ήταν εφικτό σε έναν άδειοκόσμο, όπου οι ορυκτοί και άλλοι πόροι ήταν σε αφθονία. Σε έναν κόσμο όπως ο δικός μας, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όχι μόνο λιγοστεύουν οι πόροι, αλλά προκαλούνται και σημαντικές ζημιές στο περιβάλλον/κλίμα. Ήρθε, λοιπόν, η στιγμή να σκεφτούμε και να δράσουμε με διαφορετικά παραδείγματα ανάπτυξης. Παραδείγματα που επενδύουν στην ποιοτική ανάπτυξη και βελτίωση, παρά στην επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας. Σε παραδείγματα που μειώνουν την επέκταση της οικονομίας με στόχο να μειώσουν τα προβλήματα που αυτή έχει δημιουργήσει. Σε παραδείγματα που αποδομούν την κυρίαρχη λογική της ανάπτυξης, δηλαδή τη μεγιστοποίηση του κέρδους, και την προσαρμογή σε περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς στόχους.

Θα μπορούσαν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση; Είναι εφικτό ή ουτοπικό; Πριν απαντήσουμε, χρήσιμο είναι να υπογραμμιστεί ότι ορισμένα κράτη αντιλαμβάνονται ότι τα σημερινά προβλήματα απαιτούν νέα παραδείγματα αντιμετώπισης/κατανόησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Σουηδία, η οποία κινείται στη λογική ενίσχυσης των ανανεώσιμων πόρων, της οργανικής/βιολογικής γεωργίας και των βιώσιμων αγρο-οικολογικών συνεταιρισμών. Σε περίπτωση που οι φιλελεύθερες δημοκρατίες επιθυμούν να ξεκινήσουν μια δημόσια συζήτηση πάνω στο ζήτημα της οικονομίας, αυτή πρέπει να στηριχθεί στα εξής:

Πρώτον, στο ότι η τωρινή χαμηλή παγκόσμια οικονομική επίδοση οφείλεται σε διαφορετικούς παράγοντες από τις πρώην κρίσεις. Η αυξανομένη συμμετοχή του κράτους μετά το 1945 ή και οι ενέσεις χρηματοδότησης των τραπεζών στην κρίση του 2008 μπορεί να απέτρεψαν την κατάρρευση του συστήματος, αλλά απέτυχαν να παραγάγουν ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας.

Δεύτερον, ότι οι κοινωνίες μας είναι βαθιά ενσωματωμένες στο παράδειγμα της οικονομικής ανάπτυξης. Ξεχνάμε, όμως, ότι, ιστορικά, η ανάπτυξη είναι μόνο περίπου 200 ετών. Που σημαίνει ότι, αν υπάρχει μια φυσική κατάσταση της οικονομίας, αυτή είναι σταθερή και όχι επεκτατική.

Τρίτον, ότι οι μηχανισμοί μέσα από τους οποίους λειτουργεί και επηρεάζεται το περιβάλλον δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως. Η αβεβαιότητα για το μέλλον, ωστόσο, δεν υπολογίζεται και αγνοείται το ενδεχόμενο αρνητικής επίδρασης του περιβάλλοντος. Θα ήταν, λοιπόν, πιο ορθολογικό να προχωρήσουμε με μια πιο επιφυλακτική λογική. Εξάλλου, η επιθετική συμπεριφορά των τελευταίων 200 ετών έχει σε πολλές περιπτώσεις αποδειχθεί καταστροφική και ελλιπής.

Κάπως έτσι πρέπει να κινηθεί η διαβούλευση για ζητήματα ανάπτυξης. Να γίνει κατανοητό ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την «υγεία» του πλανήτη και ότι η οικονομία και η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να αντιμετωπιστούν ολιστικά.

