Σφάλμα
  • JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 21187
Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2019

Χάρολντ Μπλουμ (1930-2019), άγγελος καλών επών

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Πρόσωπα Λογοτεχνία Κριτική Τεύχος 102
O Χάρολντ Μπλουμ από τον Edward Sorel (2015).  O Χάρολντ Μπλουμ από τον Edward Sorel (2015). Edward Sorel / Vanity Fair

Από τους δύο γίγαντες της λογοτεχνικής κριτικής κατά την τελευταία εξηκονταετία, τον Χάρολντ Μπλουμ (1930-2019) και τον Τζορτζ Στάινερ (1929-), ο πρώτος δεν είναι πια μαζί μας: πέθανε πλήρης ημερών στις 14 Οκτωβρίου, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό και μια μεγάλη παρακαταθήκη μελετών για τη δυτική λογοτεχνία ειδικότερα, για το πνεύμα του δυτικού πολιτισμού γενικότερα. Θα χρειαστούν πολλά χρόνια ακόμα μέχρι να κατανοηθεί πλήρως η σπουδαιότητα του έργου του, τόσο στην Ελλάδα όπου έχουν άλλωστε μεταφραστεί μόνο τέσσερα βιβλία του (μεταξύ αυτών, πάντως, ο περίφημος Δυτικός Κανόνας, η Βίβλος της Ανάγνωσης για λογοτεχνικά έργα μετά την αρχαιότητα), όσο και στον υπόλοιπο κόσμο που νοιάζεται (για πόσο ακόμα, άραγε;) για την ανάγνωση καλής λογοτεχνίας.  Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τεύχος 103, Νοέμβριος 2019.

 

Αισθητική ανθρωπογνωσία

Θα συνόψιζα το έργο του Μπλουμ, έχοντας επίγνωση των κινδύνων μιας τέτοιας σύνοψης, στην ιδέα ότι η λογοτεχνία είναι αισθητική ανθρωπογνωσία: ο καλύτερος και ωραιότερος τρόπος που έχει επινοήσει ο άνθρωπος για να γνωρίσει τον εαυτό του. Το λογοτεχνικό έργο αξιώνει να είναι ένας κόσμος συμπαγής και αυτόνομος που πρέπει να δικαιώνεται πρωτίστως με όρους γλωσσικούς και αισθητικούς, όχι ηθικούς και ιδεολογικούς, η δε λογοτεχνική κριτική αξίζει να εμμένει στο καθαυτό έργο αποφεύγοντας το καπέλωμά του από τη θεωρία. Αυτή η, τρόπον τινά, ουσιοκρατία του Μπλουμ δεν αγνοεί την ιστορικότητα των λογοτεχνικών έργων ούτε τη ζωή των ίδιων των λογοτεχνών, συνεπώς δεν οδηγεί σε έναν στείρο κειμενοκεντρισμό. Από την άλλη, η συμπερίληψη της ιστορίας της λογοτεχνίας δεν καταντά ιστορικισμός και σχετικισμός, δύο ακαδημαϊκά φαινόμενα που δέσποσαν στον μεταπολεμικό δυτικό κόσμο και στα οποία αντιτάχτηκε με αγωνιστικό φρόνημα, έγκυρα επιχειρήματα και τη δέουσα ειρωνεία.

