Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Δεν θα έχουν τη σιωπή μας

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από την  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Γνώμες Τεύχος 106
 14 Ιουλίου 1992, Αθήνα. Ο νεαρός Θάνος Αξαρλιάν κείτεται στο δρόμο, χτυπημένος θανάσιμα από τη ρουκέτα που εκτόξευσε ο τρομοκράτης Δημήτρης Κουφοντίνας.  14 Ιουλίου 1992, Αθήνα. Ο νεαρός Θάνος Αξαρλιάν κείτεται στο δρόμο, χτυπημένος θανάσιμα από τη ρουκέτα που εκτόξευσε ο τρομοκράτης Δημήτρης Κουφοντίνας. Αρχείο The Books’ Journal

Το παράλογο δεν απελευθερώνει. Δεσμεύει. Αυτά τα λόγια από τον Μύθο του Σισύφου του Αλμπέρ Καμύ δανείζεται η Ντόνα Νταρτ στην εισαγωγή του βιβλίου της Η Καρδερίνα[1], που ξεκινά με μια τρομοκρατική επίθεση: ένα αγόρι μπαίνει με τη μητέρα του στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης (μπαίνουν τυχαία και απρόβλεπτα, επειδή βρέχει) και εκεί σκάει μια βόμβα που σκοτώνει πολλούς, μεταξύ των οποίων και τη μητέρα.

Υπάρχουν πολλοί ορισμοί του τι ακριβώς θεωρείται «τρομοκρατία», πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει ένας. Πρόκειται για έναν πόλεμο που είναι ακήρυχτος, ή «ιδιωτικός»,[2] ή ακόμα και ιερός, ή απλώς χωρίς κανόνες; (Δεν είναι περίεργο να μιλάμε, ίσως και να χρειαζόμαστε, κανόνες για τη βία; Δεν είναι αλλόκοτο να λέμε ότι ένας πόλεμος απαιτεί θεσμούς, πρωτόκολλο, «στολή»; Αλλά όταν ο εχθρός είναι αόρατος, πού ακουμπάς τα μάτια σου χωρίς φόβο;) Είναι πάντως η τρομοκρατία ένας αντίπαλος που επιδιώκει να καταστήσει, μέσω του τρόμου, εμπόλεμη μια ολόκληρη κοινωνία. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει πια άμαχος πληθυσμός. Δεν υπάρχουν αθώοι, δεν υπάρχουν αμέτοχοι, δεν υπάρχει κατάπαυση πυρός. Όλοι είναι, σε κάποιο επίπεδο, ένοχοι, κι επομένως όλοι είναι δυνητικά θύματα. Το πεδίο μάχης είναι τα μη μάχιμα σώματά μας, τα σπίτια και οι δρόμοι μας, αλλά ο τρόμος απλώνεται σε κάτι πιο βαθύ και πλατύ από τα σώματα, τα σπίτια και τους δρόμους μας, απλώνεται στις θεμελιώδεις, πρωταρχικές ασφάλειές μας, στα βασικά κεκτημένα μας. Παραλυτικά, σαν δηλητηριώδες αέριο, εισπνέουμε τις φρικτές πιθανότητες: μπορεί να συμβεί κάτι, εδώ, τώρα. Μπορεί να συμβεί σ’ εμένα ή σε κάποιον δικό μου, είτε εσκεμμένα είτε τυχαία – ως παράπλευρη απώλεια. Το εσκεμμένο φέρνει τη ερώτηση που αναπηδά μέσα από όσα κερδίσαμε, τόσους αιώνες τώρα, ως ανθρωπότητα: Ποιο δικαστήριο με δίκασε; Ποιος δικαστής με καταδίκασε; Ξεκινώντας από τις Ευμενίδες του Αισχύλου, όταν η θεά Αθηνά έδωσε στην αγαπημένη της πόλη το πρώτο δικαστήριο, το κράτος δικαίου αντικατέστησε τον νόμο της εκδίκησης, επούλωσε τα τραύματα, και εγκαθίδρυσε τον ανθρώπινο πολιτισμό.[3]