Το ίδιο ισχύει και για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής. Πολλά έχουν γίνει. Αυτά που έχουν γίνει, όμως, είναι μικροσκοπικά, μέτρια και δυσανάλογα ως προς το μέγεθος του προβλήματος. Το πρόβλημα παραμένει και επιδεινώνεται. Οι κυβερνήσεις πολλές φορές περιορίζονται από βραχυπρόθεσμα συμφέροντα, οφείλουν όμως να λειτουργήσουν ως φωνές τροφοδότησης νέων εναλλακτικών προτάσεων και πολιτικών. Η αναγνώριση της πραγματικότητας αυτής θα μπορούσε να παράγει σε δημοκρατικές χώρες βαθυστόχαστο διάλογο και αποτελεσματικές πολιτικές. Σε περίπτωση που η ΕΕ, για παράδειγμα, εκφράσει τη βούληση να προχωρήσει με τη λογική αυτή, πρέπει να ξεκινήσει τη συζήτηση με την επισήμανση ότι σε μια περίοδο παγκοσμίων απειλών η έννοια του εθνικού συμφέροντος πρέπει να αναθεωρηθεί σημαντικά. Το εθνικό συμφέρον αντιμέτωπο με παγκόσμια προβλήματα δεν μπορεί να εκπληρωθεί με βραχυπρόθεσμες ή μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες και σε σύγκρουση με το παγκόσμιο καλό/συμφέρον, αλλά μόνο από κοινού με το παγκόσμιο καλό/συμφέρον. Που σημαίνει ότι ο διάλογος πρέπει να μετακινηθεί από την αντιπαράθεση/σύγκρουση μεταξύ του εθνικού και του παγκόσμιου συμφέροντος και να την τοποθετήσει σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, δίλημμα, ρωτώντας εάν τα κράτη έχουν την πολυτέλεια να αγνοήσουν το κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής.

Η λογική αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί και σε ζητήματα τρομοκρατίας και μετανάστευσης. Εάν κανείς αντιλαμβάνεται την τρομοκρατία μόνο ως πράξη εκδίκησης στη δυτική ηγεμονία, ζήτω που καήκαμε. Είναι απαραίτητο να καλλιεργηθεί μια πιο ολιστική προσέγγιση του ζητήματος, η οποία θα λειτουργήσει ως μηχανισμός αποτροπής τρομοκρατικών επιθέσεων. Σε ζητήματα μετανάστευσης πρέπει να κατανοήσουμε ότι οι σημερινές πολιτικές είναι κοντόφθαλμες και εθνικιστικές. Το ζήτημα είναι σύνθετο και πολύπλοκο και προκύπτει από πολλούς παράγοντες όπως εμφύλιες ή περιφερειακές συγκρούσεις, επιδημίες, φτώχεια και εκμετάλλευση. Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί τη δημιουργία ευνοϊκών χώρων για εκτενείς συζητήσεις, ανταλλαγή πληροφοριών και ανατροφοδότησης, με στόχο όχι μόνο την κατανόηση του προβλήματος, αλλά και την άσκηση πίεσης σε πολίτες και κυβερνήσεις που αδυνατούν ή δεν θέλουν να αντιληφθούν τις ρίζες του ζητήματος.

Είναι σύνηθες η προσπάθεια αντιμετώπισης συγκεκριμένων προβλημάτων να οδηγεί στην ανάδυση συγκεκριμένων λύσεων και πρακτικών, καθώς και ιδεών, πεποιθήσεων και υποθέσεων εργασίας, που σχηματίζουν το ιδεολογικό υπόβαθρο και το πλαίσιο το οποίο κατευθύνει τον τρόπο ενατένισης του κόσμου και επίλυσης των προβλημάτων στο διηνεκές. Το σύνολο των ιδεών αυτών που συνδέονται λογικά μεταξύ τους το αποκαλούμε παράδειγμα. Η κατάσταση αυτή, αν και εύλογη, πολλές φορές οδηγεί στο παράδοξο να επιχειρούμε να αντιμετωπίσουμε σύγχρονες προκλήσεις με πρότερα ιδεολογικά σχήματα, και καταλήγει συχνά σε ιδεολογικές αγκυλώσεις. Τούτο ισχύει, για παράδειγμα, στην κατευθυντήρια γραμμή της πολιτικής και της οικονομίας, στην απροβλημάτιστη παραδοχή δηλαδή ότι η μεγέθυνση της οικονομίας αποτελεί πανάκεια και ότι η απουσία της ισοδυναμεί με μια διαρκή προβληματική κατάσταση. Ενώ η μεγέθυνση της οικονομίας αποτελούσε δικαιολογημένα στόχο των ευρωπαϊκών κοινωνιών μετά το 1945, σήμερα αποτυγχάνει να επιλύσει τα προβλήματα της φτώχειας, των ανισοτήτων και της ανεργίας, ενώ δημιουργεί μείζονες οικολογικές ζημίες που βλάπτουν την ανθρώπινη ευημερία και μειώνουν, σε αρκετές περιπτώσεις, την ευρωστία της οικονομίας. Επίσης, σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, όπως αποδεικνύει η πρόσφατη εμπειρία, πέρα από τα προβλήματα που δημιουργούνται από την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και προϊόντων, υπάρχουν βαθύτερες και μεγαλύτερες κρίσεις, όπως η μετανάστευση και η τρομοκρατία.

Εν συντομία, ο διάλογος αποτελεί πλέον επιτακτική εργαλείο διαμόρφωσης πολιτικής. Νέα προβλήματα, νέες ευκαιρίες. Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι ο διάλογος μπορεί να φέρει αρκετές χώρες και κυβερνήσεις σε δύσκολη θέση, να δημιουργήσει τριβές μεταξύ κυβερνήσεων και των πολιτών τους και να οδηγήσει σε εχθρικές κυβερνητικές αντιδράσεις. Δεν αποκλείεται δηλαδή ο διάλογος να έχει αρνητικά και δυσμενή αποτελέσματα. Που σημαίνει ότι ο διάλογος πρέπει να στηρίζεται σε καλά μελετημένες προτάσεις και βάσεις και να σέβεται τις πολιτιστικές διαφορές, τις ευαισθησίες και τις πολιτικές και οικονομικές πραγματικότητες σε διαφορετικές χώρες. Το ζητούμενο είναι η αποτελεσματική και αμοιβαία διαχείριση και επίλυση των προβλημάτων.

Οι προϋποθέσεις ήδη υπάρχουν. Η ευρωπαϊκή κοινωνία πολιτών έχει προβεί, προ πολλού, σε διασυνοριακές δράσεις, με τη συμμετοχή συνδικαλιστικών οργανώσεων και πολιτικών δυνάμεων, για την επίτευξη συναίνεσης μεταξύ της κοινής γνώμης και την πίεση κυβερνήσεων και πολιτικών αρχών ώστε να αλλάξουν ανεπιθύμητες και άδικες πολιτικές. Επίσης, στα ζητήματα περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και δράσης για την κλιματική αλλαγή, οι «πράσινες» οργανώσεις έχουν αναγνωριστεί μέσα από την πολιτική ατζέντα που προέκυψε από τα συμπεράσματα της διάσκεψης COP21, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι τα τέλη του 2015 – στη διάσκεψη εκείνη η Ευρωπαϊκή Ένωση διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο. Τέτοια παραδείγματα αποτελούν ενθαρρυντικά διδάγματα και για άλλους τομείς. Οι ομάδες της κοινωνίας πολιτών μπορούν να λειτουργήσουν ως εκφραστές των πολιτών, να αποτελέσουν εκφραστές των μηνυμάτων αυτών στους θεσμούς και τους ηγέτες κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών, καθώς ακόμη και τους κινητήριους μοχλούς μιας πολιτικής συνεργασίας σε ζητήματα του σήμερα. Στις συνεργασίες αυτές μπορούν να συμμετέχουν με ίσους όρους σε έναν πολύπλευρο συνασπισμό ομάδες επιστημόνων, κοινοβουλευτικοί και κινήματα, που στόχο θα έχουν την από κοινού συνεργασία για την επίλυση των προβλημάτων τα οποία ανακύπτουν στο σημερινό παγκόσμιο σύστημα. Αυτό δεν σημαίνει την κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με άμεσες μορφές συμμετοχής και λήψης αποφάσεων. Οι πολίτες και η κοινωνία πολιτών έρχονται να συμπληρώσουν τον εξοπλισμό της πολιτικής, που δεν έχει από μόνη της όλες τις δυνατότητες να χειριστεί αποφασιστικά και αποτελεσματικά τα διάφορα παλιά και νέα προβλήματα. Η διακομματική στελέχωση των ομάδων της κοινωνίας πολιτών, καθώς και η ανταλλαγή απόψεων για τα κρίσιμα ζητήματα που αναφέρονται στις σημερινές φιλελεύθερες δημοκρατίες, μπορούν να προλειάνουν το έδαφος για το σταδιακό ξεπέρασμα των επικίνδυνων εθνικών διαφοροποιήσεων αναφορικά με τα ζητήματα υψηλής προτεραιότητας, και αποτελούν προϋποθέσεις για τη δημιουργία κατάλληλων πολιτικών πλαισίων συναίνεσης και συνεργασίας. Η καλύτερη πηγή πληροφοριών, ή ακόμα και ο πιθανότερος καταλύτης πολιτικής αλλαγής και σταθερότητας σε σειρά σημαντικών ζητημάτων, δεν προέρχεται μόνο από το κράτος. Τα πανεπιστήμια, οι ΜΚΟ και οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών παρέχουν σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την κλιματική αλλαγή, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανάπτυξη. Οι πολιτικοί και οι ηγέτες των δημοκρατιών και οι παγκόσμιοι θεσμοί μπορούν και πρέπει να στραφούν προς αυτές τις εναλλακτικές πηγές πληροφοριών και να συμμετέχουν στην παροχή πληροφοριών μέσα από μια ευρωπαϊκή/παγκόσμια προοπτική.

Το ζητούμενο είναι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες να στραφούν σε μια πιο ενεργό, «από κάτω» προς «τα άνω» δυνατότητα διεκδικήσεων από τους πολίτες. Να αναπτύξουν τις κατάλληλες διαδικασίες και να δημιουργήσουν τους χώρους που θα τους επιτρέψουν να «ακούσουν καλύτερα» τις κοινωνίες που ζουν σήμερα στην ανασφάλεια και το φόβο. Η γεφύρωση αυτού του χάσματος είναι μία από τις μείζονες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι φιλελεύθερες δημοκρατίες. Με βάση αυτό το σκεπτικό όχι μόνο είναι πιο λογικό αλλά και πιο αποδοτικό τα κράτη, οι διεθνείς οργανισμοί, οι ΜΚΟ, η κοινωνία πολιτών και τα ΜΜΕ, να εμπλακούν σε έναν ουσιαστικό διάλογο για τις πολυδιάστατες απειλές του σημερινού αλληλεξαρτώμενου κόσμου, που προκύπτουν από επίμονα και ενδημικά προβλήματα όπως η φτώχεια, οι πανδημίες, οι εμφύλιοι πόλεμοι, η μετακίνηση πληθυσμών και η κλιματική αλλαγή. Εν ολίγοις, ο διάλογος είναι όχι μόνο απαραίτητος αλλά και επιτακτικός. Το ζητούμενο είναι η προσαρμογή στις αλλαγές της παγκόσμιας πολιτικής, αλλά και η εκτίμηση ότι οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί δεν μπορούν πλέον να αρκεστούν στις παραδοσιακές μορφές χάραξης πολιτικής και επικοινωνίας αλλά οφείλουν να αξιοποιήσουν τη λογική που δίνει έμφαση στην κυκλοφορία των ιδεών, των αξιών και των ηθικών αρχών προκειμένου να αφουγκραστούν τους πολίτες και την κοινωνία πολιτών και να προβάλλουν, με τη σειρά τους, τις δικές τους ιδέες και θέσεις.

Ο διάλογος μπορεί να οδηγήσει ή να μην οδηγήσει σε νέες πολιτικές ή αφηγήσεις. Ωστόσο, η προθυμία να ακούσεις και να δείξεις σεβασμό σε εμπεριστατωμένες εναλλακτικές φωνές και προτάσεις, όχι μόνο θα επιτρέψει στην κοινωνία πολιτών να αρθρώσει και να εκφράσει λόγο και πολιτικές, αλλά και να βελτιώσει τη διαχείριση των παγκόσμιων προβλημάτων. Ανοίγοντας διαύλους επικοινωνίας με πολίτες και την κοινωνία πολιτών στα αίτια και στις αντίστοιχες λύσεις οι δημοκρατίες όχι μόνο θα εμπλουτίσουν τον δημόσιο διάλογο, αλλά θα προσφέρουν και περισσότερες επιλογές προς εξέταση και σκέψη που δυνητικά μπορούν να οδηγήσουν σε βέλτιστες πρακτικές και αποτελέσματα. Όσο ανυποχώρητες και πεισματικές παραμένουν οι κυρίαρχες ορθοδοξίες, παρά την αποτυχία τους στην διαχείριση κρίσεων και παγκόσμιων προβλημάτων, ο εμπλουτισμένος διάλογος είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίος.

 


[1] Hans Rosling, Anna Rosling Rönnlund, Ola Rosling, Factfulness. Ten Reasons We're Wrong About the World – and Why Things Are Better Than You Think, Flatiron Books, 2018, 352 σελ.