Τρίτη, 09 Οκτωβρίου 2018

Το «μνημόνιο της ταυτότητας» και το έλλειμμα του δημοκρατικού έθνους

Κατηγορία Παρεμβάσεις
Γράφτηκε από τον  Δημοσιεύθηκε στο Παρεμβάσεις Τεύχος 89
17 Ιουνίου 2018. Ο έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας υποδέχεται τον πρωθυπουργό της πΓΔ της Μακεδονίας Ζόραν Ζάεφ, στους Ψαράδες Πρεσπών. Η υπογραφή της συμφωνίας που ακολούθησε ήταν σκηνοθετημένη με πλάνα που θύμιζαν αισθητική του Θόδωρου Αγγελόπουλου.  17 Ιουνίου 2018. Ο έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας υποδέχεται τον πρωθυπουργό της πΓΔ της Μακεδονίας Ζόραν Ζάεφ, στους Ψαράδες Πρεσπών. Η υπογραφή της συμφωνίας που ακολούθησε ήταν σκηνοθετημένη με πλάνα που θύμιζαν αισθητική του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Andrea Bonetti / Γραφείο πρωθυπουργού

Ο ελληνικός νεο-μακεδονισμός, οδηγώντας στην «πολιτική αλλοτρίωση» του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η κυρίαρχη μορφή την οποία προσλαμβάνει σήμερα στην Ελλάδα το πολιτικο-πολιτισμικό πρόβλημα της «εθνικής ταυτότητας». Αναδημοσίευση από το Books' Journal, τχ. 89, Ιούλιος - Αύγουστος 2018.

Το γενικότερο νεοελληνικό σύμπτωμα της υποκατάστασης της ιστορίας από την εργαλειοποιημένη μνήμη δεν μπορούσε παρά να εκβάλλει, μετά το εθνικο-αντιστασιακό έπος του αντιμνημονιακού αγώνα, και στο «νέο μακεδονικό ζήτημα». Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες, μετά τις δύο μαζικές κινητοποιήσεις του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2108 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, με την κατάθεση, και καταψήφιση, της πρότασης μομφής της ΝΔ κατά της κυβέρνησης, με αφορμή την υπογραφή της συμφωνίας Τσίπρα-Ζάεφ για το όνομα, στο εξής, της Βόρειας Μακεδονίας. Οι απροϋπόθετοι οπαδοί του «όλα είναι οικονομία» (και πολύ περισσότερο εκείνοι οι οποίοι υποστηρίζουν στα σοβαρά ότι η διαίρεση Αριστερά/Δεξιά «πρέπει» να επανέλθει ώστε, αν όχι να επιλύσει, τουλάχιστον να «κανονικοποιήσει» όλα τα προβλήματα) για άλλη μια φορά στέκουν αδύναμοι να καταλάβουν τι είναι αυτό που συμβαίνει. Ακριβέστερα, τι είναι αυτό που τους συμβαίνει, τι είναι αυτό που διαταράσσει το «ορθολογικό» τους σύμπαν μέσα στο οποίο έχουν βολέψει –και βολευτεί με– την κοσμο-ερμηνεία τους.

 

Η αποξένωση του ΣΥΡΙΖΑ

Η αντιστασιακή Ελλάδα, η «χώρα των συνόρων», αυτή τη φορά φτιάχνει το «δεξιό» και πάντα αντιιμπεριαλιστικό της ΕΑΜ (χωρίς να απουσιάζει η αριστερή του διάσταση), εθνοτικό στην συγκρότησή του, οριακά αλαζονικό, παρά τις όποιες κατανοητές ευαισθησίες ενός κόσμου που βιώνει τραυματικά τις σχετικές εξελίξεις, με κυρίαρχη ωστόσο μια βορειο-ελλαδική παγανιστική μειονοτική διάσταση, όπου ηγεμονεύει μια ταυτοτική γκρίζα κοινωνία των πολιτών, ικανή για πολλά, αν όχι για όλα.[1] Το ελληνικό ταυτοτικό ζήτημα βρίσκεται αυτή τη φορά στην ημερήσια διάταξη (μετατοπίζοντας, έτσι, τον ιδεολογικό δείκτη από τον αντιμνημονιακό εθνικοκυριαρχισμό στον μετα-μνημονιακό ταυτοτισμό), και όσοι ώς τώρα το ξόρκιζαν, καλύπτοντάς το πίσω από το «κοινωνικό ζήτημα», όπως οι περισσότεροι νεο-σοσιαλδημοκράτες οπαδοί της καταπολέμησης των «ανισοτήτων», έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους (για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες). Το πρόβλημα της «ταυτότητας» ωθεί σε έναν δεξιό τακτικισμό την κατά τα λοιπά «νεο-φιλελεύθερη» Νέα Δημοκρατία, φαίνεται ότι μπορεί να διασπάσει το ΚΙΝΑΛ, οδηγεί σε εξαέρωση τους ΑΝΕΛ[2], ενώ, αν πιστέψουμε και σχετικές δημοσκοπήσεις, απονομιμοποιεί κοινωνικά τον ΣΥΡΙΖΑ, όπου, ειδικότερα στη Βόρειο Ελλάδα, φαίνεται να γνωρίζει δημοσκοπική πανωλεθρία. Μια απονομιμοποίηση που φέρει τα χαρακτηριστικά της πολιτικής αποξένωσής του από τον «λαϊκό λαό», όπως θα έλεγαν και κάποιοι ριζοσπάστες λαϊκιστές, που στην πραγματικότητα συμπίπτει με τον «εθνικό λαό», τείνοντας να αποτελέσει το ιδρυτικό γεγονός της ραγδαίας «πολιτικής του αλλοτρίωσης». Το στρατόπεδο των «προδοτικών» ιθυνουσών ελίτ διευρύνεται, με την νέα λαϊκιστική αποξένωση των αριστερών ελίτ αυτή τη φορά. Ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει, στα μάτια του «λαού» (του), να αυτοαναιρείται, εμφανίζεται να ακυρώνει οικεία βουλήσει («χωρίς πιέσεις») την εθνικο-λαϊκή διαίρεση που τον επανίδρυσε το καλοκαίρι του 2011 ως την «προοδευτική» έκφραση του ενιαίου εθνικολαϊκιστικού «κινήματος των πλατειών».[3] Οδηγώντας τον στον πολιτικό μαρασμό, την εκλογική συρρίκνωση, σε μια πρόωρη και οριστική «πασοκοποίησή» του, που δεν μπορεί να ανατρέψει η «έξοδος» από τα μνημόνια και η «ρύθμιση του χρέους».[4] Έτσι, δεν θα ήταν υπερβολή να κάνουμε λόγο για ένα «μνημόνιο της ταυτότητας», το οποίο, μετά τα άλλα μνημόνια της οικονομικής χρεωκοπίας, έρχεται να αναδιατάξει και πάλι τους ούτως ή άλλως ρευστούς πολιτικούς συσχετισμούς, πλήττοντας με ιδιαίτερη ένταση τη λαϊκιστική Αριστερά και ριζοσπαστικοποιώντας το αντιπολιτικό κλίμα των τελευταίων ετών προς εθνοτική κατεύθυνση. Με καταλύτη το νέο μακεδονικό ζήτημα, ο λεγόμενος «μικρός δικομματισμός» της μνημονιακής περιόδου φαίνεται εδώ και λίγους μήνες ότι αποτελεί παρελθόν.