Το τυχαίο πάλι, γεννά το «Γιατί εγώ;» Γιατί σκάει η βόμβα στα δικά μου πόδια, γιατί σκότωσε τον δικό μου άνθρωπο που έτυχε να περνάει από εκεί; Σαν το χέρι κάποιου μοχθηρού θεού της κακιάς τύχης, της «κακιάς ώρας», που στράφηκε καταπάνω μου. Και μετά, όπως πάντα όταν ο πόνος είναι αφόρητος και η αιτία του ακατανόητη, έρχεται μια παράλογη, εξωφρενική ενοχή: Μα μήπως έφταιξα εγώ;[4] Μήπως κάτι έκανα λάθος; Αν δεν είχα επιτρέψει στο παιδί μου να πάει σ’ εκείνη τη συναυλία, αν δεν πήγαινα γυρεύοντας περπατώντας ανάμεσα σε τόσο κόσμο, αν δεν καθυστερούσα στο ραντεβού... Γιατί, δεν μπορεί: για τέτοιο πόνο, για τέτοια αδικία, κάποιος πρέπει να φταίει – κι αν δεν ξέρω ποιος, τότε φταίω εγώ. Γράφει η Ταρτ στο βιβλίο της:

Ο θάνατός της μητέρας μου [μιλάει το 13χρονο αγόρι της σκοτωμένης μάνας) ήταν δικό μου φταίξιμο. Οι άλλοι όλοι προσπαθούν να με πείσουν ότι δεν ήταν, ήσουν μόνο ένα παιδί, ποιος μπορούσε να ξέρει, φοβερό ατύχημα, κακοτυχία, θα μπορούσε να συμβεί στον οποιοδήποτε – ναι είναι αλήθεια, αλλά δεν πιστεύω λέξη.

Τα δυο φρικτά πλοκάμια της τρομοκρατίας, το άδικο και το τυχαίο: αυτές οι φυσαλίδες που περιέχουν το αθώο, το αναίτιο, το ανυπεράσπιστο, και που τις σέρνει ο αέρας προς πάσα κατεύθυνση. Ένα τρομοκρατικό χτύπημα δεν περιορίζεται στη μια ολέθρια στιγμή. Συνεχίζει να εκλύει τις φονικές ουσίες του σε κύματα: ο πόνος, η οργή, το μίσος, ο φόβος απέναντι σε όλα και όλους, η απομόνωση, η παραλυτική αίσθηση της ανημπόριας, η τρομακτική σκέψη ότι, αφού ο εχθρός δεν έχει πρόσωπο, εχθρός είναι όλοι. Πώς περπατάς στο δρόμο όταν αισθάνεσαι ότι ο οποιοσδήποτε που έρχεται καταπάνω σου μπορεί να σε επιβουλεύεται; Πώς ζεις όταν ο καθένας, δηλαδή όλοι, μπορεί να θέλουν το κακό σου; Όταν ο μοχλός πίεσης είναι ο δικός σου τρόμος που μπορεί να γίνει πόνος και πένθος, και όταν ο πόνος και το πένθος πανηγυρίζονται ως νίκη από κάποιους άλλους – πώς ζεις;

Είναι πασίγνωστο το ανοικτό γράμμα (αρχικά ανάρτηση στο facebook) που δημοσίευσε ο γάλλος δημοσιογράφος Αντουάν Λερίς λίγες μέρες μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στο Μπατακλάν, στο Παρίσι, όπου μεταξύ των θυμάτων ήταν και η γυναίκα του.[5] Απευθυνόμενος στους δολοφόνους της, έγραψε:

Το βράδυ της Παρασκευής πήρατε μια ξεχωριστή ζωή – τον έρωτα της ζωής μου, τη μητέρα του γιου μου. Αλλά δεν θα πάρετε και το μίσος μου. Δεν ξέρω ποιοι είστε και δεν θέλω να ξέρω – είστε νεκρές ψυχές. Αν αυτός ο θεός για τον οποίο σκοτώνετε τυφλά μας δημιούργησε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, κάθε σφαίρα που σφηνώθηκε στο σώμα της γυναίκας μου είναι άλλο ένα τραύμα στη δική του καρδιά. Δεν θα σας δώσω το μίσος μου. Το ζητάτε, αλλά αν σας το δώσω θα πέσω θύμα στην ίδια άγνοια που σας έκανε αυτό που είστε. Με θέλετε φοβισμένο, να κοιτώ τους συμπατριώτες μου με δυσπιστία, να θυσιάζω την ελευθερία μου για την ασφάλειά μου. Όχι. Χάσατε.

 

 

Στρεψόδικες λέξεις

Κι ερχόμαστε τώρα στις λέξεις. Στη δύναμη και την αδυναμία των λέξεων. Ο Τζούλιαν Μπαρνς, στο βιβλίο του Ο Αχός της Εποχής[6] (όπου περιγράφεται μια άλλη μορφή τρομοκρατίας, ο βουβός τρόμος του Σοστακόβιτς που περιμένει κάθε βράδυ δίπλα στο ασανσέρ της πολυκατοικίας του να έρθουν να τον συλλάβουν), λέει: «Οι λέξεις δεν μπορούν να λεκιάσουν τη μουσική. Η μουσική δραπετεύει από τις λέξεις». Πράγματι, οι λέξεις δεν μπορούν από μόνες τους να λεκιάσουν κάτι ωραίο, ούτε να ομορφύνουν κάτι άσχημο. Ούτε να αποδώσουν δικαιοσύνη ούτε να παρηγορήσουν. Όμως, εν τούτοις, δεν γίνεται να σιωπούν. Γιατί οι λέξεις έχουν σημασία. Λέξεις, ας πούμε, όπως «δολοφονία».