Στον σχετικισμό της αποκαλούμενης από τον ίδιο «Σχολής της Μνησικακίας» (βλ. Ο Δυτικός Κανόνας, μετάφραση: Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, Gutenberg – τα περισσότερα αποσπάσματα σε εισαγωγικά προέρχονται από αυτή την έκδοση), στην οποία συμπεριέλαβε τους περισσότερους θιασώτες των (πολυ)πολιτισμικών σπουδών (μαρξιστές, φεμινιστές, αποδομιστές, νέους ιστορικιστές, κ.λπ.), ο Μπλουμ αντιπαρέθεσε μια ιεραρχική «βιοκριτική» (κειμενική κριτική με συμπερίληψη βιογραφικών στοιχείων). Με απλά και σταράτα λόγια, η αριστεία δεν είναι ρετσινιά: δεν είναι όλοι ίσοι κι όμοιοι, υπάρχουν (λογοτεχνικά μιλώντας) ανώτεροι και κατώτεροι, και αποστολή του κριτικού είναι να τους διαχωρίσει και να αναδείξει τους πρώτους με βασικά αξιολογικά κριτήρια τον γλωσσικό δυναμισμό, τη δημιουργική φαντασία, τη γνωστική εποπτεία, την αξίωση οικουμενικότητας, τη δύναμη επινόησης και πρωτοτυπίας, και τα παρόμοια. Ο μεγάλος λογοτέχνης δεν είναι απλώς κάποιος που μας κρατά συντροφιά στον ελεύθερο χρόνο: είναι αυτός που έθεσε ορισμένους από τους όρους με τους οποίους αισθανόμαστε, φανταζόμαστε και σκεφτόμαστε – έθεσε τους όρους, μάλιστα, ακόμα και για εκείνους που δεν τον διαβάζουν. Μας έχει «επινοήσει», λέει ο Μπλουμ, χρησιμοποιώντας μια λέξη λιγότερο παράδοξη και υπερβολική από όσο μοιάζει εκ πρώτης όψεως. Είμαστε ό,τι είμαστε εν μέρει επειδή κάποιος έγραψε την Οδύσσεια, ένας άλλος τον Οιδίποδα Τύραννο, κάποιοι άλλοι τον Άμλετ και τον Δον Κιχώτη, τα Ταξίδια του Γκάλιβερ και τον Φράνκενσταϊν και την Τζαίην Έυρ και τον Όλιβερ Τουίστ και την Άννα Καρένινα και την Κυρία Ντάλογουεϊ και τον Εραστή της λαίδης Τσάτερλι και το Περιμένοντας τον Γκοντό και… και… και…

Ό,τι είμαστε, ωστόσο, δεν γίνεται κατ’ ανάγκην καλύτερο λόγω της ανάγνωσης λογοτεχνίας. Ο Μπλουμ επιμένει ότι η ανάγνωση μας μαθαίνει προπάντων «πώς να ακούμε τον εαυτό μας όταν μιλούμε μαζί του». Η ηθική βελτίωση ενός ατόμου λόγω της ενασχόλησής του με τις τέχνες είναι μάλλον ευσεβής πόθος, παρά απτή πραγματικότητα. «Όταν διαβάζουμε σοβαρά, προβαίνουμε σε επιλογές οι οποίες θα επιδράσουν, ίσως μάλιστα και να κυβερνήσουν τις επιθυμίες και τις πράξεις μας» (βλ. Η θραύση των δοχείων, μετάφραση: Γιάννης Σκαρπέλος, Πλέθρον), ωστόσο δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θα πράξουμε. Στον αναγνώστη ως «κοινωνική υποκειμενικότητα» (όπου οι ηθικές επιταγές και οι πολιτικές ιδεολογίες έχουν το πάνω χέρι) αντιπροτείνει τον αναγνώστη ως «μοναχική ψυχή» που, όταν ανοίγει το βιβλίο και διαβάζει, επιθυμεί να αμβλύνει τη μοναχικότητά της και να εντείνει την εσωτερικότητά της. «Η καλλιέργεια της προσωπικής συνείδησης είναι, ασφαλώς, ο πρωταρχικός λόγος και το μέγα όφελος μιας βαθιάς ανάγνωσης», τονίζει (βλ. Πώς και γιατί διαβάζουμε, μετάφραση: Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, Τυπωθήτω / Δαρδανός). Το τι θα κάνει κανείς από εκεί πέρα είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο: η καλή λογοτεχνία ανοίγει δρόμους, αλλά δεν λέει σε κανέναν ποιον δρόμο οφείλει να πάρει. Ίσως θα ήταν ακριβέστερο να πω: δεν λέει ρητά, αλλά λέει υπόρρητα, ποιον δρόμο αξίζει να πάρει. Προειδοποίηση: όποιος διαβάσει τον Δυτικό Κανόνα θα πρέπει να έχει άμεσα διαθέσιμα μερικές εκατοντάδες ευρώ για τα βιβλία που προτείνει. Η παθιασμένη αγάπη του για τη λογοτεχνία είναι επικίνδυνα μεταδοτική!

 

Σπουδαίοι λογοτέχνες

Η λογοτεχνία, όπως καθετί σημαντικό στην ανθρώπινη ύπαρξη, είναι ένα αγωνιστικό φαινόμενο και, όπως σημειώνει ο Μπλουμ με σχεδόν δαρβινικούς όρους, «σε όλους τους λογοτεχνικούς αγώνες η μεγαλύτερη οντότητα καταπίνει τη μικρότερη». Ο λογοτέχνης πασχίζει συνειδητά ή ασύνειδα να ξεπεράσει τους προκατόχους του και, αν μπορέσει, να τους εξαφανίσει: πάσχει από μια ακατανίκητη «αγωνία της επίδρασης» (βλ. το ομώνυμο έργο, μετάφραση: Δημήτρης Δημηρούλης, Άγρα), καθώς κι από τη συνακόλουθη αγωνία να αποτινάξει την επίδραση. Η γραφή κάθε λογοτέχνη είναι μια «δημιουργική παρανάγνωση» των προδρόμων του, και όσο πιο ποιητικά ισχυρός είναι, τόσο πιο δημιουργικά θα «παραναγνώσει» τα προγενέστερα έργα με στόχο να καθίσει στο θρόνο της τέχνης του. Το γεγονός ότι ο Όμηρος, ο Ευριπίδης, ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε, ο Τζόυς και τόσοι άλλοι ήταν σπουδαίοι δυτικοί λευκοί άνδρες λογοτέχνες δεν πρέπει να μας κάνει να στεκόμαστε στο δυτικοί λευκοί άνδρες (όπως κάνει η Σχολή της Μνησικακίας, σύμφωνα με τον Μπλουμ), αλλά στο σπουδαίοι λογοτέχνες: «αντιπροσωπεύουν την καρδιά και τη διάνοια παρά τα λαγόνια ή τα προνόμια της κάστας, της ομάδας ή της φυλής», όπως γράφει εύγλωττα. Και είναι άδικο έως εξωφρενικό να συκοφαντείται ως ένας κριτικός που ασχολήθηκε αποκλειστικά με αγγλόφωνους λευκούς άνδρες, αφού ο Κανόνας του, τόσο στον σκληρό πυρήνα όσο και στη διεύρυνσή του, περιλαμβάνει συνεχείς αναφορές σε γυναίκες (Τζαίην Ώστεν, Έμιλυ Ντίκινσον, Τζορτζ Έλιοτ, Βιρτζίνια Γουλφ, κ.ά.), σε μη λευκούς (Ραλφ Έλισον, Τόνι Μόρισον, κ.ά.) και σε μη αγγλόφωνους. Γράφει, λόγου χάριν, ότι η καλύτερη ιστορία που διάβασε ποτέ είναι ρωσική, ο «Χατζή-Μουράτ» του Τολστόι· διαπιστώνουμε πως από τους τέσσερις συγγραφείς του Κανόνα τούς οποίους χαρακτηρίζει «οικουμενικούς» –Σαίξπηρ, Δάντης, Θερβάντες και ίσως ο Τολστόι– οι τρεις δεν ήταν αγγλόφωνοι· από τους εννιά διηγηματογράφους που προτείνει στο Πώς και γιατί διαβάζουμε οι έξι δεν ήταν αγγλόφωνοι· και πάει λέγοντας).      