Ταυτόχρονα, αυτό στο οποίο σήμερα παριστάμεθα μάρτυρες, η χρεοκοπία της «λογικής» και των κατά καιρούς «μετώπων» της (κεντροαριστερών και κεντροδεξιών, στο πρώτο, αυτό της Κεντροαριστεράς, έθεσε υποψηφιότητα ακόμα και ο Γιάννης Δραγασάκης με την ομιλία του στη Βουλή για την πρόταση μομφής που κατέθεσε κατά της κυβέρνησης η ΝΔ)[5], είναι, ακριβώς, ότι αυτή η «λογική» δεν θέλησε να ασχοληθεί σοβαρά με το «εθνικό ζήτημα» και την αναπόφευκτη συνάρθρωσή του με την οικονομική και κοινωνική κρίση, να το πάρει από τα χέρια των ποικιλώνυμων ακροδεξιών, αλλά και ακροαριστερών (που ομνύουν σε μία τόσο αφελή όσο και απατηλή εθνικο-κυριαρχική του διάσταση), και να του δώσει μια σύγχρονη πατριωτική διέξοδο, που δεν θα το διαλύει μέσα σε έναν μεταμοντέρνο, αδιαφοροποίητο «πολυταυτοτισμό», σε έναν κανονιστικού τύπου πολυκοινοτισμό, των οποίων ο «ευρωπαϊσμός», δηλαδή η (ακραία) ιδεολογικοποίηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, συνιστά αναπόσπαστο τμήμα τους. Στην καλύτερη περίπτωση, προτίμησε να το «ξεχάσει». Ευχαριστιέται να το ξεχνάει, βολεύεται να το προσπερνάει, αρέσκεται να το διαλύει μέσα στην «οικονομία».

 