Τα θύματα μιας τρομοκρατικής πράξης δεν εκτελούνται. Δολοφονούνται. Οι άνθρωποι που κρίνουν έτσι τον όλεθρο άλλων δεν είναι δικαστές και η απόφασή τους αυτή δεν μπορεί να αναγνωριστεί από καμία ανθρώπινη κοινωνία δικαίου. Δεν υπάρχουν χρήσιμοι θάνατοι. Το να χρησιμοποιείς τον τρόμο και το θάνατο ως εργαλείο, όπλο, μοχλό πίεσης, είναι έγκλημα. Καμία ιδεολογία, κανένας αγώνας, όσο δίκαιος κι αν είναι, δεν το δικαιολογεί: το παράλογο, επαναλαμβάνω τα λόγια του Καμύ, δεν απελευθερώνει: δεσμεύει. Δεσμεύει τις κοινωνίες μέσα στη μέγγενη του φόβου, της καχυποψίας, της οργής και της μνησικακίας και αλυσοδένει πισθάγκωνα και τις ωραιότερες ιδέες και τα υψηλότερα ιδανικά.

Αυτονόητα όλα αυτά; Όχι και τόσο. Γιατί υπάρχει πάντα και η άλλη πλευρά, η άλλη άποψη που θολά υπαινίσσεται ότι κάπως, κάπου, όλα αυτά δικαιολογούνται από έναν ανώτερο σκοπό, μια βαθύτερη ανάγκη, ένα ισχυρότερο δίκαιο – ίσως το βαθιά ριζωμένο στη δική μας κοινωνία «Δίκαιο του Κλεφτοπόλεμου». Η πλευρά που βαπτίζει τον πόνο «πολιτική τοποθέτηση» και απλώνει πάνω στο πένθος κομματικές σημαίες. Και προτιμά να σκεπαστούν όλα με μια εκκωφαντική σιωπή κάτω από την οποία το συλλογικό τραύμα μένει ανοιχτό και κακοφορμίζει.

 

 

Χωρίς μίσος

«Την ημέρα που δολοφόνησαν τον Τσάτο, έβρεχε». Μ’ αυτές τις επτά λέξεις, που σκάνε σαν βόμβα βραδείας ανάφλεξης ξανά και ξανά στη μνήμη μας (να η δύναμη της λογοτεχνίας), ο Βάσκος Φερνάντο Αραμπούρου περικυκλώνει λογοτεχνικά την τρομοκρατική πράξη για την οποία γράφει στο βιβλίο του Πατρίδα.[7]Όπως σε όλα τα σπουδαία βιβλία, η αφήγησή του βλέπει κι αυτή την άλλη πλευρά – εκείνων που πιστεύουν αλλιώς. Την αγγίζει την άλλη πλευρά, την αγκαλιάζει με λογοτεχνική δεξιότητα και ανθρώπινη συμπόνια, την εξηγεί – αλλά παραμένει ξεκάθαρος: την ημέρα που δολοφόνησαν τον Τσάτο.