Εννοείται πως ο Μπλουμ αποδέχεται τη συνάρτηση λογοτεχνίας και κοινωνίας (τα έργα τέχνης δεν δημιουργούνται σε ιστορικό και πολιτισμικό κενό), αλλά αυτή η συνάρτηση, όταν κερδίζει την πρωτοκαθεδρία στον κριτικό λόγο, παραμελεί τις αισθητικές αξίες προς όφελος αλλότριων στόχων που ενίοτε, όπως έγραψε, καταλήγουν ακόμα και στον «κοινωνικό φασισμό». Από την άλλη, δεν είναι ανάγκη να απορρίψουμε όλες τις ερμηνευτικές θεωρίες που προτάθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες ως «μνησίκακες», καθώς κάποιες έχουν προσφέρει γόνιμους καρπούς στην εμβάθυνση των κειμένων. Το δίπολο που θέτει ορθά-κοφτά ο Μπλουμ (ή είμαστε με τις αισθητικές αξίες ή με τους υπερπροσδιορισμούς φύλου, φυλής και τάξης) δεν είναι ανάγκη να το αποδεχτούμε με τη μαθηματική καθαρότητα με την οποία τίθεται. Πιστεύω πως μια αποστολή του λογοτεχνικού κριτικού στον 21ο αιώνα αξίζει να είναι ο εκλεκτικός συγκερασμός των διαχρονικών αισθητικών αξιών με ορισμένες σύγχρονες κοινωνικές αξίες. Στην προαναφερθείσα αποστολή θα πρόσθετα μία ακόμα: να αναδείξει λογοτεχνικά είδη που ξεπήδησαν ορμητικά τον τελευταίο αιώνα, πρωτίστως την επιστημονική φαντασία την οποία ο Μπλουμ υποτίμησε αποκαλώντας τη λογοτεχνία των «ανδροειδών» (για κριτική μου επ’ αυτού, βλ. «Προσοχή! Επιστημονική Φαντασία», TheBooksJournal, τχ. 89), και συλλαμβάνουν με καινοτόμο τρόπο τις νέες πτυχές του ανθρώπου και της κοινωνίας στη ραγδαία εξέλιξή τους. Ο Μπλουμ είχε μεν την τάση να υπερβάλλει, αλλά ακόμα και οι υπερβολές του είναι υπέροχες, καθώς συνδυάζουν το πάθος με τις γνώσεις, το ελεύθερο πνεύμα με τις εμμονές. Ο Σιοράν έλεγε πως ένα βιβλίο πρέπει να είναι κίνδυνος – το αυτό ισχύει και για τα βιβλία κριτικής.        

Ο Μπλουμ έγραψε ότι η σύγχρονη εποχή είναι «η χειρότερη όλων των εποχών για τη λογοτεχνική κριτική». Στο πικρό, ελεγειακό σχόλιό του θα πρόσθετα πως μοιάζει να είναι η χειρότερη και για την ανάγνωση της καλής λογοτεχνίας. Σήμερα, όπου όλοι τρέχουμε και δεν φτάνουμε (συχνά χωρίς να κατανοούμε καθαρά το γιατί), όπου στον ελεύθερο χρόνο μας αντικαθιστούμε ολοένα περισσότερο την ανάγνωση με την τηλεθέαση και γενικότερα την παρακολούθηση παντός είδους οθονών (θεωρώ πως οι καταπληκτικές, κατά τα άλλα, σειρές της συνδρομητικής τηλεόρασης παραγκωνίζουν αργά αλλά σταθερά τα βιβλία ως μέσο ψυχαγωγίας), όπου πάσχουμε λιγότερο ή περισσότερο από διαταραχή ελλειμματικής προσοχής (την πιο επικίνδυνη, ως προς την ανάγνωση λογοτεχνίας, ασθένεια), όπου ένας αναξιόλογος συγγραφέας συνήθως καταπίνει εμπορικά τους αξιόλογους (σύμφωνα με τον IndexTranslationum της Ουνέσκο, οι συγγραφείς ρομάντζων Μπάρμπαρα Κάρτλαντ και Ντανιέλ Στιλ είναι πιο μεταφρασμένες από όλους τους συγγραφείς που συμπεριλαμβάνει ο Μπλουμ στον Κανόνα του, με εξαίρεση τον Σαίξπηρ – βλέπω να τον ξεπερνάνε κι αυτόν σύντομα…), τι χρειάζεται για να ακολουθήσουμε όσα μας λέει; Ίσως χρειάζεται να επανεφεύρουμε και να επιθυμήσουμε ξανά τη «δύσκολη απόλαυση» που είναι η ανάγνωση της καλής λογοτεχνίας, όπως επίσης η προσεκτική ακρόαση της μουσικής, αλλά και η ήρεμη θέαση ενός πίνακα ζωγραφικής χωρίς να σπεύσουμε ντε και καλά να τον φωτογραφίσουμε. Έχουμε ανάγκη τη «δύσκολη απόλαυση», ακόμα κι όταν δεν το καταλαβαίνουμε. Εξαιτίας δε της υπερπροσφοράς τίτλων, της υπερεξειδίκευσης των κριτικών σε συγκεκριμένα είδη ή ιστορικές περιόδους, καθώς και του γενικότερου πνευματικού αποπροσανατολισμού στη «Χαοτική Εποχή» μας, έχουμε ανάγκη ολοένα πιο επιτακτικά λογοτεχνικούς Κανόνες, μπούσουλες ανάγνωσης.

 

Πραγματωμένες αγωνίες

Ο Μπλουμ έλεγε ότι οι ιδιοφυείς λογοτέχνες δεν εμφανίζονται κατά παραγγελία, συνεπώς ποτέ δεν ξέρουμε αν και πότε θα εμφανιστεί το επόμενο αριστούργημα. Θα έλεγα το ίδιο για τους ιδιοφυείς κριτικούς. Oδιάσημος καθηγητής του Γέιλ που απήγγειλε από στήθους στους φοιτητές του δεκάδες σελίδες της αγαπημένης του ποίησης μέχρι και λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του, ο άγρυπνος μελετητής και ο ακαταπόνητος επιμελητής εκατοντάδων τίτλων, ο οραματιστής κριτικός που μεταφράστηκε σε πάνω από 40 γλώσσες, ο «γηραιός θεσμικός ρομαντικός», αυτός ο άγγελος καλών επών δεν είναι πια μαζί μας. Είναι όμως τα βιβλία του, κιβωτοί γνώσης και συγκίνησης, «πραγματωμένες αγωνίες» και αυτά, σαν τα σπουδαία λογοτεχνικά έργα που (ας) τα διαβάζουμε για να συναντούμε –δεν μας συμβαίνει κάθε μέρα, εκτός αν το αποφασίσουμε– το μεγαλείο.

 

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΧΑΡΟΛΝΤ ΜΠΛΟΥΜ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Ο δυτικός κανόνας. Τα βιβλία και τα σχολεία των εποχών, μετάφραση: Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, Gutenberg, Αθήνα 2007, 750 σελ.

Πώς και γιατί διαβάζουμε, μετάφραση: Κατερίνα Ταβαρτζόγλου, Τυπωθήτω / Δαρδανός, Αθήνα 2004, 341 σελ.

Η θραύση των δοχείων, μετάφραση: Γιάννης Σκαρπέλος, Πλέθρον, Αθήνα 1998, 157 σελ.

Η αγωνία της επίδρασης. Μια θεωρία για την ποίηση, μετάφραση: Δημήτρης Δημηρούλης, Άγρα, Αθήνα 1989, 237 σελ.