Μνήμη και ιστορία

Πολλοί είναι αυτοί που νομίζουν ότι μια «αντικειμενική» παρουσίαση της «ιστορίας» του εν λόγω μακεδονικού θέματος θα ήταν ικανή να πείσει τους «ευαίσθητους» στα εθνικά ζητήματα πολίτες. Αυτή είναι μια άλλη μεγάλη αυταπάτη. Οι απολύτως αναγκαίες ιστορικές αλήθειες περί του ζητήματος, όμως, δεν είναι λειτουργικές αν, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, δεν εντάσσονται σε μια σημερινή αφήγηση, αν δεν απαντούν σε σημερινά προβλήματα ταυτότητας, αν δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα και στο «δικό του» γήπεδο. Η τωρινή νεομακεδονική κινητοποίηση δεν είναι μόνον «αρχαϊσμός», δεν είναι μόνον ο δαίμονας του πράγματι σκοτεινού παρελθόντος (με τον φονικό αντισημιτισμό και τον χυδαίο αντικομμουνισμό που γνώρισε η βόρεια Ελλάδα και η Θεσσαλονίκη με όχημα την εθνικιστική εργαλειοποίηση του Μακεδονικού στην διάρκεια του μεσοπολέμου), αλλά σημερινό πρόβλημα. Συγκροτεί μια άτυπη, διαπολιτική, κοινωνιακή Ακροδεξιά που, μαζί με ορισμένους μαχητικούς πυρήνες της (σε πλήρη ανάπτυξη και ριζοσπαστικοποίηση το τελευταίο διάστημα, όπως έδειξε και το πογκρομικό επεισόδιο κατά του Γιάννη Μπουτάρη) δεν έχει πλήρη συνείδηση της μεταπολιτικής και αντιπολιτικής της ταυτόχρονα κατεύθυνσης, αποτελώντας τον βιότοπο ενός εκκολαπτόμενου δεξιού εξτρεμισμού, ο οποίος αναπαράγει, ανανεώνοντάς τα, όλα τα εθνικιστικά στερεότυπα του παραδοσιακού αντικομμουνισμού, αλλά και του συνωμοσιολογικού αντισημιτισμού.[6] Αυτή η «αρχαϊκή Ελλάδα», που αναμειγνύει αυθεντικές ευαισθησίες με την πολιτική τους εργαλειοποίηση, είναι, στην πράξη, πολύ πιο ευέλικτη και, με την έννοια αυτή, πολύ πιο «σύγχρονη» από τον ίδιο τον «εκσυγχρονισμό». Ξεκινά από προκλήσεις του σήμερα, έτσι όπως αυτή τις καταλαβαίνει, τις φοβάται, τις αρνείται και τις εργαλειοποιεί (ως απώλεια «ταυτότητας») και αναδιαμορφώνει το παρελθόν σύμφωνα με την σημερινή συγκυρία. Αντίθετα, τα μπλοκ της λογικής πιστεύουν ότι αν αφηγηθούν την «ιστορική αλήθεια» θα απαντήσουν αποτελεσματικά στις σημερινές εθνικιστικές αφηγήσεις. Η ειρωνεία είναι ότι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτά τα μπλοκ εμφανίζονται, και ενδεχομένως είναι, πολύ πιο «παραδοσιακά» από τους «παραδοσιοκεντρικούς» αντιπάλους τους. Νομίζουν ότι το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στο παρελθόν, είτε στην όντως υπαρκτή απόκρυψη της ιστορίας από την κυρίαρχη αφήγηση είτε στα τραύματα του παρελθόντος, ενώ το πραγματικό πρόβλημα είναι τωρινό. Πολλοί, σε αυτό το πλαίσιο, θεωρούν ότι το πρόβλημα είναι «συμβολικό», εννοώντας με αυτό ότι δεν είναι πραγματικό, αγνοώντας ότι η συμβολική τάξη είναι κρίσιμη παράμετρος της πραγματικότητας και, σε ειδικές συνθήκες, σημαντικότερη της «οικονομίας» με την οποία, για διαφορετικούς λόγους, έχουν ιδιαίτερα προνομιακή σχέση αριστεροί και δεξιοί, για τους οποίους αυτή αποτελεί τη μόνιμη οδό διαφυγής από το πραγματικό, θεωρώντας ότι το πολιτισμικό πεδίο είναι «εποικοδόμημα», δηλαδή ψέμα. Και «πέτρες θα τρώγωμεν», όμως έλεγε ο άλλος… Έστω και αν οι πέτρες δεν συμβιβάζονται «λογικά» με το σημερινό νεο-καταναλωτικό ήθος, παρά την υπαρκτή φτώχεια.

 

Το έλλειμμα του δημοκρατικού έθνους

O τωρινός (και παντοτινός) οριζόντιος μακρυγιαννισμός που ανακαλύπτει και υποδεικνύει τους «νέους προδότες» είναι το αποτέλεσμα, σε μεγάλο βαθμό, της αδυναμίας και της αδιαφορίας μεγάλου μέρους της πολιτικής τάξης και των διανοουμένων να διαχειριστούν το πρόβλημα της «ταυτότητας» έξω από τις ευκολίες του «ευρωπαϊσμού» (ο οποίος συνοπτικά υποστηρίζει ότι σε μία ενωμένη μεταεθνική Ευρώπη, και μέσα σε έναν «ευτυχή» παγκοσμιοποιημένο κόσμο, δεν έχουν πλέον νόημα οι «εθνικές ταυτότητες»), πέρα από τους καταναγκασμούς της οικονομίας (στη δεξιά ή αριστερή εκδοχή της). Η υπαρκτή και λίαν επικίνδυνη ακροδεξιά αναμόχλευση (με ή χωρίς νεοναζιστική επένδυση), κατά μεγάλο μέρος, από εδώ αρδεύει. Δηλαδή, από την απουσία μιας πειστικής αφήγησης που θα ενσωματώνει, απενενεργοποιώντας τη πολιτικά, τη βιωματική-ταυτοτική διάσταση του ελληνικού εθνικισμού σε μια πολιτική αφήγηση για το ελληνικό έθνος σήμερα και, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, θα είναι ικανή να αναστοχάζεται κριτικά το παρελθόν. Αυτό το μείζον έλλειμμα της πατριωτικής αφήγησης είναι ένα έλλειμμα που παρακολουθεί τη μεγάλη ιστορική διάρκεια, δεν καλύπτεται από ορθολογικά, εμβαλωματικά-απολογητικά, επιχειρήματα και ηθικολογικές εκθέσεις ιδεών όταν ξεσπά κάθε φορά μια «εθνική κρίση», αντίθετα δυναμώνει. Αλλά η πολιτική αφήγηση μπορεί να παραχθεί όταν στο εσωτερικό του έθνους έχουν χωριστεί με σαφήνεια τα όρια δημόσιου/ιδιωτικού χώρου, μέσα από ιδεολογικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, οι οποίες έχουν κάπου κατασταλάξει και έχουν αποδεσμεύσει ένα νόημα για το «κοινό συμφέρον» (το «εθνικό συμφέρον»). Όταν, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τα από ό,τι φαίνεται ανεξάλειπτα στοιχεία μιας εθνοτικής, θρησκευτικής κ.λπ. ταυτότητας έχουν «αναγνωρισθεί» (δηλαδή έχουν γίνει «αποδεκτά») και, ως τέτοια, «(απο-)πολιτικοποιηθεί», έχουν δηλαδή υπαχθεί και ρυθμισθεί πολιτικά, από την κυρίαρχη φιλελεύθερη-δημοκρατική συνθήκη. Στις απόπειρες μιας ακροδεξιάς κοπής ιδεολογική «επανελλήνιση» (που δουλεύει στα θεμέλια της νεοελληνικής ιδεολογίας στην καθημερινότητα και τα τελευταία τριάντα χρόνια, μέσα, μεταξύ άλλων, από το πλήθος των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών που προάγουν τα τοπικά ιδιώματα και τις λαογραφικές αγκιστρώσεις στο «χωριό» και στα πολιτισμικά ήθη του, ενισχύοντας τον απολύτως εκσυγχρονισμένο, τον σημερινό ανάλαφρο και σέλφι «εθνικισμό της καθημερινότητας»), η απάντηση είναι πολιτική, αυτή που ενσωματώνει –και «εξημερώνει»– από θέσεις ηγεμονίας τα πολιτισμικά, τα «έμψυχα» στοιχεία της «ταυτότητας», σχετικοποιώντας την επιρροή τους. Με την έννοια ότι, αν δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτά, χωρίς τη μυθολογική τους τροφή, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυτά που θα πρέπει να καθορίζουν τις σημερινές επιλογές μας. Μια τέτοια πολιτική ωρίμανση και παραγωγή της πολιτιότητας, της ιδιότητας του έλληνα πολίτη, μία τέτοια πολιτικοποίηση του προβλήματος, η οποία θα υποτάσσει χωρίς να εξαφανίζει την «υποστασιακή» διάσταση του «Έλληνα», που θα διαμεσολαβεί την αναγκαία μνήμη και θα αποφασίζει ωστόσο με όρους ιστορίας, δηλαδή παροντικούς, δεν μπορεί να συμβεί, δυστυχώς, από τη μια μέρα στην άλλη, ούτε θεραπεύεται από τις «επενδύσεις» και τον εικαζόμενο «ορθολογισμό» τους, ο οποίος υποτίθεται ότι μόνο αυτός σπάει όλους τους «αρχαϊσμούς» (στην πλειονότητα των περιπτώσεων συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο).

Αλλά πώς να συμβεί κάτι τέτοιο, αν δεν έχει εντοπισθεί η «αιτία» του προβλήματος; Πώς γίνεται πολιτικές ελίτ αλλά και διανοούμενοι να είναι, ταυτοχρόνως και, κυρίως, αδιαφοροποίητα, δηλαδή δημαγωγικά, και με την Ευρώπη και με τον «ήλιο τον ηλιάτορα», με την Ελλάδα «μεθοριακή» χώρα του Κωνσταντίνου Τσάτσου και με την αντιστασιακή ιστορία του ελληνικού λαού του Νίκου Σβορώνου, και με την παγκοσμιοποίηση και με τον «Μακρυγιάννη» του Σεφέρη, και με την κοινωνία των πολιτών και με τον «Άη-Λαό» του Ρίτσου; Να που γίνεται. Αυτή όμως είναι η δημαγωγική ρωγμή μέσα από την οποία αναδύεται η «ψυχή» του κάθε μακεδονικού ζητήματος. Ο άγονος υβριδισμός είναι η ρωγμή. Παλιά κληρονομιά που επανέρχεται, που «επιβιώνει», αλλά που γονιμοποιείται και προάγεται πάνω σε νέες προκλήσεις.

Άλλο πράγμα ήταν το μακεδονικό στις αρχές του 20ού αιώνα, αυτό για το οποίο μας μιλάνε και μας νουθετούν οι ιστορικοί, και άλλο πράγμα «εκπροσωπεί» σήμερα εν μέσω παγκοσμιοποίησης. Η σημερινή κρίση είναι μια «μεταμοντέρνα» κρίση, κάποιοι θα έλεγαν μια κρίση του μεταμοντερνισμού, του «μεταεθνικού», εντός της οποίας λανθάνει, από ορισμένες προοδευτικές πλευρές, και μια οπτική «μίσους του εαυτού» στον αγώνα τους κατά του υπαρκτού και οριζόντιου ελληνικού εθνικισμού. Γιατί, ακριβώς, ένα μεγάλο μέρος του αριστερού αλλά και φιλελεύθερου προοδευτισμού προσλαμβάνει τις συγκαιρινές ταυτοτικές τάσεις και κρυσταλλώσεις μέσα από το πρίσμα αφ’ ενός της οικονομίας, αφ’ ετέρου του κανονιστικού πολυκοινοτισμού, του πολιτισμικού διαφορισμού και, στην πιο αριστερή εκδοχή, της μετα-αποικιακής οπτικής, πλέκοντας το εγκώμιο του εθνοτισμού των μικρών διαφορών, του κοινοτιστικού «πλήθους». Σε επίπεδο διανοητικής σχηματοποίησης (που συνέχει, αντίστοιχα, οπαδούς και αντιπάλους της παγκοσμιοποίησης), ιδεότυποι που έχουν γίνει «ιδεολογίες», κοινές πίστεις, τα τόσο αντίπαλα όσο και αλλητροφοδοτούμενα στις αυταπάτες τους μπλοκ θα μπορούσαν να απεικονιστούν και ως εξής: από τη μια πλευρά, και παρά τις διαφορές τους, ο μεταεθνικός Γιούργκεν Χάμπερμας και ο σχετικιστής Έντουαρντ Σαΐντ και, από την άλλη πλευρά, ο εθνικολαϊκιστής Ίων Δραγούμης (χωρίς να συνειδητοποιούν οι φορείς του προοδευτισμού, ή να ενοχλούνται οι ελάχιστοι που το κατανοούν, από το γεγονός ότι ο Σαΐντ είναι, στα καθ’ ημάς, η «μετενσάρκωση» του θηριώδους ακροδεξιού πολιτισμικού διαφοριστή, του κατ’ εξοχήν επίκαιρου, καθ’ ότι υβριδικού, εθνικιστή και σοσιαλιστή, Ίωνος Δραγούμη). Και αυτό, ακριβώς, σε μια χώρα με πληθωρικά αρχαϊκά πολιτικο-πολιτισμικά κοιτάσματα, με τερατώδη και πολύμορφη αντιδραστική παράδοση, πολλά από τα ρεύματα της οποίας επικοινωνούν ή και συνεχίζουν να συνυπάρχουν, αν δεν συστεγάζονται (αναπαλαιώνοντας το μυροβόλο δια-πολιτικό, το υβριδικό αειθαλές «κόμμα» του Νουμά), με σχετική άνεση με άλλα ρεύματα, προοδευτικά[7], ώστε την κάθε «κρίση» να την «εξελληνίζει», να την εθνοτικοποιεί αποπολιτικοποιώντας την και προσδίδοντάς της «αγανακτισμένα» κινηματικά χαρακτηριστικά, με ιδιαίτερη ευκολία να την καθιστά βολικό γι’ αυτήν υπαρξιακό πρόβλημα, ώστε να συνωμοσιολογεί διαρκώς, να ξαναστήνει κρεμάλες για τους «προδότες» και να αυτοθυματοποιείται.

 

Οργανική κοινότητα

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η «εθνική ιδεολογία», αλλά η πολιτική απουσία της, που φτιάχνει, ένθεν κακείθεν, τις διαδοχικές εθνικολαϊκιστικές διαστροφές, τον δι-ιδεολογικό «εθνοτικο-δημοτισμό» της. Ο αξιακός αριστερο-φιλελευθερισμός, από μόνος του (τα δημοφοβικά «δικαιώματα»), είναι εντελώς ακατάλληλος να αντιπαρατεθεί με αποτελεσματικότητα σε αυτόν τον κατακλυσμικό πολιτικο-πολιτισμικό «δημοτισμό», δηλαδή τον εθνικολαϊκισμό, δεξιό (ή) και αριστερό. Γιατί τούτος ο εθνικολαϊκισμός, παρά τα επιφαινόμενα, προδίδει περισσότερο απουσία ισχυρής ταυτότητας, δείχνει το έλλειμμά της, μέσα από την υπερτροφική και διαστροφική διεκδίκησή της. Κάπως έτσι, σε αυτό το κενό του πολιτικού, η πολιτισμική διαφορά ριζοσπαστικοποιείται και μεταμορφώνεται σε πολιτικό εξτρεμισμό. Η νεο-μακεδονική κινητοποίηση, εντός της οποίας φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο η εργαλειοποίηση του ποντιακού-παγανιστικού στοιχείου, απεικονίζει μια τέτοια τροπή προς την αντιπολιτική, «νεο-δεξιά» αναζήτηση και υπερτίμηση μιας λαϊκής, ακόμα και λούμπεν στον κοινωνιακό της ακτιβισμό, «οργανικής κοινότητας». [8] Κατεύθυνση η οποία, περιττό να υπογραμμισθεί, δεν αντιμετωπίζεται ούτε και με τη συμπονετική συγκατάβαση (ένα ηθικολογικό καλόπιασμα από «πονόψυχους») στις «ευαισθησίες» των τραυματισμένων ερεισμάτων της, σύμφωνα με μια κοινωνιολογίζουσα θεραπευτική, που και αυτή αποτελεί τμήμα μιας αφελούς ως προς την αποτελεσματικότητά της νεο-κεντρώας, μιας μετα-σοσιαλδημοκρατικής δημαγωγίας.

Το ελληνικό έθνος ως ανοιχτή δημοκρατική κοινότητα, ως πολιτικό έθνος – αυτό είναι το μείζον αίτημα που εκκρεμεί, η απουσία του οποίου παροξύνει όλες τις κρίσεις, χωνεύοντας κάθε άλλη κοινωνικο-πολιτική και ιδεολογική διαίρεση. Εδώ, σε μεγάλο βαθμό, βρίσκεται και η πηγή της «βιωματικής κρίσης» της πολιτικής εμπιστοσύνης, της κρίσης αντιπροσώπευσης όλων των τελευταίων ετών. Που εκτός από κρίση των πολιτικών ελίτ, είναι και κρίση των διανοουμένων (αριστερών και δεξιών, του συνόλου σχεδόν των πάσης φύσεως προοδευτικών και συντηρητικών διανοουμένων, σημερινών και χθεσινών), γιατί τουλάχιστον όσο και οι πολιτικοί, για να μην πούμε περισσότερο, είναι και αυτοί που έχουν υφάνει τον ιστό της εθνικιστικής μειονεξίας και πλεονεξίας ταυτόχρονα, του ελληνικού διαφορισμού, ο οποίος είναι ο γεννήτορας του νεοελληνικού μηδενισμού, που αποτελεί την κυρίαρχη ιδεολογία, και την οποία αφελώς ορισμένοι θέλουν να καταπολεμήσουν με τον δημαγωγικό μηδενισμό των «αγορών». Στη σημερινή Ελλάδα, είναι ένα «εθνικό ζήτημα», το Μακεδονικό, αυτό που απεικονίζει το πρόβλημα της «ταυτότητας», του εθνικισμού, αυτής της «λέπρας που ανέρχεται» σε όλη την Ευρώπη, σύμφωνα με τα λόγια του γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν,[9] και όχι, παραδείγματος χάρη, το μεταναστευτικό ζήτημα, που αποτελεί βασικό παράγοντα ανόδου της νέας ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς.[10] Στην Ιταλία, παραδείγματος χάρη, που οι πρόσφατες εκλογικο-πολιτικές εξελίξεις, με τη συγκρότηση συμμαχικής κυβέρνησης ανάμεσα στην ακροδεξιά-ρατσιστική Λίγκα και το «αταξινόμητο» πολιτικά, σύμφωνα με ορισμένους, αν και επίσης αντιμεταναστευτικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων, την ανήγαγαν σε ευρωπαϊκό «εργαστήρι» του (δεξιού) εθνικολαϊκισμού, μια πρόσφατη δημοσκόπηση δείχνει ότι το 72% των ερωτωμένων υποστηρίζει τη μεταναστευτική πολιτική του ακροδεξιού υπουργού Εσωτερικών (και ηγέτη της Λίγκας) Ματτέο Σαλβίνι. Η αποδοχή της είναι καθολική στο χώρο της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς (96% των ψηφοφόρων της Λίγκας, 91% των ψηφοφόρων της Φόρτσα Ιτάλια-Μπερλουσκόνι), πολύ μεγάλη στους ψηφοφόρους του Κινήματος των Πέντε Αστέρων (78%) και αρκετά σημαντική σε αυτούς του αριστερού Δημοκρατικού Κόμματος (46%).[11] Για μια ακόμα φορά, η ελληνική ιδιαιτερότητα διαδηλώνει την παρουσία της, για όποιον, βέβαια, μπορεί να τη δει και να αποδεχθεί, ακριβώς, την ιδιάζουσα φύση της.

 

 


[1] Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Εθνικολαϊκισμός και “εθνική ταυτότητα”. Σκέψεις με αφορμή τις εθνικιστικές κινητοποιήσεις για το “νέο μακεδονικό ζήτημα” και την απώλεια της ιδεολογικής ηγεμονίας του ΣΥΡΙΖΑ», TheBooksJournal, τχ. 85, Μάρτιος 2018, σ. 22-29.

[2] Χαρακτηριστική η δήλωση που αποδίδεται σε στέλεχος των ΑΝΕΛ που αποχώρησε από το κόμμα: «Σ’ ένα βράδυ μας ξεφτιλίσατε και μας παραδώσατε βορά στα αεθνιστικά [sic] και ιδεοληπτικά αριστερόστροφα και νεοφιλελέ όρνεα και συμφέροντα», στην ιστοσελίδα της εφημερίδας Πρώτο Θέμα, https://www.protothema.gr/greece/article/798364/orgi-padou-polites-stis-serres-estisan-kremales-kai-evrizan-vouleutes-ton-suriza-kai-anel/ (20/6/2018).

[3] Η «θεατρική παράσταση» της κοινής συνεδρίασης των κοινοβουλευτικών ομάδων ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ στο Ζάππειο στις 22/6/2018, προκειμένου να δοθεί πανηγυρικός χαρακτήρας στην «έξοδο από τα μνημόνια», λειτουργεί, ακριβώς, ως υπενθύμιση του διαιρετικού σχίσματος μνημόνιο/αντιμνημόνιο και, στο πλαίσιο αυτό, θέλει να υποστηρίξει, παρά τα όσα έχουν μεσολαβήσει, την κοινά συμμεριζόμενη «αντικατεστημένη» λαϊκιστική προέλευση (διανθισμένη ακόμα και σήμερα με εθνικο-κυριαρχική ρητορική: «η Ελλάδα επιστρέφει στους Έλληνες», «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες», θα διακηρύξει χαρακτηριστικά ο Αλέξης Τσίπρας στην ομιλία του στο Ζάππειο) των δύο αυτών σχηματισμών που εξακολουθεί να νομιμοποιεί τη συγκυβέρνησή τους. Με την έννοια αυτή, είχαμε χαρακτηρίσει παλαιότερα αυτά τα δύο κόμματα ως ένα ενιαίο «ιδεολογικό κόμμα», βλ. Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός. Από την αντιπολίτευση στην εξουσία, Θεσσαλονίκη, Επίκεντρο, 2016, σ. 110.

[4] Έστω και αν ο γάλλος πρόεδρος Μακρόν βλέπει για την Ελλάδα, σε αυτή τη συμφωνία, «πραγματική έξοδο από την κρίση», εξυμνώντας το ρόλο της Ευρώπης, βλ. http://www.iefimerida.gr/news/425919/makron-nea-afetiria-gia-tin-ellada-i-eyropi-prohora (22/6/2018). Στο ίδιο μήκος κύματος, τόσο ο επίσης ευρωφιλικός διευθυντής της Libération, oLaurentJoffrin, “Tsipraslevaleureux”, http://www.liberation.fr/politiques/2018/06/22/tsipras-le-valeureux_1661285 (22/6/2018), προβλέποντας, παρ’ όλα αυτά, ότι ο έλληνας πρωθυπουργός πιθανότατα θα χάσει τις επόμενες εκλογές, όσο και το editorial της γαλλικής LeMonde, που εξυμνεί το «κουράγιο» που επέδειξαν ο ελληνικός λαός αλλά και ο Αλέξης Τσίπρας, https://www.lemonde.fr/idees/article/2018/06/22/le-courage-des-grecs-et-de-tsipras_5319456_3232.html (22/6/2018).

[5] Σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη «λογική» στάση του Γιάννη Δραγασάκη, αλλά και βεβαίως του ΣΥΡΙΖΑ, ορισμένοι θα μπορούσαν να την εγγράψουν στο πλαίσιο μιας «κανονικοποίησής» τους (ή «σοσιαλδημοκρατικοποίησής» τους), ωστόσο, χωρίς, εδώ, να μπορούμε να επεκταθούμε, μας φαίνεται ότι μάλλον έχουμε να κάνουμε με την αναζήτηση μιας τακτικού τύπου ισορροπίας στη δεδομένη συγκυρία, με άλλα λόγια για την αναζήτηση μιας ούτως ή άλλως ρευστής συνθήκης ενός «οπορτουνιστικού κέντρου», παρά για εκούσια αλλαγή και προσχώρηση σε μια «αντι-λαϊκιστική» πολιτική στρατηγική. Για τον όρο «οπορτουνιστικό κέντρο» (σε αναφορά με τις πρόσφατες εξελίξεις στην ιταλική πολιτική σκηνή και το συσχετισμό αυτού του όρου με τον γενικευμένο τακτικισμό, στο πεδίο των πολιτικών συμμαχιών, του Κινήματος των Πέντε Αστέρων, ένας «ηγεμονικός τακτικισμός» ο οποίος τόσο γοητεύει και τη γαλλική λαϊκιστική ριζοσπαστική αριστερά του Ζαν-Λυκ Μελανσόν), βλ. PaqualePasquino, “L’Italieface à sesdémons», στην ιστοσελίδα της ηλεκτρονικής επιθεώρησης Telos.eu, https://www.telos-eu.com/fr/politique-francaise-et-internationale/litalie-face-a-ses-demons.html (19/6/2018). Πρόκειται για ό,τι ο Ευάγγελος Βενιζέλος αποκάλεσε, νομίζουμε πολύ επιτυχημένα, «υδαρή» συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ, βλ. «Συνέντευξη Ευάγγελου Βενιζέλου στο ραδιόφωνο του Σκάι και στον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα», https://www.evenizelos.gr/mme/interviews/420-interviews2018/5816-synentefksi-evaggelou-venizelou-sto-r-f-tou-skai.html (18/6/2018). Για τη σχετική συζήτηση περί της υποτιθέμενης «αλλαγής» του ΣΥΡΙΖΑ, βλ. και Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Αλλάζουν τα κόμματα;», στην ιστοσελίδα του BooksJournal, http://booksjournal.gr/slideshow/item/2715-allazoun-ta-kommata (1/5/2018).

[6] Μια πρώτη, μη-συστηματική, έρευνα στον ακροδεξιό (και μάλιστα μη-χρυσαυγίτικο) Τύπο των ημερών το επιβεβαιώνει, βλ. ενδεικτικά το πρωτοσέλιδο της Ελεύθερης Ώρας (19/6/2018), σύμφωνα με το οποίο «Εβραίοι και κομμουνιστές» επέβαλαν το όνομα Μακεδονία, ενώ ο Αλ. Τσίπρας χαρακτηρίζεται «Ιούδας Ισκαριώτης». Στο φύλλο της 20/6/2018, της ίδιας εφημερίδας, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς καταγγέλλεται ως «επικίνδυνος ταλμουδο-μαρξιστής» που ενεργώντας με βάση ένα «μυστικό σχέδιο», μετά τη Μακεδονία «”θάβει” Βόρειο Ήπειρο, Κύπρο, Θράκη και Αιγαίο». Στο φύλλο του Ιουνίου (2018) της νεοφασιστικής εφημερίδας Ελεύθερος Κόσμος, ένα ένθετο αφιέρωμα εννέα σελίδων με τίτλο «Αποκάλυψις αφυπνίσεως και εθνεγέρσεως («Ποιοι απεργάζονται τον αφανισμό μας. Οι “σκοτεινές δυνάμεις”»), δημοσίευμα τυπικά μη σχετιζόμενο με το μακεδονικό ζήτημα, συνοδεύεται όχι μόνον από πλήθος αντιεβραϊκών αναφορών, αλλά ρητά υποστηρίζει ότι όλα τα «δεινά» που υφίσταται η Ελλάδα οφείλονται στη βούληση των «σκοτεινών κέντρων του σιωνισμού». Ας σημειώσουμε, τέλος, ότι, μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, τόσο στην Ελεύθερη Ώρα (της 20/6/2018), όσο και στην έντυπη Χρυσή Αυγή (της 20/6/2018), φιλοξενούνται δύο άρθρα που ανακαλούν την αντισημιτική θεματική του «εβραιο-μπολσεβικισμού», το πρώτο (της Ελεύθερης Ώρας) υποστηρίζοντας την Ρωσία του Πούτιν ως αντιστεκόμενη στον «σιωνιστικό αμερικανικό ιμπεριαλισμό» και το δεύτερο (της Χρυσής Αυγής) «υπενθυμίζοντας» ότι ήταν «σιωνιστές οι δημιουργοί του ΚΚΕ».

[7] Πλάι στον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μανώλη Γλέζο, επανέλαβε τη ριζική της αντίθεση στη συμφωνία για το Μακεδονικό και η Ζωή Κωνσταντοπούλου (προνομιακή σύμμαχος του Ζαν-Λυκ Μελανσόν), που χαρακτήρισε την εν λόγω συμφωνία «προδοτική», ενώ ο εβδομαδιαίος Δρόμος της Αριστεράς τιτλοφορούσε ως εξής το πρωτοσέλιδό του της 9/6/2018: «Εθνικό και κοινωνικό ζήτημα δεν διαχωρίζονται! Ελληνοτουρκικά και Μακεδονικό, προαπαιτούμενα, φτώχεια, έλλειψη δημοκρατίας: αποτελούν πλευρές ενός συνολικού ζητήματος που πρέπει να επιλυθεί καθολικά και όχι με τον συνηθισμένο “ελληνικό τρόπο” των πολιτικών ελίτ». Το επόμενο πρωτοσέλιδο της ίδιας αριστερίστικης εφημερίδας (16/6/2018) θα απαιτήσει μάλιστα τη διενέργεια σχετικού δημοψηφίσματος: «Να μιλήσει ο λαός. Δημοκρατία-Δημοψήφισμα. Νατοϊκό πραξικόπημα στα Βαλκάνια εκτελούν οι Τσίπρας, Ζάεφ. Η ταπεινωτική συμφωνία δεν “κλείνει” το Μακεδονικό, ανοίγει τον ασκό του Αιόλου στην περιοχή. Ενισχύεται ο αλυτρωτισμός των Σκοπίων. Βασικό ζητούμενο η εθνική και λαϊκή κυριαρχία». Τέλος, αν και δεν συμπίπτει αναγκαστικά σε όλα τα σημεία με τις ανωτέρω προσεγγίσεις, θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη και η αρνητική θέση του ΚΚΕ στην εν λόγω συμφωνία, κυρίως σε ό,τι αφορά την εκ μέρους του παρατήρηση περί «αλυτρωτισμού» της γειτονικής χώρας.

[8] Αν και δεν μπορούμε εδώ να επεκταθούμε, ο χαρακτηρισμός «νεο-δεξιά» θέλει κυρίως να επισημάνει την ιδεολογική εγγύτητα με μια προνεωτερική, κοινοτιστική και παγανιστική κοινωνική ανακατασκευή, που, σχηματοποιώντας, βρίσκεται πολύ κοντά στις μεταπολιτικές αντιλήψεις ενός Αλαίν ντε Μπενουά καθώς και στις παραπλήσιες ενός Αλεξάντρ Ντούγκιν, βλ. επ’ αυτού, Pierre-André Taguieff, SurlaNouvelledroite, Παρίσι, Descartes & Cie, 1994. Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, αυτός ο νεο-δεξιός οργανικισμός (σε συνδυασμό με τον αντικομμουνισμό, την κριτική της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και την αμφισβήτηση της υπάρχουσας γεωπολιτικής τάξης) αποτελεί εδραίο, «ουσιακό» στοιχείο της (σημερινής) άκρας Δεξιάς, βλ. Philippe Vervaecke (επιμ.), À droite de la droite. Droites radicales en France et en Grande-Bretagne au XXe siècle, Παρίσι, Septentrion, 2012, σ. 17. Μια τέτοια «ουσιακή» θεώρηση της άκρας Δεξιάς, ωστόσο, προσκρούει σε σειρά ερμηνευτικών προβλημάτων λόγω της πληθυντικότητας και της υβριδικότητας του σημερινού ακροδεξιού φαινομένου, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζεται ταυτοχρόνως ως «ημι-φιλελεύθερο» και «ημι-συντηρητικό», η κριτική στο φιλελευθερισμό και η αμφισβήτηση της γεωπολιτικής τάξης τυγχάνουν συμμερισμού και από την άκρα Αριστερά, ενώ υποβαθμίζεται από αυτή την προσέγγιση η κεντρικότητα του εθνικισμού, την ίδια στιγμή που η ερμηνευτική επίκληση στον «οργανικισμό» εξακολουθεί να παραμένει αρκετά αόριστη, βλ. αναλυτικότερα Pierre-André Taguieff, Dudiableenpolitique. Réflexions sur l’ antilepénisme ordinaire, Παρίσι, CNRS Éditions, 2014, σ. 169-212 (σ. 200, 201, 206).

[9]http://www.atlantico.fr/pepites/macron-denonce-nationalisme-qui-renait-en-europe-3430859.html?utm_term=Autofeed&utm_campaign=Echobox&utm_medium=Social&utm_source=Facebook#Echobox=1529603589 (21/6/2018).

[10] Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσει κανείς την πρόσφατη βραδεία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ορατή, αλλαγή προβληματισμού μερίδας της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας σχετικά με το μεταναστευτικό ζήτημα, όπου φαίνεται να ωθείται προς την υιοθέτηση σκληρότερης στάσης, βλ. σχετικά το άρθρο του επικεφαλής του Τμήματος Διεθνούς Πολιτικής του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού ιδρύματος Friedrich-Ebert-Stiftung, MichaelBröning, “Lagaucheeuropéenneserepositionneà droitesurl’immigration”, στην ιστοσελίδα του ProjectSyndicate, https://www.project-syndicate.org/commentary/europe-center-left-parties-immigration-policy-by-michael-broening-2018-06/french (19/6/2018).

[11]http://www.lepoint.fr/europe/72-des-italiens-soutiennent-matteo-salvini-19-06-2018-2228606_2626.php (19/6/2018).

Ανδρέας Πανταζόπουλος

Επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Βιβλία του: Για το λαό και το έθνος (2001), Η δημοκρατία της συγκίνησης (2002), Η Γαλλία φλέγεται; (2005), Με τους πολίτες κατά του λαού (2006), Ο μαρασμός της σοσιαλδημοκρατίας (2009), Λαϊκισμός και εκσυγχρονισμός 1965-2005 (2011), Ο αριστερός εθνικολαϊκισμός 2008-2013 (2013).

Προσθηκη σχολιου

Τα πεδία με * είναι υποχρεωτικά