Η τρομερή δύναμη της τέχνης είναι ότι μπορεί να δώσει ήχο, σχήμα, μορφή, φωνή στη βουβή απόγνωση εκείνων που υφίστανται το παράλογο, είτε ως θύματα είτε ως συγγενείς, φίλοι, άνθρωποι των θυμάτων. Η δύναμη της τέχνης είναι ότι εισβάλλει στον συλλογικό μας εφησυχασμό, στην ανάγκη μας να αδιαφορήσουμε ή να ξεχάσουμε· η τέχνη απλώνεται και μουσκεύει τις συνειδήσεις και μας βοηθάει να καταλάβουμε αυτό που συνέβη. Η τέχνη επίσης δημιουργεί ολόγυρά της ένα χώρο, μια μικρή αλλά ελεύθερη και ασφαλή επικράτεια μέσα στην οποία μπορούν να αναπνεύσουν και να ξανοιχτούν όλες οι πλευρές, όλες οι απόψεις – γιατί έτσι ξεσκεπάζονται και επουλώνονται οι πληγές. Μπορεί να κάνει τον πόνο του ενός πόνο όλων. Και οφείλει να το κάνει: Πρέπει αυτός ο πόνος του ενός, εκείνου που το τυχαίο τον χτύπησε, που το παράλογο έπεσε πάνω του, που το άδικο και το εγκληματικό τον ξεχώρισε, πρέπει αυτός ο πόνος να γίνεται πόνος όλων. Και όταν λέμε όλων, εννοούμε όλων, χωρίς θρησκευτικούς, πολιτικούς, κομματικούς αστερίσκους. Χρειαζόμαστε τη φωνή της τέχνης, ξανά και ξανά, επίμονη και διεισδυτική, για να μας υπενθυμίζει ότι το παράλογο είναι παράλογο, και καμία ιδέα δεν δικαιολογεί στόχους-σύμβολα που θα αντιμετωπίζονται σαν μεμονωμένα περιστατικά κάποιου ατυχούς γεγονότος που πάει και πέρασε. Για να μας υπενθυμίζει ότι κανένας νεκρός δεν μπορεί να χρησιμεύει σε κάτι. Δεν υπάρχουν χρήσιμοι νεκροί. Στην κοινωνία των ανθρώπων, δεν μπορούν να υπάρχουν χρήσιμα θύματα. Κανένας τρόμος και κανένας πόνος και κανένα πένθος δεν μπορούν ποτέ να είναι «χρήσιμοι» ως εργαλείο, για κανένα όραμα.

Δεν θα έχουν το μίσος μας, σύμφωνοι. Αλλά δεν θα έχουν και τη σιωπή μας. Ο πόνος και το πένθος δεν πρέπει να γίνει, όπως γράφει ο Αραμπούρου, «ο φόρος που πληρώνει κανείς για να ζει ήσυχα στη χώρα των σιωπηλών». Δεν πρέπει να γίνουμε η χώρα των σιωπηλών. Ο πόνος και το πένθος είναι όλων μας, και ζητούν μνήμη και φωνή. Ας δίνουμε φωνή λοιπόν, όπως εξηγεί ότι έκανε ο ίδιος ο Αραμπούρου,«χωρίς μίσος, εναντίον της γλώσσας του μίσους και εναντίον της λησμονιάς και της λήθης που μηχανεύονται όσοι προσπαθούν να επινοήσουν μια ιστορία».Και η τέχνη, λέω εγώ, στην όποια της μορφή, ας θυμίζει ξανά και ξανά ότι το παράλογο πρέπει να ανήκει μόνο σ’ εκείνη.

-------------------

Ελαφρά επεξεργασμένο κείμενο ομιλίας «για την οπτική των τεχνών και των γραμμάτων απέναντι στην τρομοκρατία», στο πλαίσιο της Εκδήλωσης Μνήμης για τα Θύματα της Τρομοκρατίας που έγινε στην Αθήνα στις 20/1/2020.

 


[1]Donna Tartt, Η καρδερίναμετάφραση: Χρ. Ελ. Σακελλαροπούλου, Λιβάνη, Αθήνα 2014.

[2] «Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τρομοκρατία είναι η ιδιωτικοποίηση του πολέμου. Οι τρομοκράτες είναι η ελεύθερη αγορά του πολέμου. Είναι εκείνοι που δεν πιστεύουν ότι το κράτος έχει το μονοπώλιο στη νόμιμη χρήση της βίας». Arundhati Roy, Public Power in the Age of Empire, Seven Stories Press, 2004.

[3]«Ούτε αναρχία ούτε τυραννία· συμβουλεύω τους πολίτες της πόλης μου να μην τιμούν τίποτα από τα δύο». Αισχύλου, Ευμενίδες, 458π.Χ.

[4]Γι’ αυτό οι συγγενείς των θυμάτων «αναγνωρίζονται» μεταξύ τους και, όπως λέει ο Leiris, αστραπιαία δημιουργείται μια «συνενοχή».

[5]Antoine Leiris, Κι όμως δεν θα σας μισήσω, μετάφραση: Κατερίνα Σχινά, Στερέωμα, Αθήνα 2016.

[6]Julian Barnes, Ο Αχός της Εποχής, μετάφραση: Θωμάς Σκάσσης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2016.

[7]Fernando Aramburu, Πατρίδα, μετάφραση: Τιτίνα Σπερελάκη, Πατάκη, Αθήνα 2019.

Καρολίνα Μέρμηγκα

Καρολίνα Μέρμηγκα. Συγγραφέας. Βιβλία της: Ερωτευμένες (2005), Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010), Συγγενής (2013), Ο Έλληνας γιατρός (2017), Κάτι κρυφό μυστήριο (2019).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά